×

Mes naudojame slapukus, kad padėtume pagerinti LingQ. Apsilankę avetainėje Jūs sutinkate su mūsų slapukų politika.


image

Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν

ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν

Επιτέλους, ο Τούριν εξουθενωμένος από τη βιασύνη και το μακρύ ταξίδι (γιατί είχε διανύσει σαράντα και παραπάνω λεύγες χωρίς ανάπαυση), έφτασε με τους πρώτους πάγους του χειμώνα στις λίμνες του Ίβριν, όπου είχε θεραπευτεί πριν. Τώρα όμως υπήρχε μόνο ένας παγωμένος βούρκος και δεν μπορούσε να πιει πάλι από τα νερά τους.

Από κει έφτασε στα περάσματα και μπήκε στο Ντορ-λόμιν, και το χιόνι έφτασε βαρύ από το Βορρά και οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι και κρύοι. Αν και είχαν περάσει είκοσι και τρία χρόνια από την τελευταία φορά που περπάτησε σ' αυτό το μονοπάτι, ετούτο παρέμενε χαραγμένο στην καρδιά του, γιατί μεγάλη ήταν η θλίψη του σε κάθε βήμα που τον χώριζε από τη Μόργουεν. Έτσι επιτέλους επέστρεψε στη γη των παιδικών του χρόνων.

Ήταν τόπος ζοφερός και γυμνός και οι άνθρωποι εκεί ήταν λίγοι και άξεστοι και μιλούσαν την τραχιά γλώσσα των Ανατολιτών και η παλιά γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των δούλων και των εχθρών. Έτσι ο Τούριν βάδιζε με προσοχή, σκεπάζοντας το πρόσωπό του με την κουκούλα και μένοντας σιωπηλός, κι έφτασε επιτέλους στο σπίτι που αναζητούσε. Ήταν άδειο και σκοτεινό και κανείς δεν υπήρχε γύρω του. Γιατί η Μόργουεν είχε φύγει και ο Μπρόντα ο Ξένος (αυτός που πήρε με τη βία την Άεριν, τη συγγένισσα του Χούριν, για γυναίκα του) είχε λεηλατήσει το σπίτι της και είχε πάρει ό,τι της είχε απομείνει από αγαθά ή υπηρέτες. Το σπίτι του Μπρόντα ήταν πιο κοντά στο παλιό σπίτι του Χούριν και εκεί πήγε ο Τούριν, τσακισμένος από την περιπλάνηση και τη θλίψη, και ζήτησε καταφύγιο. Του το έδωσαν, γιατί μερικές ευγενικές συνήθειες της παλιάς εποχής διατηρούνταν ακόμη εκεί από την Άεριν. Τον έβαλαν να καθίσει δίπλα στη φωτιά με τους υπηρέτες και μερικούς περιπλανώμενους εξίσου σκυθρωπούς και εξαντλημένους με τον ίδιο. Και ο Τούριν ρώτησε τα νέα της περιοχής.

Τότε όλοι σώπασαν και μερικοί τραβήχτηκαν μακριά κοιτάζοντας άναυδοι τον άγνωστο. Αλλά ένας γέρος με δεκανίκι είπε:

«Αν πρέπει να μιλάς την παλιά γλώσσα, αφέντη, μίλα την πιο σιγά και μη ρωτάς για ειδήσεις. Θέλεις να σε πάρουν για κακοποιό και να σε ξυλοκοπήσουν ή για κατάσκοπο και να σε κρεμάσουν; Γιατί μπορεί να είσαι κάλλιστα και τα δύο με αυτή την εμφάνιση. Που σημαίνει», συνέχισε, πλησιάζοντας και μιλώντας σιγά στο αυτί του Τούριν, «ότι μοιάζεις με τους ευγενείς της παλιάς εποχής που είχαν έρθει με τον Χάντορ τις χρυσές μέρες, πριν τα κεφάλια αποκτήσουν λυκίσια μαλλιά. Μερικοί εδώ είναι του ίδιου είδους, αν και τώρα τους έχουν κάνει ζητιάνους και σκλάβους, και αν δεν ήταν η Λαίδη Άεριν, δεν θα είχες ούτε αυτήν τη φωτιά ούτε αυτήν τη σούπα. Από πού είσαι και τι νέα θέλεις να μάθεις;».

«Υπήρχε μια γυναίκα που την έλεγαν Μόργουεν», απάντησε ο Τούριν, «και πριν από καιρό ζούσε στο σπίτι της. Εκεί, μετά από μακρύ ταξίδι, πήγα για να ζητήσω καλωσόρισμα, αλλά δεν υπάρχει τώρα ούτε φωτιά ούτε άνθρωποι».

«Ένα χρόνο τώρα και παραπάνω δεν υπάρχουν», απάντησε ο γέρος. «Αλλά λιγοστοί ήταν σε αυτό το σπίτι και οι άνθρωποι και η φωτιά μετά τον ολέθριο πόλεμο. Γιατί η Μόργουεν ήταν από τους παλιούς -όπως θα ξέρεις αναμφίβολα, χήρα του άρχοντά μας, του Χούριν, γιου του Γκάλντορ. Δεν τόλμησαν να την πειράξουν, όμως, γιατί τη φοβούνταν. Περήφανη και όμορφη σαν βασίλισσα, πριν την τσακίσει η θλίψη. Μάγισσα την αποκαλούσαν και την απέφευγαν. Μάγισσα: αυτό απλώς σημαίνει "φίλη των Ξωτικών" στην καινούργια γλώσσα. Όμως τη λήστεψαν. Συχνά αυτή και η κόρη της θα πεινούσαν, αν δεν υπήρχε η Λαίδη Άεριν. Αυτή τις βοηθούσε κρυφά, λένε, και συχνά την έδερνε γι' αυτό ο άξεστος Μπρόντα, εξ ανάγκης άντρας της».

«Και αυτό τον ένα χρόνο και παραπάνω;», είπε ο Τούριν. « Είναι νεκρές ή τις έκαναν σκλάβες; Ή τους επιτέθηκαν οι Ορκ; »

«Δεν είναι γνωστό με σιγουριά», είπε ο γέρος. «Αλλά έφυγε με την κόρη της. Και τότε αυτός ο Μπρόντα λεηλάτησε το σπίτι και άρπαξε ό,τι απόμεινε. Τώρα δεν έχει μείνει ούτε ένα σκυλί και τους λίγους ανθρώπους που είχε τους έκαναν σκλάβους. Εκτός από μερικούς που έγιναν ζητιάνοι, όπως εγώ. Την υπηρετούσα πολλά χρόνια και τον μεγάλο κύριο πριν από αυτήν, Σάντορ ο Μονοπόδαρος: ένα καταραμένο τσεκούρι στο δάσος πριν από πολύν καιρό, αλλιώς θα ήμουν στον Μεγάλο Σωρό. Θυμάμαι καλά τη μέρα που έστειλαν μακριά το γιο του Χούριν και πώς έκλαιγε. Και πώς έκλαιγε κι αυτή όταν έφυγε το παιδί. Λένε ότι πήγε στο Κρυμμένο Βασίλειο». Τότε ο γέρος σταμάτησε να μιλά και κοίταξε με αμφιβολία τον Τούριν. «Είμαι γέρος και φλυαρώ, αφέντη », είπε. «Μη μου δίνεις σημασία! Όμως, αν και είναι ευχάριστο να μιλώ την παλιά γλώσσα με κάποιον που τη μιλά τόσο καλά όσο εκείνη την εποχή, οι μέρες είναι κακές και πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός. Δεν είναι καλοί στην καρδιά όλοι όσοι μιλούν την καλή γλώσσα».

«Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Τούριν. «Η καρδιά μου είναι βαριά. Αλλά αν φοβάσαι ότι είμαι κατάσκοπος του Βορρά ή της Ανατολής, τότε δεν έχεις αποκτήσει μεγαλύτερη σοφία από κείνη που είχες πριν από πολύν καιρό, Σάντορ Λάμπανταλ».

Ο γέρος τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Και μετά τρέμοντας μίλησε.

«Έλα έξω! Είναι πιο κρύο, αλλά και λιγότερο επικίνδυνο. Εσύ μιλάς πολύ δυνατά κι εγώ πιο πολύ απ' όσο πρέπει για το σπίτι ενός Ανατολίτη».

Μόλις βγήκαν στην αυλή, άρπαξε απ' το μανδύα τον Τούριν.

«Πριν από πολύν καιρό ζούσες σ' εκείνο το σπίτι, λες. Άρχοντα Τούριν, γιατί γύρισες πίσω; Άνοιξαν τα μάτια μου και τα αυτιά μου επιτέλους: έχεις τη φωνή του πατέρα σου. Αλλά μόνο ο μικρός Τούριν μου έδινε αυτό το όνομα, Λάμπανταλ. Δεν ήταν από κακία: ήμαστε καλοί φίλοι κείνες τις μέρες. Τι ζητάει τώρα εδώ; Ελάχιστοι από μας έχουμε απομείνει και είμαστε γέροι και άοπλοι. Πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι στον Μεγάλο Σωρό».

«Δεν ήρθα εδώ με μυαλά πολέμου», είπε ο Τούριν, «αν και τα λόγια σου με κέντρισαν τώρα, Λάμπανταλ. Όμως αυτό ας περιμένει. Ήρθα αναζητώντας τη Λαίδη Μόργουεν και τη Νίενορ. Μπορείς να μου πεις και γρήγορα;».

«Ελάχιστα πράγματα, άρχοντα», είπε ο Σάντορ. «Έφυγαν κρυφά. Ψιθυριζόταν ανάμεσά μας ότι τους κάλεσε ο άρχοντας Τούριν. Γιατί δεν αμφιβάλλαμε ότι είχε γίνει σπουδαίος με τα χρόνια, βασιλιάς ή άρχοντας σε κάποια νότια χώρα. Αλλά φαίνεται ότι δεν είναι έτσι».

«Δεν είναι», απάντησε ο Τούριν. «Ήμουν άρχοντας σε μια νότια χώρα, αλλά τώρα είμαι ένας περιπλανώμενος. Και δεν τις κάλεσα εγώ».

«Τότε δεν ξέρω τι να σου πω», είπε ο Σάντορ. «Αλλά η Λαίδη Άεριν θα γνωρίζει, δεν αμφιβάλλω. Γνώριζε όλα τα σχέδια της μητέρας σου».

«Πώς μπορώ να τη βρω;».

«Αυτό δεν το ξέρω. Θα της προκαλούσε μεγάλο μπελά αν την έπιαναν να ψιθυρίζει σε κάποια πόρτα μ' έναν περιπλανώμενο από τους καταδυναστευμένους, ακόμη και αν κάποιο μήνυμα μπορούσε να την κάνει να βγει. Και ένας ζητιάνος όπως είσαι τώρα εσύ δεν μπορεί να περπατήσει πολύ στο ανάκτορο προς την υψηλή τράπεζα, θα τον αρπάξουν οι Ανατολίτες και θα τον ξυλοκοπήσουν ή και χειρότερα».

Τότε εξοργισμένος ο Τούριν φώναξε:

«Δεν μπορώ να περπατήσω μέσα στο ανάκτορο του Μπρόντα γιατί θα με ξυλοκοπήσουν; Έλα και δες!».

Και μπήκε πάλι στο ανάκτορο κι έριξε πίσω την κουκούλα του και παραμερίζοντας όποιον βρισκόταν μπροστά του προχώρησε προς το τραπέζι όπου καθόταν ο κύριος του σπιτιού και η γυναίκα του μαζί με άλλους Ανατολίτες άρχοντες. Τότε κάποιοι σηκώθηκαν κι ετοιμάστηκαν να τον αρπάξουν, αλλά τους πέταξε κάτω και φώναξε.

«Δεν κυβερνά κανείς αυτό το σπίτι, ή είναι άντρο των Ορκ; Πού είναι ο κύριος του σπιτιού;».

Τότε ο Μπρόντα σηκώθηκε εξοργισμένος.

«Εγώ κυβερνώ αυτό το σπίτι», είπε.

Αλλά πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Τούριν του είπε:

«Τότε δεν έμαθες τους ευγενείς τρόπους που υπήρχαν σ' αυτήν τη χώρα πριν από σένα. Τώρα συνηθίζουν οι άνθρωποι να αφήνουν λακέδες να κακομεταχειρίζονται τους συγγενείς της γυναίκας τους; Τέτοιος είμαι κι έχω μια ερώτηση για τη Λαίδη Άεριν. Να έρθω ελεύθερα ή να έρθω όπως θέλω;».

«Έλα», είπε ο Μπρόντα βλοσυρός. Αλλά η Άεριν είχε χλωμιάσει.

Τότε ο Τούριν πήγε στην υψηλή τράπεζα και στάθηκε μπροστά της και υποκλίθηκε.

«Με συγχωρείς, Λαίδη Άεριν», είπε, «που σε ενοχλώ έτσι. Αλλά η δουλειά μου είναι επείγουσα και μ' έφερε από μακριά. Αναζητώ τη Μόργουεν, Κυρία του Ντορ-λόμιν, και τη Νίενορ την κόρη της. Αλλά το σπίτι της είναι άδειο και λεηλατημένο. Τι μπορείς να μου πεις;».

«Τίποτα», είπε η Άεριν με μεγάλο φόβο, γιατί ο Μπρόντα την παρακολουθούσε με στενεμένα μάτια.

«Αυτό δεν το πιστεύω», είπε ο Τούριν.

Τότε ο Μπρόντα πετάχτηκε μπροστά και ήταν κατακόκκινος από μέθη και οργή.

«Αρκετά!», φώναξε. «Θα αφήσω έναν ζητιάνο που μιλά τη γλώσσα των δούλων να αντικρούει τη γυναίκα μου μπροστά μου; Δεν υπάρχει Κυρία του Ντορ-λόμιν. Όσο για τη Μόργουεν, ήταν από τους δούλους και το 'σκασε όπως κάνουν οι δούλοι. Κάνε κι εσύ το ίδιο, και γρήγορα, αλλιώς θα βάλω να σε κρεμάσουν σε δέντρο!».

Τότε ο Τούριν όρμησε πάνω του και τράβηξε το μαύρο του σπαθί και άρπαξε τον Μπρόντα από τα μαλλιά και του τράβηξε πίσω το κεφάλι.

«Μην κουνηθεί κανείς», είπε, «αλλιώς το κεφάλι του θα φύγει από τους ώμους του! Λαίδη Άεριν, θα σου ζητούσα να με συγχωρέσεις και πάλι καθ' ότι πιστεύω ότι αυτός ο άξεστος δεν σου έχει κάνει ποτέ τίποτε άλλο εκτός από κακό. Μίλα όμως τώρα και μη μου αρνιέσαι! Είμαι ή δεν είμαι ο Τούριν, ο Κύριος του Ντορ-λόμιν; Πρέπει να σε διατάξω;».

«Διάταξέ με», είπε η Άεριν.

«Ποιος λεηλάτησε το σπίτι της Μόργουεν;»

«Ο Μπρόντα», του απάντησε.

«Πότε έφυγε η Μόργουεν και πού πήγε;»

«Έχει περάσει ένας χρόνος και τρεις μήνες», είπε η Άεριν. «Ο αφέντης Μπρόντα και άλλοι από τους Ξένους της Ανατολής εδώ γύρω την καταπίεζαν βαριά. Από καιρό την είχαν καλέσει στο Κρυμμένο Βασίλειο. Και ξεκίνησε επιτέλους για κει. Γιατί οι χώρες ενδιάμεσα είχαν απελευθερωθεί για λίγο από το κακό χάρη στην ικανότητα του Μαύρου Σπαθιού της νότιας χώρας, λένε. Τώρα όμως αυτό τελείωσε. Περίμενε να βρει το γιο της να την περιμένει εκεί. Αλλά αν αυτός είσαι εσύ, τότε φοβάμαι ότι όλα πήγαν στραβά».

Τότε ο Τούριν γέλασε πικρά.

«Στραβά, στραβά;» φώναξε. «Ναι, πάντα στραβά: στραβά σαν τον Μόργκοθ!». Και ξαφνικά τον διαπέρασε μια μαύρη οργή. Γιατί τα μάτια του άνοιξαν και λύθηκαν τα τελευταία νήματα της μαγείας του Γκλάουρουνγκ και κατάλαβε τα ψέματα με τα οποία τον είχε ξεγελάσει. «Με εξαπάτησαν για να έρθω και να πεθάνω εδώ ατιμασμένος, ενώ θα μπορούσα τουλάχιστον να τελειώσω γενναία τη ζωή μου μπροστά στις Πύλες του Νάργκοθροντ;». Και ολόγυρα μέσα στη νύχτα του φάνηκε ότι άκουγε τις κραυγές της Φιντούιλας.

«Δεν θα πεθάνω πρώτος εδώ!» φώναξε. Και άρπαξε τον Μπρόντα και με τη δύναμη που του έδινε η μεγάλη αγωνία και η οργή του τον σήκωσε ψηλά και τον τράνταξε σαν να ήταν σκυλί.

«Η Μόργουεν ήταν από τους δούλους είπες; Ω γιε δειλών, κλέφτη, σκλάβε σκλάβων!».

Και τότε πέταξε τον Μπρόντα πάνω από το ίδιο του το τραπέζι με το κεφάλι μπροστά, στα μούτρα ενός Ανατολίτη που σηκωνόταν για να επιτεθεί. Σε αυτή την πτώση ο λαιμός του Μπρόντα έσπασε. Και ο Τούριν όρμησε και σκότωσε τρεις ακόμη που λούφαζαν τρομοκρατημένοι, γιατί είχαν βρεθεί άοπλοι. Δημιουργήθηκε αναταραχή στο μέγαρο. Οι Ανατολίτες που παραβρίσκονταν θα ορμούσαν στον Τούριν, αλλά ήταν εκεί συγκεντρωμένοι και πολλοί άλλοι από τους παλιούς κατοίκους του Ντορ-λόμιν: για πολύν καιρό ήταν πειθήνιοι υπηρέτες, τώρα όμως ξεσηκώθηκαν με κραυγές επαναστατικές. Γρήγορα ξέσπασε μεγάλη μάχη και παρόλο που οι σκλάβοι είχαν μόνο μαχαίρια του κρέατος και ό,τι μπορούσαν να αρπάξουν για να αντιμετωπίσουν στιλέτα και σπαθιά, πολλοί σκοτώθηκαν γρήγορα και από τις δύο πλευρές πριν ορμήσει ο Τούριν ανάμεσά τους και σκοτώσει τους τελευταίους Ανατολίτες που παρέμεναν στο ανάκτορο.

Μετά ξεκουράστηκε ακουμπώντας σ' έναν κίονα και η φωτιά της οργής του είχε γίνει τώρα σαν στάχτη. Όμως ο γερο-Σάντορ πλησίασε έρποντας και τον έπιασε από τα γόνατα, γιατί ήταν θανάσιμα τραυματισμένος.

«Τρεις φορές εφτά χρόνια και παραπάνω ήταν μεγάλη αναμονή για την ώρα τούτη», είπε. «Τώρα όμως φύγε, φύγε, κύριε! Φύγε και μην ξανάρθεις, παρά μόνο με μεγαλύτερη δύναμη. Θα ξεσηκώσουν όλο τον τόπο εναντίον σου. Πολλοί το έσκασαν από τ' ανάκτορο. Φύγε, αλλιώς θα 'χεις τέλος εδώ. Έχε γεια!». Και μετά γλίστρησε κάτω και πέθανε.

«Μίλησε με την αλήθεια του θανάτου», είπε η Άεριν. «Έμαθες αυτά που ήθελες. Τώρα φύγε γρήγορα! Αλλά πήγαινε πρώτα στη Μόργουεν και παρηγόρησέ την, γιατί αλλιώς δύσκολα θα σου συγχωρήσω όλη αυτή την καταστροφή που έφερες εδώ. Γιατί όσο κακή κι αν ήταν η ζωή μου, εσύ έφερες θάνατο με τη βία σου. Οι Ξένοι θα εκδικηθούν γι' αυτήν τη νύχτα όλους όσοι βρίσκονταν εδώ. Απερίσκεπτες είναι οι πράξεις σου, γιε του Χούριν, σαν να μην είσαι ακόμη παρά το παιδί που ήξερα».

«Και λιπόψυχη είναι η δική σου καρδιά, Άεριν, κόρη του Ίντορ, όπως ήταν τότε που σε ονόμαζα θεία και ακόμη και ένα άγριο σκυλί σε τρόμαζε», είπε ο Τούριν. «Είσαι φτιαγμένη για έναν πιο καλοσυνάτο κόσμο. Αλλά έλα! Θα σε πάω στη Μόργουεν».

«Το χιόνι σκεπάζει όλη τη χώρα και πιο πολύ το κεφάλι μου», του απάντησε. «Θα πέθαινα στις ερημιές μαζί σου όσο γρήγορα θα πεθάνω και με τους βάναυσους Ανατολίτες. Δεν μπορείς να διορθώσεις αυτό που έκανες. Φύγε! Αν μείνεις, θα τα κάνεις όλα χειρότερα και θα στερήσεις τη Μόργουεν από ένα γιο χωρίς κανένα σκοπό. Πήγαινε, σε ικετεύω!».

Τότε ο Τούριν υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της και γύρισε κι έφυγε από τ' ανάκτορα του Μπρόντα. Όμως όσοι στασιαστές είχαν τη δύναμη τον ακολούθησαν. Το έσκασαν προς τα βουνά, γιατί μερικοί ανάμεσά τους ήξεραν καλά τους δρόμους στις ερημιές και ευλογούσαν το χιόνι που έπεφτε πίσω τους και σκέπαζε τα ίχνη τους. Έτσι, αν και γρήγορα άρχισε το ανθρωποκυνηγητό με πολλούς άντρες και σκυλιά και χλιμιντρίσματα αλόγων, ξέφυγαν νότια μέσα στους λόφους. Μετά κοιτάζοντας πίσω είδαν ένα κόκκινο φως μακριά στο μέρος που είχαν αφήσει.

«Έβαλαν φωτιά στο σπίτι», είπε ο Τούριν. «Για ποιο σκοπό το έκαναν αυτό;»

«Έβαλαν φωτιά; Όχι, άρχοντα. Δεν έβαλαν τη φωτιά οι Ανατολίτες, την έβαλε η Λαίδη Άεριν, φαντάζομαι», είπε ένας, Άσγκον το όνομά του. «Πολλοί άντρες των όπλων παρερμηνεύουν την υπομονή και την ηρεμία. Η Λαίδη έκανε πολύ καλό σε πολλούς από μας με μεγάλο κόστος. Δεν είναι λιπόψυχη, αλλά η υπομονή σπάει κι αυτή στο τέλος».

Μερικοί από τους πιο σκληραγωγημένους που μπορούσαν να αντέξουν τον χειμώνα, έμειναν με τον Τούριν και τον οδήγησαν από παράξενους δρόμους σ' ένα καταφύγιο στα βουνά, σε μια σπηλιά γνωστή σε παράνομους και περιπλανώμενους. Και ήταν κρυμμένα εκεί κάποια αποθέματα τροφίμων. Εκεί περίμεναν μέχρι που έπαψε το χιόνι και του έδωσαν τροφή και τον πήγαν σ' ένα πέρασμα που σπάνια το χρησιμοποιούσαν και οδηγούσε νότια στην Κοιλάδα του Σίριον, όπου δεν είχε φτάσει το χιόνι. Στο κατηφορικό μονοπάτι χώρισαν.

«Έχε γεια τώρα, Κύριε του Ντορ-λόμιν», είπε ο Άσγκον «Όμως μη μας ξεχάσεις. Θα είμαστε κυνηγημένοι τώρα. Και οι Λυκάνθρωποι θα γίνουν πιο σκληροί εξαιτίας του ερχομού σου. Γι' αυτό φύγε και μη γυρίσεις, εκτός αν έρθεις με μεγάλη δύναμη για να μας λυτρώσεις. Έχε γεια!»

ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν XII. Turin's return to Dor-Lomin

Επιτέλους, ο Τούριν εξουθενωμένος από τη βιασύνη και το μακρύ ταξίδι (γιατί είχε διανύσει σαράντα και παραπάνω λεύγες χωρίς ανάπαυση), έφτασε με τους πρώτους πάγους του χειμώνα στις λίμνες του Ίβριν, όπου είχε θεραπευτεί πριν. Finally, exhausted from the rush and the long journey (because he had traveled forty or more leagues without rest), Turin arrived with the first ices of winter in the lakes of Ivrin, where he had been treated before. Τώρα όμως υπήρχε μόνο ένας παγωμένος βούρκος και δεν μπορούσε να πιει πάλι από τα νερά τους. But now there was only one icy mud and he could not drink from their waters again.

Από κει έφτασε στα περάσματα και μπήκε στο Ντορ-λόμιν, και το χιόνι έφτασε βαρύ από το Βορρά και οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι και κρύοι. From there it reached the passages and entered Dor-lomin, and the snow came heavy from the north and the roads were dangerous and cold. Αν και είχαν περάσει είκοσι και τρία χρόνια από την τελευταία φορά που περπάτησε σ' αυτό το μονοπάτι, ετούτο παρέμενε χαραγμένο στην καρδιά του, γιατί μεγάλη ήταν η θλίψη του σε κάθε βήμα που τον χώριζε από τη Μόργουεν. Although twenty-three years had passed since the last time he walked on this path, this remained etched in his heart, because he was very sad at every step that separated him from Morwen. Έτσι επιτέλους επέστρεψε στη γη των παιδικών του χρόνων. So he finally returned to the land of his childhood.

Ήταν τόπος ζοφερός και γυμνός και οι άνθρωποι εκεί ήταν λίγοι και άξεστοι και μιλούσαν την τραχιά γλώσσα των Ανατολιτών και η παλιά γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των δούλων και των εχθρών. It was a gloomy and naked place and the people there were few and unkempt and spoke the rough language of the Orientals and the old language had become the language of slaves and enemies. Έτσι ο Τούριν βάδιζε με προσοχή, σκεπάζοντας το πρόσωπό του με την κουκούλα και μένοντας σιωπηλός, κι έφτασε επιτέλους στο σπίτι που αναζητούσε. So Turin walked carefully, covering his face with his hood and remaining silent, and finally reached the house he was looking for. Ήταν άδειο και σκοτεινό και κανείς δεν υπήρχε γύρω του. It was empty and dark and no one was around. Γιατί η Μόργουεν είχε φύγει και ο Μπρόντα ο Ξένος (αυτός που πήρε με τη βία την Άεριν, τη συγγένισσα του Χούριν, για γυναίκα του) είχε λεηλατήσει το σπίτι της και είχε πάρει ό,τι της είχε απομείνει από αγαθά ή υπηρέτες. Because Morwen had left and Broda the Stranger (the one who forcibly took Aerin, Hurin's cousin, for his wife) had looted her house and taken what she had left of goods or servants. Το σπίτι του Μπρόντα ήταν πιο κοντά στο παλιό σπίτι του Χούριν και εκεί πήγε ο Τούριν, τσακισμένος από την περιπλάνηση και τη θλίψη, και ζήτησε καταφύγιο. Broda's house was closer to Hurin's old house, and Turin went there, crushed by wandering and grief, and sought refuge. Του το έδωσαν, γιατί μερικές ευγενικές συνήθειες της παλιάς εποχής διατηρούνταν ακόμη εκεί από την Άεριν. They gave it to him, because some of the noble customs of the old days were still kept there by Aerin. Τον έβαλαν να καθίσει δίπλα στη φωτιά με τους υπηρέτες και μερικούς περιπλανώμενους εξίσου σκυθρωπούς και εξαντλημένους με τον ίδιο. They made him sit by the fire with the servants and some wanderers just gloomy and exhausted with him. Και ο Τούριν ρώτησε τα νέα της περιοχής. And Turin asked the news of the area.

Τότε όλοι σώπασαν και μερικοί τραβήχτηκαν μακριά κοιτάζοντας άναυδοι τον άγνωστο. Then everyone fell silent and some were pulled away looking dumbfounded at the stranger. Αλλά ένας γέρος με δεκανίκι είπε: But an old man with a crutch said:

«Αν πρέπει να μιλάς την παλιά γλώσσα, αφέντη, μίλα την πιο σιγά και μη ρωτάς για ειδήσεις. "If you have to speak the old language, master, speak it more slowly and do not ask for news. Θέλεις να σε πάρουν για κακοποιό και να σε ξυλοκοπήσουν ή για κατάσκοπο και να σε κρεμάσουν; Γιατί μπορεί να είσαι κάλλιστα και τα δύο με αυτή την εμφάνιση. Do you want to be taken as a criminal and beaten or as a spy and hanged? Because you can be both good with this look. Που σημαίνει», συνέχισε, πλησιάζοντας και μιλώντας σιγά στο αυτί του Τούριν, «ότι μοιάζεις με τους ευγενείς της παλιάς εποχής που είχαν έρθει με τον Χάντορ τις χρυσές μέρες, πριν τα κεφάλια αποκτήσουν λυκίσια μαλλιά. Which means ", he continued, approaching and speaking softly to Turin's ear," that you look like the nobles of the old days who had come with Huntor in the golden days, before the heads got woolly hair. Μερικοί εδώ είναι του ίδιου είδους, αν και τώρα τους έχουν κάνει ζητιάνους και σκλάβους, και αν δεν ήταν η Λαίδη Άεριν, δεν θα είχες ούτε αυτήν τη φωτιά ούτε αυτήν τη σούπα. Some here are of the same kind, though now they have been made beggars and slaves, and if it were not for Lady Aerin, you would have neither this fire nor this soup. Από πού είσαι και τι νέα θέλεις να μάθεις;». "Where are you from and what news do you want to know?"

«Υπήρχε μια γυναίκα που την έλεγαν Μόργουεν», απάντησε ο Τούριν, «και πριν από καιρό ζούσε στο σπίτι της. "There was a woman named Morwen," Turin replied, "and she lived in her house a long time ago. Εκεί, μετά από μακρύ ταξίδι, πήγα για να ζητήσω καλωσόρισμα, αλλά δεν υπάρχει τώρα ούτε φωτιά ούτε άνθρωποι». "There, after a long journey, I went to ask for a welcome, but now there is neither fire nor people."

«Ένα χρόνο τώρα και παραπάνω δεν υπάρχουν», απάντησε ο γέρος. "A year now and more do not exist," replied the old man. «Αλλά λιγοστοί ήταν σε αυτό το σπίτι και οι άνθρωποι και η φωτιά μετά τον ολέθριο πόλεμο. "But there were few people in this house and the fire after the devastating war. Γιατί η Μόργουεν ήταν από τους παλιούς -όπως θα ξέρεις αναμφίβολα, χήρα του άρχοντά μας, του Χούριν, γιου του Γκάλντορ. Because Morwen was one of the old ones - as you will no doubt know, the widow of our lord, Hurin, son of Galdor. Δεν τόλμησαν να την πειράξουν, όμως, γιατί τη φοβούνταν. They did not dare to tease her, however, because they were afraid of her. Περήφανη και όμορφη σαν βασίλισσα, πριν την τσακίσει η θλίψη. Proud and beautiful as a queen, before grief crushes her. Μάγισσα την αποκαλούσαν και την απέφευγαν. They called her a witch and avoided her. Μάγισσα: αυτό απλώς σημαίνει "φίλη των Ξωτικών" στην καινούργια γλώσσα. Witch: this simply means "friend of the Elves" in the new language. Όμως τη λήστεψαν. But they robbed her. Συχνά αυτή και η κόρη της θα πεινούσαν, αν δεν υπήρχε η Λαίδη Άεριν. Often she and her daughter would be hungry if it were not for Lady Aerin. Αυτή τις βοηθούσε κρυφά, λένε, και συχνά την έδερνε γι' αυτό ο άξεστος Μπρόντα, εξ ανάγκης άντρας της». "She helped them secretly, they say, and was often beaten for that by the rude Broda, necessarily her husband."

«Και αυτό τον ένα χρόνο και παραπάνω;», είπε ο Τούριν. "And this one year or more?" Turin said. « Είναι νεκρές ή τις έκαναν σκλάβες; Ή τους επιτέθηκαν οι Ορκ; » "Are they dead or were they enslaved? Or were they attacked by the Orcs? »

«Δεν είναι γνωστό με σιγουριά», είπε ο γέρος. "It is not known for sure," said the old man. «Αλλά έφυγε με την κόρη της. "But she left with her daughter. Και τότε αυτός ο Μπρόντα λεηλάτησε το σπίτι και άρπαξε ό,τι απόμεινε. And then this Broda ransacked the house and snatched what was left. Τώρα δεν έχει μείνει ούτε ένα σκυλί και τους λίγους ανθρώπους που είχε τους έκαναν σκλάβους. Now there is not a single dog left and the few people he had were enslaved. Εκτός από μερικούς που έγιναν ζητιάνοι, όπως εγώ. Except for a few who became beggars, like me. Την υπηρετούσα πολλά χρόνια και τον μεγάλο κύριο πριν από αυτήν, Σάντορ ο Μονοπόδαρος: ένα καταραμένο τσεκούρι στο δάσος πριν από πολύν καιρό, αλλιώς θα ήμουν στον Μεγάλο Σωρό. I served her for many years and the great master before her, Santor the Monopodar: a cursed ax in the forest a long time ago, otherwise I would have been in the Great Heap. Θυμάμαι καλά τη μέρα που έστειλαν μακριά το γιο του Χούριν και πώς έκλαιγε. I remember well the day they sent away Hurin's son and how he was crying. Και πώς έκλαιγε κι αυτή όταν έφυγε το παιδί. And how she cried when the child left. Λένε ότι πήγε στο Κρυμμένο Βασίλειο». They say he went to the Hidden Kingdom. " Τότε ο γέρος σταμάτησε να μιλά και κοίταξε με αμφιβολία τον Τούριν. Then the old man stopped talking and looked at Turin with suspicion. «Είμαι γέρος και φλυαρώ, αφέντη », είπε. "I'm old and I'm talking, master," he said. «Μη μου δίνεις σημασία! "Do not pay any attention to me! Όμως, αν και είναι ευχάριστο να μιλώ την παλιά γλώσσα με κάποιον που τη μιλά τόσο καλά όσο εκείνη την εποχή, οι μέρες είναι κακές και πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός. But while it is fun to speak the old language with someone who speaks it as well as it did then, the days are bad and one has to be careful. Δεν είναι καλοί στην καρδιά όλοι όσοι μιλούν την καλή γλώσσα». Not everyone who speaks a good language is good at heart. "

«Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Τούριν. "That is true," said Turin. "Eso es cierto", dijo Turín. «Η καρδιά μου είναι βαριά. "My heart is heavy. Αλλά αν φοβάσαι ότι είμαι κατάσκοπος του Βορρά ή της Ανατολής, τότε δεν έχεις αποκτήσει μεγαλύτερη σοφία από κείνη που είχες πριν από πολύν καιρό, Σάντορ Λάμπανταλ». "But if you are afraid that I am a spy of the North or the East, then you have not gained more wisdom than you had a long time ago, Santor Labadal."

Ο γέρος τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. The old man looked at him with his mouth open. Και μετά τρέμοντας μίλησε. And then he trembled and spoke.

«Έλα έξω! "Come outside! Είναι πιο κρύο, αλλά και λιγότερο επικίνδυνο. It is colder, but also less dangerous. Εσύ μιλάς πολύ δυνατά κι εγώ πιο πολύ απ' όσο πρέπει για το σπίτι ενός Ανατολίτη». You speak very loudly and I speak more than I should about the house of an Orientalist ".

Μόλις βγήκαν στην αυλή, άρπαξε απ' το μανδύα τον Τούριν. As soon as they came out into the yard, he snatched Turin from his cloak.

«Πριν από πολύν καιρό ζούσες σ' εκείνο το σπίτι, λες. "You lived in that house a long time ago, you say. Άρχοντα Τούριν, γιατί γύρισες πίσω; Άνοιξαν τα μάτια μου και τα αυτιά μου επιτέλους: έχεις τη φωνή του πατέρα σου. Lord Turin, why did you come back? My eyes and ears have finally opened: you have your father's voice. Αλλά μόνο ο μικρός Τούριν μου έδινε αυτό το όνομα, Λάμπανταλ. But only little Turin gave me that name, Labadal. Δεν ήταν από κακία: ήμαστε καλοί φίλοι κείνες τις μέρες. It was not a bad thing: we were good friends in those days. Τι ζητάει τώρα εδώ; Ελάχιστοι από μας έχουμε απομείνει και είμαστε γέροι και άοπλοι. What is he asking for here now? Few of us are left and we are old and unarmed. Πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι στον Μεγάλο Σωρό». Those in Megalo Soros are happier ".

«Δεν ήρθα εδώ με μυαλά πολέμου», είπε ο Τούριν, «αν και τα λόγια σου με κέντρισαν τώρα, Λάμπανταλ. "I did not come here with warlike minds," said Turin, "although your words have provoked me now, Labadal. Όμως αυτό ας περιμένει. But let this wait. Ήρθα αναζητώντας τη Λαίδη Μόργουεν και τη Νίενορ. I came looking for Lady Morwen and Nienor. Μπορείς να μου πεις και γρήγορα;». "Can you tell me quickly?"

«Ελάχιστα πράγματα, άρχοντα», είπε ο Σάντορ. "Few things, lord," said Santor. «Έφυγαν κρυφά. "They left secretly. Ψιθυριζόταν ανάμεσά μας ότι τους κάλεσε ο άρχοντας Τούριν. It was whispered among us that Lord Turin had called them. Γιατί δεν αμφιβάλλαμε ότι είχε γίνει σπουδαίος με τα χρόνια, βασιλιάς ή άρχοντας σε κάποια νότια χώρα. Because we did not doubt that he had become great over the years, king or lord in a southern country. Αλλά φαίνεται ότι δεν είναι έτσι». "But that does not seem to be the case."

«Δεν είναι», απάντησε ο Τούριν. "It's not," Turin replied. «Ήμουν άρχοντας σε μια νότια χώρα, αλλά τώρα είμαι ένας περιπλανώμενος. "I was a ruler in a southern country, but now I'm a wanderer. Και δεν τις κάλεσα εγώ». And I did not call them. "

«Τότε δεν ξέρω τι να σου πω», είπε ο Σάντορ. "Then I do not know what to tell you," Santor said. «Αλλά η Λαίδη Άεριν θα γνωρίζει, δεν αμφιβάλλω. "But Lady Aerin will know, I have no doubt. Γνώριζε όλα τα σχέδια της μητέρας σου». "Know all your mother's plans."

«Πώς μπορώ να τη βρω;». "How can I find her?"

«Αυτό δεν το ξέρω. "I do not know that. Θα της προκαλούσε μεγάλο μπελά αν την έπιαναν να ψιθυρίζει σε κάποια πόρτα μ' έναν περιπλανώμενο από τους καταδυναστευμένους, ακόμη και αν κάποιο μήνυμα μπορούσε να την κάνει να βγει. She would be in a lot of trouble if she was caught whispering to a door with a wanderer from the oppressed, even if a message could make her come out. Και ένας ζητιάνος όπως είσαι τώρα εσύ δεν μπορεί να περπατήσει πολύ στο ανάκτορο προς την υψηλή τράπεζα, θα τον αρπάξουν οι Ανατολίτες και θα τον ξυλοκοπήσουν ή και χειρότερα». "And a beggar like you now can not walk much in the palace to the high bank, the Orientals will grab him and beat him or worse."

Τότε εξοργισμένος ο Τούριν φώναξε: Then Turin shouted in anger:

«Δεν μπορώ να περπατήσω μέσα στο ανάκτορο του Μπρόντα γιατί θα με ξυλοκοπήσουν; Έλα και δες!». "I can not walk inside the palace of Broda because I will be beaten? Come and see! "

Και μπήκε πάλι στο ανάκτορο κι έριξε πίσω την κουκούλα του και παραμερίζοντας όποιον βρισκόταν μπροστά του προχώρησε προς το τραπέζι όπου καθόταν ο κύριος του σπιτιού και η γυναίκα του μαζί με άλλους Ανατολίτες άρχοντες. And he entered the palace again and threw back his hood and setting aside whoever was in front of him he proceeded to the table where the master of the house and his wife were sitting together with other Oriental lords. Τότε κάποιοι σηκώθηκαν κι ετοιμάστηκαν να τον αρπάξουν, αλλά τους πέταξε κάτω και φώναξε. Then some people got up and got ready to grab him, but he threw them down and shouted.

«Δεν κυβερνά κανείς αυτό το σπίτι, ή είναι άντρο των Ορκ; Πού είναι ο κύριος του σπιτιού;». "Doesn't anyone rule this house, or is it a cave of the Orcs? "Where is the master of the house?"

Τότε ο Μπρόντα σηκώθηκε εξοργισμένος. Then Broda got up angrily.

«Εγώ κυβερνώ αυτό το σπίτι», είπε. "I rule this house," he said.

Αλλά πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Τούριν του είπε: But before he could say anything, Turin told him:

«Τότε δεν έμαθες τους ευγενείς τρόπους που υπήρχαν σ' αυτήν τη χώρα πριν από σένα. "Then you did not learn the noble ways that existed in this country before you. Τώρα συνηθίζουν οι άνθρωποι να αφήνουν λακέδες να κακομεταχειρίζονται τους συγγενείς της γυναίκας τους; Τέτοιος είμαι κι έχω μια ερώτηση για τη Λαίδη Άεριν. Are people now accustomed to letting locks abuse their wife's relatives? I am like that and I have a question for Lady Aerin. Να έρθω ελεύθερα ή να έρθω όπως θέλω;». To come freely or to come as I want?

«Έλα», είπε ο Μπρόντα βλοσυρός. "Come on," Broda said angrily. Αλλά η Άεριν είχε χλωμιάσει. But Aerin was pale.

Τότε ο Τούριν πήγε στην υψηλή τράπεζα και στάθηκε μπροστά της και υποκλίθηκε. Then Turin went to the high bank and stood in front of her and bowed.

«Με συγχωρείς, Λαίδη Άεριν», είπε, «που σε ενοχλώ έτσι. "Forgive me, Lady Aerin," he said, "for bothering you like this. Αλλά η δουλειά μου είναι επείγουσα και μ' έφερε από μακριά. But my job is urgent and it brought me from afar. Αναζητώ τη Μόργουεν, Κυρία του Ντορ-λόμιν, και τη Νίενορ την κόρη της. I'm looking for Morwen, Lady of Dor-Lomin, and Nienor her daughter. Αλλά το σπίτι της είναι άδειο και λεηλατημένο. But her house is empty and looted. Τι μπορείς να μου πεις;». "What can you tell me?"

«Τίποτα», είπε η Άεριν με μεγάλο φόβο, γιατί ο Μπρόντα την παρακολουθούσε με στενεμένα μάτια. "Nothing," Aeryn said with great fear, for Broda was watching her with narrowed eyes.

«Αυτό δεν το πιστεύω», είπε ο Τούριν. "I do not believe that," Turin said.

Τότε ο Μπρόντα πετάχτηκε μπροστά και ήταν κατακόκκινος από μέθη και οργή. Then Broda was thrown forward and was red with intoxication and rage.

«Αρκετά!», φώναξε. "Enough!" He shouted. «Θα αφήσω έναν ζητιάνο που μιλά τη γλώσσα των δούλων να αντικρούει τη γυναίκα μου μπροστά μου; Δεν υπάρχει Κυρία του Ντορ-λόμιν. "Shall I let a beggar who speaks the language of slaves contradict my wife in front of me? There is no Lady of Dor-lomin. Όσο για τη Μόργουεν, ήταν από τους δούλους και το 'σκασε όπως κάνουν οι δούλοι. As for Morwen, she was one of the slaves and she ran away like the slaves do. Κάνε κι εσύ το ίδιο, και γρήγορα, αλλιώς θα βάλω να σε κρεμάσουν σε δέντρο!». Do the same, and quickly, otherwise I will hang you on a tree! "

Τότε ο Τούριν όρμησε πάνω του και τράβηξε το μαύρο του σπαθί και άρπαξε τον Μπρόντα από τα μαλλιά και του τράβηξε πίσω το κεφάλι. Then Turin rushed at him and drew his black sword and snatched Broda from his hair and pulled his head back.

«Μην κουνηθεί κανείς», είπε, «αλλιώς το κεφάλι του θα φύγει από τους ώμους του! "Let no one move," he said, "otherwise his head will fall off his shoulders!" Λαίδη Άεριν, θα σου ζητούσα να με συγχωρέσεις και πάλι καθ' ότι πιστεύω ότι αυτός ο άξεστος δεν σου έχει κάνει ποτέ τίποτε άλλο εκτός από κακό. Lady Aerin, I would ask you to forgive me again as I believe that this rude person has never done you anything but harm. Μίλα όμως τώρα και μη μου αρνιέσαι! But speak now and do not deny me! Είμαι ή δεν είμαι ο Τούριν, ο Κύριος του Ντορ-λόμιν; Πρέπει να σε διατάξω;». Am I or am I not Turin, the Lord of Dor-lomin? Do I have to order you? '

«Διάταξέ με», είπε η Άεριν. "Order me," Aerin said.

«Ποιος λεηλάτησε το σπίτι της Μόργουεν;» "Who ransacked Morwen's house?"

«Ο Μπρόντα», του απάντησε. "Broda," she replied.

«Πότε έφυγε η Μόργουεν και πού πήγε;» "When did Morwen leave and where did she go?"

«Έχει περάσει ένας χρόνος και τρεις μήνες», είπε η Άεριν. "It's been a year and three months," Aerin said. «Ο αφέντης Μπρόντα και άλλοι από τους Ξένους της Ανατολής εδώ γύρω την καταπίεζαν βαριά. "Master Broda and others from the Foreigners of the East around here oppressed her severely. Από καιρό την είχαν καλέσει στο Κρυμμένο Βασίλειο. She had long been invited to the Hidden Kingdom. Και ξεκίνησε επιτέλους για κει. And it finally started for there. Γιατί οι χώρες ενδιάμεσα είχαν απελευθερωθεί για λίγο από το κακό χάρη στην ικανότητα του Μαύρου Σπαθιού της νότιας χώρας, λένε. Because the countries in between had been liberated for a while from evil thanks to the ability of the Black Sword of the southern country, they say. Τώρα όμως αυτό τελείωσε. But now it's over. Περίμενε να βρει το γιο της να την περιμένει εκεί. She was waiting to find her son waiting for her there. Αλλά αν αυτός είσαι εσύ, τότε φοβάμαι ότι όλα πήγαν στραβά». "But if that's you, then I'm afraid everything went wrong."

Τότε ο Τούριν γέλασε πικρά. Then Turin laughed bitterly.

«Στραβά, στραβά;» φώναξε. "Wrong, wrong?" cried. «Ναι, πάντα στραβά: στραβά σαν τον Μόργκοθ!». "Yes, always wrong: wrong like Morgoth!" Και ξαφνικά τον διαπέρασε μια μαύρη οργή. And suddenly a black rage pierced him. Γιατί τα μάτια του άνοιξαν και λύθηκαν τα τελευταία νήματα της μαγείας του Γκλάουρουνγκ και κατάλαβε τα ψέματα με τα οποία τον είχε ξεγελάσει. Because his eyes were opened and the last threads of Glaurung's magic were untied and he understood the lies with which he had deceived him. «Με εξαπάτησαν για να έρθω και να πεθάνω εδώ ατιμασμένος, ενώ θα μπορούσα τουλάχιστον να τελειώσω γενναία τη ζωή μου μπροστά στις Πύλες του Νάργκοθροντ;». "I was deceived to come and die here dishonored, while I could at least end my life bravely in front of the Gates of Nargothrod?" Και ολόγυρα μέσα στη νύχτα του φάνηκε ότι άκουγε τις κραυγές της Φιντούιλας. And all night long he seemed to hear Fidouila screaming.

«Δεν θα πεθάνω πρώτος εδώ!» φώναξε. "I will not die first here!" cried. Και άρπαξε τον Μπρόντα και με τη δύναμη που του έδινε η μεγάλη αγωνία και η οργή του τον σήκωσε ψηλά και τον τράνταξε σαν να ήταν σκυλί. And he grabbed Broda and with the power that the great agony and his rage gave him, he lifted him up and shook him like a dog.

«Η Μόργουεν ήταν από τους δούλους είπες; Ω γιε δειλών, κλέφτη, σκλάβε σκλάβων!». "Morwen was one of the slaves, you said? O son of cowards, thief, slave of slaves! "

Και τότε πέταξε τον Μπρόντα πάνω από το ίδιο του το τραπέζι με το κεφάλι μπροστά, στα μούτρα ενός Ανατολίτη που σηκωνόταν για να επιτεθεί. And then he threw Broda over his own table with his head in front, in the face of an Oriental who was getting up to attack. Σε αυτή την πτώση ο λαιμός του Μπρόντα έσπασε. In this fall Broda's neck broke. Και ο Τούριν όρμησε και σκότωσε τρεις ακόμη που λούφαζαν τρομοκρατημένοι, γιατί είχαν βρεθεί άοπλοι. And Turin rushed in and killed three more who were terrified, because they had been found unarmed. Δημιουργήθηκε αναταραχή στο μέγαρο. There was a commotion in the mansion. Οι Ανατολίτες που παραβρίσκονταν θα ορμούσαν στον Τούριν, αλλά ήταν εκεί συγκεντρωμένοι και πολλοί άλλοι από τους παλιούς κατοίκους του Ντορ-λόμιν: για πολύν καιρό ήταν πειθήνιοι υπηρέτες, τώρα όμως ξεσηκώθηκαν με κραυγές επαναστατικές. The Orientals present would rush to Turin, but many of the old inhabitants of Dormolin were also gathered there: for a long time they were docile servants, but now they rose up in revolutionary shouts. Γρήγορα ξέσπασε μεγάλη μάχη και παρόλο που οι σκλάβοι είχαν μόνο μαχαίρια του κρέατος και ό,τι μπορούσαν να αρπάξουν για να αντιμετωπίσουν στιλέτα και σπαθιά, πολλοί σκοτώθηκαν γρήγορα και από τις δύο πλευρές πριν ορμήσει ο Τούριν ανάμεσά τους και σκοτώσει τους τελευταίους Ανατολίτες που παρέμεναν στο ανάκτορο. A great battle soon broke out, and although the slaves had only meat knives and whatever they could grab to face daggers and swords, many were quickly killed on both sides before Turin rushed in between them and killed the last Orientals left in the area. palace.

Μετά ξεκουράστηκε ακουμπώντας σ' έναν κίονα και η φωτιά της οργής του είχε γίνει τώρα σαν στάχτη. Then he rested leaning on a pillar and the fire of his rage had now turned to ashes. Όμως ο γερο-Σάντορ πλησίασε έρποντας και τον έπιασε από τα γόνατα, γιατί ήταν θανάσιμα τραυματισμένος. But old Santor approached crawling and grabbed him by the knees, because he was mortally wounded.

«Τρεις φορές εφτά χρόνια και παραπάνω ήταν μεγάλη αναμονή για την ώρα τούτη», είπε. "Three times seven years and more was a long wait for that time," he said. «Τώρα όμως φύγε, φύγε, κύριε! "But now go, go, sir! Φύγε και μην ξανάρθεις, παρά μόνο με μεγαλύτερη δύναμη. Leave and do not come back, except with greater force. Θα ξεσηκώσουν όλο τον τόπο εναντίον σου. They will turn the whole place against you. Πολλοί το έσκασαν από τ' ανάκτορο. Many ran out of the palace. Φύγε, αλλιώς θα 'χεις τέλος εδώ. Leave, otherwise you will end up here. Έχε γεια!». Farewell!". Και μετά γλίστρησε κάτω και πέθανε. And then he slipped down and died.

«Μίλησε με την αλήθεια του θανάτου», είπε η Άεριν. "Speak with the truth of death," Aerin said. «Έμαθες αυτά που ήθελες. "You learned what you wanted. Τώρα φύγε γρήγορα! Now leave quickly! Αλλά πήγαινε πρώτα στη Μόργουεν και παρηγόρησέ την, γιατί αλλιώς δύσκολα θα σου συγχωρήσω όλη αυτή την καταστροφή που έφερες εδώ. But go to Morwen first and comfort her, for otherwise I will hardly forgive you all this calamity you have brought here. Γιατί όσο κακή κι αν ήταν η ζωή μου, εσύ έφερες θάνατο με τη βία σου. Because no matter how bad my life was, you brought death by force. Οι Ξένοι θα εκδικηθούν γι' αυτήν τη νύχτα όλους όσοι βρίσκονταν εδώ. The Strangers will take revenge on everyone who was here tonight. Απερίσκεπτες είναι οι πράξεις σου, γιε του Χούριν, σαν να μην είσαι ακόμη παρά το παιδί που ήξερα». "Your actions are reckless, son of Hurin, as if you are still nothing but the child I knew."

«Και λιπόψυχη είναι η δική σου καρδιά, Άεριν, κόρη του Ίντορ, όπως ήταν τότε που σε ονόμαζα θεία και ακόμη και ένα άγριο σκυλί σε τρόμαζε», είπε ο Τούριν. "And your heart is fat, Aerin, daughter of Indor, as it was when I called you aunt and even a wild dog frightened you," Turin said. «Είσαι φτιαγμένη για έναν πιο καλοσυνάτο κόσμο. "You are made for a more benevolent world. Αλλά έλα! But come on! Θα σε πάω στη Μόργουεν». "I will take you to Morwen."

«Το χιόνι σκεπάζει όλη τη χώρα και πιο πολύ το κεφάλι μου», του απάντησε. "The snow covers the whole country and especially my head," he replied. «Θα πέθαινα στις ερημιές μαζί σου όσο γρήγορα θα πεθάνω και με τους βάναυσους Ανατολίτες. "I would die in the wilderness with you as soon as I die with the brutal Orientals. Δεν μπορείς να διορθώσεις αυτό που έκανες. You can not correct what you did. Φύγε! Go away! Αν μείνεις, θα τα κάνεις όλα χειρότερα και θα στερήσεις τη Μόργουεν από ένα γιο χωρίς κανένα σκοπό. If you stay, you will make things worse and deprive Morwen of a son for no purpose. Πήγαινε, σε ικετεύω!». Go, I beg you! "

Τότε ο Τούριν υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της και γύρισε κι έφυγε από τ' ανάκτορα του Μπρόντα. Then Turin bowed deep before her and turned and left Broda's palace. Όμως όσοι στασιαστές είχαν τη δύναμη τον ακολούθησαν. But those rebels who had the power followed him. Το έσκασαν προς τα βουνά, γιατί μερικοί ανάμεσά τους ήξεραν καλά τους δρόμους στις ερημιές και ευλογούσαν το χιόνι που έπεφτε πίσω τους και σκέπαζε τα ίχνη τους. They blew it towards the mountains, because some of them knew well the roads in the deserts and blessed the snow that fell behind them and covered their tracks. Έτσι, αν και γρήγορα άρχισε το ανθρωποκυνηγητό με πολλούς άντρες και σκυλιά και χλιμιντρίσματα αλόγων, ξέφυγαν νότια μέσα στους λόφους. So, although the manhunt quickly began with many men and dogs and horses galloping, they fled south into the hills. Μετά κοιτάζοντας πίσω είδαν ένα κόκκινο φως μακριά στο μέρος που είχαν αφήσει. Then looking back they saw a red light away in the place they had left.

«Έβαλαν φωτιά στο σπίτι», είπε ο Τούριν. "They set fire to the house," Turin said. «Για ποιο σκοπό το έκαναν αυτό;» "Why did they do that?"

«Έβαλαν φωτιά; Όχι, άρχοντα. "Set on fire; No, lord. Δεν έβαλαν τη φωτιά οι Ανατολίτες, την έβαλε η Λαίδη Άεριν, φαντάζομαι», είπε ένας, Άσγκον το όνομά του. "The Orientals did not set it on fire, Lady Aerin set it on fire, I imagine," said one, Asgon by name. «Πολλοί άντρες των όπλων παρερμηνεύουν την υπομονή και την ηρεμία. "Many men of arms misinterpret patience and calm. Η Λαίδη έκανε πολύ καλό σε πολλούς από μας με μεγάλο κόστος. Lady did very well to many of us at great cost. Δεν είναι λιπόψυχη, αλλά η υπομονή σπάει κι αυτή στο τέλος». "She is not fat, but her patience is broken in the end."

Μερικοί από τους πιο σκληραγωγημένους που μπορούσαν να αντέξουν τον χειμώνα, έμειναν με τον Τούριν και τον οδήγησαν από παράξενους δρόμους σ' ένα καταφύγιο στα βουνά, σε μια σπηλιά γνωστή σε παράνομους και περιπλανώμενους. Some of the toughest of winter survivors stayed with Turin and led him through strange roads to a mountain refuge, to a cave known to the outlaws and wanderers. Και ήταν κρυμμένα εκεί κάποια αποθέματα τροφίμων. And some food stocks were hidden there. Εκεί περίμεναν μέχρι που έπαψε το χιόνι και του έδωσαν τροφή και τον πήγαν σ' ένα πέρασμα που σπάνια το χρησιμοποιούσαν και οδηγούσε νότια στην Κοιλάδα του Σίριον, όπου δεν είχε φτάσει το χιόνι. There they waited until the snow stopped and fed him and took him to a passage that was rarely used and led south to the Valley of Sirion, where the snow had not reached. Στο κατηφορικό μονοπάτι χώρισαν. On the downhill path they parted.

«Έχε γεια τώρα, Κύριε του Ντορ-λόμιν», είπε ο Άσγκον «Όμως μη μας ξεχάσεις. "Hello now, Lord Dor-Lomin," said Asgon, "but do not forget us. Θα είμαστε κυνηγημένοι τώρα. We will be chased now. Και οι Λυκάνθρωποι θα γίνουν πιο σκληροί εξαιτίας του ερχομού σου. And the Werewolves will become tougher because of your coming. Γι' αυτό φύγε και μη γυρίσεις, εκτός αν έρθεις με μεγάλη δύναμη για να μας λυτρώσεις. So leave and do not return, unless you come with great force to redeem us. Έχε γεια!» Farewell!"