×

Nós usamos os cookies para ajudar a melhorar o LingQ. Ao visitar o site, você concorda com a nossa política de cookies.

Celebrate the Cup Save up to 45%
Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, VIII. Η Γη του Τόξου και το… – Texto para ler

Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, VIII. Η Γη του Τόξου και του Κράνους

Avançado 2 lição de Grego para praticar a leitura

Comece a aprender esta lição agora

VIII. Η Γη του Τόξου και του Κράνους

Τις μέρεςς που ακολούθησανν ο Μπέλεγκκ έκανεε πολλά́ για το καλό́ της Ομάδαςς. Φρόντισεε εκείνουςς που ήτανν τραυματισμένοιι ή́ άρρωστοιι και θεραπεύτηκανν γρήγοραα. Γιατί́ εκείνεςς τις μέρεςς τα Γκρίζαα Ξωτικά́ ήτανν ακόμηη έναςς ανώτεροςς λαόςς που διέθετεε μεγάληη δύναμηη, σοφόςς σε ό́,τι είχεε σχέσηη με τη ζωή́ και όλαα τα ζωντανά́ πλάσματαα. Και παρόλοο που ήτανν κατώτεροιι στις τέχνεςς και τη γνώσηη από́ τους Εξόριστουςς του Βάλινορρ, κατείχανν πολλέςς τέχνεςς πέραα από́ τη σφαίραα των Ανθρώπωνν.

Επί́ πλέονν ο Μπέλεγκκ ο Τοξότηςς ήτανν σπουδαίοςς ανάμεσαα στο λαό́ του Ντόριαθθ. Ήτανν δυνατόςς και ανθεκτικόςς και έβλεπεε μακριά́ όχιι μόνοο με τα μάτιαα αλλά́ και με τη σκέψηη και, αν χρειαζότανν, ήτανν γενναίοςς στη μάχηη, χρησιμοποιώνταςς όχιι μόνοο τα γοργά́ βέληη και το μακρύ́ του τόξοο, αλλά́ και το μεγάλοο σπαθί́ του, το Ανγκλάχελλ. Και το μίσοςς στην καρδιά́ του Μιμ όλοο και μεγάλωνεε, μισούσεε όλα τα Ξωτικά́, όπωςς έχουμεε πει, και έβλεπεε με φθόνοο την αγάπηη που είχεε ο Τούρινν για τον Μπέλεγκκ.

Ότανν πέρασεε ο χειμώναςς και ήρθεε το ξύπνημαα της φύσηςς και η άνοιξηη, οι παράνομοιι γρήγοραα είχανν πιο σκληρή́ δουλειά́ να κάνουνν. Η ισχύς του Μόργκοθθ ξαπλωνότανν και, σαν τα μακριά́ δάχτυλαα ενόςς χεριού́ που ψαχουλεύειι, οι προπομποί́ του στρατού́ του διερευνούσανν τις εισόδουςς στο Μπελέριανττ.

Ποιος γνωρίζειι τα σχέδιαα του Μόργκοθθ; Όποιοςς μπορεί́ να μετρήσειι την απλωσιά́ της σκέψηςς εκείνουυ που ήτανν ο Μέλκορρ, του ισχυρού́ ανάμεσαα στους Άινουρρ του Μεγάλουυ Τραγουδιού́, που τώραα, σκοτεινόςς άρχονταςς, καθότανν πάνωω στο σκοτεινό́ του θρόνοο στο Βορρά́, ζυγιάζονταςς με τη μοχθηρίαα του όλεςς τις ειδήσειςς που του έρχοντανν, είτεε από́ κατάσκοποο είτεε από́ προδότηη, βλέπονταςς με τα μάτιαα του νου του και καταλαβαίνονταςς για τις πράξειςς και τους σκοπούςς των εχθρώνν του πιο πολλά́ από́ όσαα φοβούντανν ακόμηη και οι πιο συνετοί́, με εξαίρεσηη τη Μέλιανν τη βασίλισσαα. Σ' αυτήνν απλώνοντανν συχνά́ οι σκέψειςς του, μα εκεί́ αποτύγχανανν στο σκοπό́ τους.

Εκείνηη τη χρονιά́, λοιπόνν, έστρεψεε την κακίαα του στις περιοχέςς δυτικά́ του Σίριον, όπουυ υπήρχανν ακόμηη δυνάμειςς που του εναντιώνοντανν. Η Γκοντόλινν έστεκεε ακόμηη, αλλά́ ήτανν κρυμμένηη. Για το Ντόριαθθ γνώριζεε, αλλά́ δεν μπορούσεε να εισβάλειι ακόμηη εκεί́. Πιο μακριά́ ακόμηη βρισκότανν το Νάργκοθρονττ, για το οποίοο κανείςς από́ τους υπηρέτεςς του δεν είχεε βρει ακόμηη το δρόμοο, έναα όνομαα που τους προκαλούσεε φόβοο.

Εκεί́ ζούσεε ο λαόςς του Φίνρονττ με κρυμμένεςς δυνάμειςς. Και μακριά́ από́ το Νότοο, πέραα από́ τα λευκά́ δάσηη με σημύδεςς του Νίμπρεθιλλ, από́ τα παράλιαα του Αρβέρνιενν και τις εκβολέςς του Σίριονν, φήμεςς έρχοντανν για τα Λιμάνιαα των Πλοίωνν. Δεν μπορούσεε να φτάσειι εκεί́ αν δεν έπεφτανν πρώταα όλαα τα άλλαα.

Έτσιι τώραα, ολοέναα και περισσότεροιι Ορκ κατέβαινανν από́ το Βορρά́. Έρχοντανν μέσαα από́ το Άναχχ, πήρανν το Ντίμπαρρ και λυμαίνοντανν όλαα τα βόρειαα σύνοραα του Ντόριαθθ. Κατέβαινανν από́ τον αρχαίοο δρόμοο μέσαα από́ τη μακριά́ στενωπό́ του Σίριονν, περνούσανν το νησί́ όπουυ κάποτεε στεκότανν η Μίναςς Τίριθθ του Φίνρονττ και από́ κει διέσχιζανν τη γη ανάμεσαα στον Μάλντουινν και τον Σίριονν και, περνώνταςς από́ το δάσοςς του Μπρέθιλλ, έφτανανν στις Διαβάσειςς του Τέιγκλινν. Από́ κει ο παλιόςς δρόμοςς έμπαινεε στη Φυλαγμένηη Πεδιάδαα και κατόπινν, περνώνταςς δίπλαα από́ τους πρόποδεςς των υψιπέδωνν που κατόπτευανν το Άμονν Ρουδ, κατέβαινεε στην κοιλάδαα του Νάρογκκ και έφτανεε τελικά́ στο Νάργκοθρονττ. Όμωςς οι Ορκ ακόμηη δεν είχανν προχωρήσειι πολύ́ σε αυτόνν το δρόμοο. Γιατί́ τώραα στις ερημιέςς υπήρχεε έναςς τρόμοςς κρυφόςς και πάνωω στον κόκκινοο λόφοο υπήρχανν μάτιαα που έβλεπανν τα πάνταα και που τίποταα δεν τους προειδοποιούσεε γι' αυτά́.

Εκείνηη την άνοιξηη ο Τούρινν φόρεσεε πάλιι το Κράνοςς του Χάντορρ και ο Μπέλεγκκ ήτανν χαρούμενοςς. Στην αρχή́ η ομάδαα τους είχεε λιγότερουςς από́ πενήνταα άντρεςς, αλλά́ η τέχνηη του Μπέλεγκκ και η ανδρείαα του Τούρινν έκανανν τους εχθρούςς τους να νομίζουνν ότιι πρόκειταιι για ολόκληροο στρατό́. Κυνηγούσανν τους ανιχνευτέςς των Ορκ, κατασκόπευανν τα στρατόπεδάά τους και, αν συγκεντρώνοντανν για να περάσουνν με μεγάλεςς δυνάμειςς από́ κάποιαα στενά́, πεταγότανν πίσωω από́ τους βράχουςς ή́ από́ τη σκιά́ των δέντρωνν το Δρακοκράνοςς και οι άντρεςς του, ψηλοί́ και άγριοιι. Γρήγοραα οι αρχηγοί́ των Ορκ έτρεμανν και μόνοο που άκουγανν το κέραςς του στους λόφουςς και τρέποντανν σε φυγή́ πριν ακόμηη σφυρίξειι βέλοςς ή́ τραβηχτεί́ σπαθί́.

--

Όπωςς ειπώθηκεε, ότανν ο Μιμ παρέδωσεε τη μυστική́ κατοικίαα του στο Άμονν Ρουδ στον Τούρινν και την ομάδαα του, απαίτησεε εκείνοςς ο οποίοςς εξαπέλυσεε το βέλοςς που σκότωσεε το γιο του να σπάσειι το τόξοο και τα βέληη του και να τα βάλειι στα πόδιαα του Κιμ. Και αυτόςς ο άνθρωποςς ήτανν ο Αντρόγκκ. Τότεε ο Αντρόγκκ με μεγάλοο θυμό́ έκανεε αυτό́ που ζήτησεε ο Μιμ. Επί́ πλέονν, ο Μιμ δήλωσεε ότιι ο Αντρόγκκ δεν πρέπειι να ξαναπιάσειι τόξοο και βέλοςς και τον καταράστηκεε, αν πιάσειι, να πεθάνειι με αυτό́ τον τρόποο.

Την άνοιξηη εκείνηςς της χρονιάςς ο Αντρόγκκ αψήφησεε την κατάραα του Μιμ και πήρεε πάλιι το τόξοο σε μια επιδρομή́ από́ το Μπαρ-εν-Ντάνγουεδδ. Και σε αυτή́ την επιδρομή́ τον χτύπησεε έναα δηλητηριασμένοο βέλοςς των Ορκ και τον έφερανν πίσωω ετοιμοθάνατοο και με δυνατούςς πόνουςς. Αλλά́ ο Μπέλεγκκ θεράπευσε το τραύμαα του. Και τώραα το μίσοςς που έτρεφεε ο Μιμ για τον Μπέλεγκκ μεγάλωσεε ακόμηη περισσότεροο, γιατί́ με αυτό́ τον τρόποο καθιστούσεε ανεκπλήρωτηη την κατάραα του. Όμωςς «θα τον δαγκώσειι πάλι», είπεε.

--

Εκείνηη τη χρονιά σε όλαα τα μήκηη και τα πλάτηη του Μπελέριανττ απλώθηκεε η φήμηη, κάτωω από́ δέντραα και πάνωω από́ ρυάκιαα και μέσαα από́ τα περάσματα των λόφωνν, ότιι το Τόξοο και το Κράνος που είχανν πέσειι στο Ντίμπαρρ (όπωςς πίστευανν) εμφανίστηκανν ξανά́ παρά́ τις όποιεςς ελπίδεςς. Τότεε πολλοί και Ξωτικά́ και Άνθρωποιι, που ήτανν χωρίςς αρχηγό́, διωγμένοιι αλλά́ απτόητοιι, απομεινάριαα από́ μάχες και ήττεςς και εκτάσεις κατεστραμμένεςς, αναθάρρησανν πάλιι και ήρθανν και αναζήτησανν τους Δύοο Αρχηγούςς, αν και κανείςς δεν ήξερεε ακόμηη πού́ βρίσκεταιι το οχυρό́ τους. Ο Τούρινν δεχότανν ευχαρίστωςς όσουςς έρχοντανν, αλλά́ ακολουθώνταςς τη συμβουλή́ του Μπέλεγκκ δεν πήγαινεε κανένανν νεοφερμένοο στο καταφύγιόό του πάνω στο Άμονν Ρουδ, που τώραα είχεε ονομαστεί́ Έχανττ ι Σέντρυνν (Στρατόπεδοο των Πιστώνν). Ο δρόμοςς ήτανν γνωστόςς μόνοο στην Παλιά́ Ομάδαα και κανείςς άλλος δεν γινότανν δεκτόςς. Όμωςς έφτιαξανν άλλαα στρατόπεδαα και οχυρά́ τριγύρωω: στο δάσοςς ανατολικά́ ή́ στα υψίπεδαα ή́ στις νότιεςς φτέρεςς, από́ το Μέθεντ-εν-γκλανττ («το Τέλοςς του Δάσουςς»), νότιαα των Διαβάσεωνν του Τέιγκλινν, μέχριι το Μπαρ-έριμππ, μερικέςς λεύγεςς νότιαα του Άμονν Ρουδ, στην κάποτεε εύφορηη γη ανάμεσα στον Νάρογκκ και τους Βάλτουςς του Σίριον. Από́ όλαα αυτά́ τα μέρηη οι άντρεςς έβλεπανν την κορυφή́ του Άμονν Ρουδ και με σήματαα λάβαινανν ειδήσειςς και εντολέςς.

Με αυτό́ τον τρόποο, πριν περάσειι το καλοκαίριι, ο Τούρινν είχεε αποκτήσειι πολλούςς άνδρεςς και οι δυνάμειςς της Άνγκμπανττ αναχαιτίστηκανν. Αυτό́ μαθεύτηκεε ακόμηη και στο Νάργκοθρονττ και άρχισανν εκεί́ πολλοί́ να ανυπομονούνν, λέγονταςς ότιι αν έναςς παράνομοςς μπορεί́ να βλάψειι τόσοο πολύ́ τον Εχθρό́, τι θα μπορούσεε να κάνειι ο Κύριοςς του Νάρογκκ. Αλλά́ ο Ορόντρεθθ, βασιλιάςς του Νάργκοθρονττ, δεν άλλαζεε τα σχέδιάά του. Ακολουθούσεε σε όλαα τον Θίνγκολλ με τον οποίοο αντάλλασσεε αγγελιαφόρουςς μυστικά́.

Και ήτανν συνετόςς άρχονταςς, σύμφωναα με τη σοφίαα εκείνωνν που υπολογίζουν πρώταα το λαό́ τους και το πόσοο μπορούνν να διατηρήσουνν τη ζωή τους και τα πλούτηη τους, ενάντιαα στην απληστίαα του Βορρά́. Έτσιι δεν άφηνεε κανένανν από́ τους υπηκόουςς του να πάνεε στον Τούρινν και έστειλεε αγγελιαφόρουςς να του πουν πως ό́,τι κι αν κάνειι ή́ επινοήσειι στο δικό́ του πόλεμοο, δεν πρέπειι να πατήσειι το πόδιι του στη γη του Νάργκοθρονττ ούτεε να οδηγήσειι εκεί́ τους Ορκ. Όμωςς πρόσφερεε άλληη βοήθειαα εκτόςς της πολεμικήςς στους Δύοο Αρχηγούςς αν την χρειάζονταν (και σ' αυτό́ πιστεύεταιι ότιι ακολουθούσεε τη συμβουλή́ του Θίνγκολλ και της Μέλιανν).

Τότεε ο Μόργκοθθ συγκράτησεε τις δυνάμειςς του, αν και επιχειρούσεε συχνά́ προσποιητέςς επιθέσειςς, ώστεε με τις εύκολεςς νίκεςς η σιγουριά́ των επαναστατώνν να γίνειι υπερφίαληη. Και όντωςς έτσιι έγινεε, γιατί́ ο Τούρινν έδωσεε τώραα το όνομαα Ντορ-Κούαρθολλ σε όληη την περιοχή́ ανάμεσαα στον Τέιγκλινν και το δυτικό́ βάλτοο του Ντόριαθθ και, παίρνονταςς την κυριαρχίαα της, έδωσεε νέοο όνομαα στον εαυτό́ του, Γκόρθολλ, το Κράνοςς του Τρόμουυ. Και η καρδιά́ του έγινεε αλαζονική́. Και ο Μπέλεγκκ σκεφτότανν ότιι το Κράνοςς είχεε διαφορετική́ επίδρασηη στον Τούρινν από́ κείνηη που ανέμενεε. Και αναλογιζόμενοςς τις μέρεςς που έρχοντανν, προβληματιζότανν.

Μια μέραα, καθώςς αργοπερνούσεε το καλοκαίριι, καθότανν μαζί́ με τον Τούρινν στο Έχανττ και ξεκουράζοντανν μετά́ από́ μια πολύωρηη συμπλοκή́ και πορείαα. Ο Τούρινν είπεε στον Μπέλεγκκ:

«Γιατί́ είσαιι θλιμμένοςς και σκεφτικόςς; Δεν πηγαίνουνν όλαα καλά́ από́ τότεε που γύρισεςς κοντά́ μου; Δεν αποδείχτηκεε καλόςς ο σκοπόςς μου;»

«Όλα πάνεε καλά́ τώραα», είπεε ο Μπέλεγκκ. «Οι εχθροί́ μας είναιι ακόμηη αιφνιδιασμένοιι και φοβισμένοιι. Και οι μέρεςς μπροστά́ μας θα είναιι καλέςς -για λίγοο ακόμηη».

«Και μετά́;» είπεε ο Τούρινν.

«Μετά́ χειμώναςς», απάντησεε ο Μπέλεγκκ. «Και μετά́ άλληη μια χρονιά́, για όσουςς ζήσουνν να τη δουν».

«Και μετά́;»

«Η οργή́ της Άνγκμπανττ. Κάψαμεε τα ακροδάχτυλαα του Μαύρουυ Χεριού́ -τίποταα παραπάνωω. Δεν θα κάνειι πίσωω».

«Όμωςς η οργή́ της Άνγκμπανττ δεν είναιι ακριβώςς ο σκοπόςς και η χαρά́ μας;» είπεε ο Τούρινν. «Τι άλλοο θα ήθελες να κάνωω; »

«Ξέρειςς πολύ́ καλά́», απάντησεε ο Μπέλεγκκ. «Αλλά́ γι' αυτόνν το δρόμοο μου έχειςς απαγορεύσειι να μιλώ́. Άκουσέέ με τώραα όμωςς. Ο βασιλιάςς ή́ αρχηγόςς μιας μεγάληςς στρατιάςς έχειι πολλέςς ανάγκεςς.

Πρέπειι να έχειι έναα ασφαλέςς καταφύγιοο. Και πρέπειι να έχειι πλούτοο και πολλούςς που η δουλειά́ τους να μην είναιι ο πόλεμοςς. Με τους πολυάριθμουςς έρχεταιι και η ανάγκηη για τρόφιμαα, περισσότεραα από́ όσαα μπορεί́ να δώσειι η γη στους κυνηγούςς. Και έτσιι χάνεταιι η μυστικότηταα.

Το Άμονν Ρουδ είναιι καλό́ μέροςς για λίγουςς -έχειι μάτιαα και αυτιά́. Αλλά́ είναιι ξεμοναχιασμένοο και φαίνεταιι από́ μακριά́. Και δεν χρειάζεταιι μεγάληη δύναμηη για να περικυκλωθεί́ -εκτόςς αν το υπερασπίζεταιι έναςς στρατόςς πολύ́ μεγαλύτεροςς απ' αυτόνν που διαθέτουμεε τώραα ή́ κι από́ όσονν μπορούμεε να διαθέσουμεε ποτέ́».

«Παρ' όλαα αυτά́, θέλωω να είμαιι αρχηγόςς του δικού́ μου στρατού́», είπεε ο Τούρινν. «Και αν πέσωω, τότεε θα πέσωω. Εδώ́ βρίσκομαιι στο δρόμοο του Μόργκοθθ, και όσοο είμαιι εδώ́, δεν μπορεί́ να χρησιμοποιήσειι τον δρόμοο προς Νότοο».

--

Η είδησηη για το Δρακοκράνοςς στη γη δυτικά́ του Σίριονν έφτασεε γρήγοραα στα αυτιά́ του Μόργκοθθ και γέλασεε, γιατί́ τώραα ο Τούρινν του είχεε αποκαλυφθεί́ πάλιι, αφού́ για τόσονν καιρό́ τον είχεε χάσειι μέσαα στις σκιέςς και κάτωω από́ τα πέπλαα της Μέλιανν. Άρχισεε όμωςς να φοβάταιι ότιι ο Τούρινν θα αποκτούσεε τόσοο μεγάληη δύναμηη, που η κατάραα που είχεε ρίξειι πάνωω του θα ακυρωνότανν και ο ίδιοςς θα ξέφευγεε από́ την καταδίκηη που είχεε σχεδιάσειι γι' αυτόνν ή́, αλλιώςς, ότιι θα επέστρεφεε στο Ντόριαθθ και θα τον έχανεε πάλιι. Έτσιι τώραα ήθελεε να συλλάβειι τον Τούρινν και να τον βασανίσειι όπωςς τον πατέραα του, να τον κάνειι να υποφέρειι και να τον υποδουλώσειι.

Ο Μπέλεγκκ είχεε δίκιοο ότανν είπεε στον Τούρινν ότιι απλώςς είχανν κάψειι τα δάχτυλαα του Μαύρουυ Χεριού́ και ότιι εκείνοο δεν θα υποχωρούσεε. Όμωςς ο Μόργκοθθ έκρυψεε τα σχέδιάά του και για έναα διάστημαα αρκέστηκεε να στέλνειι τους πιο ικανούςς ανιχνευτέςς του. Και πριν περάσειι πολύςς καιρόςς, το Άμονν Ρουδ ήτανν περικυκλωμένοο από́ κατασκόπουςς που καραδοκούσανν απαρατήρητοιι στην περιοχή́ και δεν έκανανν καμιά́ κίνησηη ενάντιαα στις ομάδεςς των ανθρώπωνν που έμπαινανν και έβγαινανν.

Αλλά́ ο Μιμ είχεε αντιληφθεί́ την παρουσίαα Ορκ στις περιοχέςς γύρωω από́ το Άμονν Ρουδ και το μίσοςς που είχεε για τον Μπέλεγκκ οδήγησεε τώραα τη σκοτεινιασμένηη καρδιά́ του σε μια μοχθηρή́ απόφασηη. Μια μέραα προς από́ το τέλοςς της χρονιάςς είπεε στους άντρεςς στο Μπαρ-εν-Ντάνγουεδδ ότιι πηγαίνειι με το γιο του τον Ίμπουνν να ψάξειι για ρίζεςς για το χειμωνιάτικοο απόθεμάά τους. Αλλά́ ο πραγματικόςς σκοπόςς του ήτανν να αναζητήσειι τους υπηρέτεςς του Μόργκοθθ και να τους οδηγήσειι στο κρησφύγετοο του Τούρινν. *(*Λέγεταιι όμωςς και μια άλληη εκδοχή́, ότιι ο Μιμ δεν συνάντησεε τους Ορκ σκόπιμαα. Η σύλληψηη του γιου του και η απειλή́ τους να τον βασανίσουνν ήτανν που οδήγησεε τον Μιμ στην προδοσίαα του.)

Παρ' όλαα αυτά́ προσπάθησεε να θέσειι κάποιουςς όρουςς στους Ορκ, που γέλασανν μαζί́ του, αλλά́ ο Μιμ τους είπεε ότιι δεν ξέρουνν τίποταα αν πιστεύουνν ότιι θα μπορέσουνν να μάθουνν κάτιι βασανίζονταςς ένανν Μικρονάνοο. Τότεε τον ρώτησανν ποιοι μπορεί́ να είναιι αυτοί́ οι όροιι και ο Μιμ κατέθεσεε τις απαιτήσειςς του: να τον πληρώσουνν το βάροςς κάθεε άντραα που θα πιάσουνν ή́ θα σκοτώσουνν σε σίδηροο, το δε βάροςς του Τούρινν και του Μπέλεγκκ σε χρυσό́. Το σπίτιι του, ότανν θα απαλλαχτεί́ από́ τον Τούρινν και την ομάδαα του, να το αφήσουνν στον ίδιοο χωρίςς να το πειράξουνν. Να αφήσουνν τον Μπέλεγκκ εκεί́ δεμένοο για να ασχοληθεί́ μαζί́ του ο Μιμ. Και να αφήσουνν ελεύθεροο τον Τούρινν.

Οι απεσταλμένοιι του Μόργκοθθ συμφώνησανν αμέσωςς με αυτούςς τους όρουςς, χωρίςς να έχουνν σκοπό́ να εκπληρώσουνν ούτεε τον πρώτοο ούτεε τον δεύτεροο. Ο αρχηγόςς των Ορκ σκέφτηκεε ότιι μπορεί́ κάλλισταα ν' αφήσειι τη μοίραα του Μπέλεγκκ στα χέριαα του Μιμ, αλλά́ να μην αφήσειι ελεύθεροο τον Τούρινν. "Ζωντανό́ στην Άνγκμπανττ" ήτανν οι διαταγέςς του. Συμφώνησεε στους όρουςς, αλλά́ επέμεινεε να κρατήσουνν τον Ίμπουνν όμηροο.

Και τότεε ο Μιμ άρχισεε να φοβάταιι και προσπάθησεε να υπαναχωρήσειι από́ το εγχείρημάά του, διαφορετικά́ να διαφύγειι. Αλλά́ οι Ορκ είχανν το γιο του κι έτσιι ο Μιμ υποχρεώθηκεε να τους οδηγήσειι στο Μπαρ-εν Ντάνγουεδδ. Έτσιι προδόθηκεε το Σπίτιι των Λύτρωνν.

Έχειι αναφερθεί́ ότιι ο πέτρινοςς όγκοςς στην κορυφή́ του Άμονν Ρουδ ήτανν γυμνόςς και επίπεδοςς από́ πάνωω, αλλά́ αν και οι πλαγιέςς ήτανν απότομεςς, μπορούσεε κανείςς να φτάσειι στην κορυφή́ ανεβαίνονταςς από́ σκαλοπάτιαα πελεκημέναα στο βράχοο, που ξεκινούσανν από́ το γείσωμαα μπροστά́ στην είσοδοο του σπιτιού́ του Μιμ. Στην κορυφή́ υπήρχανν φύλακεςς και προειδοποίησανν για την προσέγγισηη του εχθρού́. Οι Ορκ όμωςς, οδηγημένοιι από́ τον Μιμ, έφτασανν στο επίπεδοο γείσωμαα μπροστά́ στην πόρταα και ο Τούρινν και ο Μπέλεγκκ απωθήθηκανν στην είσοδοο του Μπαρ-εν-Ντάνγουεδδ. Μερικοί́ από́ τους άντρεςς που προσπάθησανν να ανεβούνν τα σκαλοπάτιαα στο βράχοο σκοτώθηκανν από́ κάτωω από́ βέληη των Ορκ.

Ο Τούρινν και ο Μπέλεγκκ υποχώρησανν μέσαα στη σπηλιά́ και κύλησανν ένανν μεγάλοο βράχοο στο άνοιγμαα. Σ' αυτήνν τη δύσκοληη κατάστασηη ο Αντρόγκκ τους αποκάλυψεε την κρυφή́ σκάλαα που οδηγούσεε στην επίπεδηη κορυφή́ του Άμονν Ρουδ, την οποίαα είχεε ανακαλύψειι ότανν χάθηκεε μέσαα στις σπηλιέςς, όπωςς έχουμεε αναφέρειι. Τότεε ο Τούρινν και ο Μπέλεγκκ με πολλούςς από́ τους άντρεςς τους ανέβηκανν από́ αυτήνν τη σκάλαα και βγήκανν στην κορυφή́, αιφνιδιάζονταςς τους λίγουςς Ορκ που είχανν ανεβεί́ ήδηη εκεί́ από́ την εξωτερική́ σκάλαα και πετώνταςς τους στο κενό́. Για λίγοο κατάφερανν να απωθήσουνν τους Ορκ που ανέβαινανν στο βράχοο, αλλά́ δεν είχανν καταφύγιοο πάνωω στη γυμνή́ κορυφή́ και πολλοί́ σκοτώθηκανν από́ κάτωω. Πιο γενναίοςς απ' όλουςς ήτανν ο Αντρόγκκ, που έπεσεε θανάσιμαα τραυματισμένοςς από́ έναα βέλοςς στην κορυφή́ της εξωτερικήςς σκάλαςς.

Τότεε ο Τούρινν και ο Μπέλεγκκ με τους δέκαα άνδρεςς που τους είχανν απομείνειι υποχώρησανν στο κέντροο της κορυφήςς, όπουυ υπήρχεε μια όρθιαα πέτραα, και κάνονταςς ένανν δακτύλιοο γύρωω της συνέχισανν να αμύνονταιι μέχριι που σκοτώθηκανν όλοιι εκτόςς από́ τον Μπέλεγκκ και τον Τούρινν, στους οποίουςς οι Ορκ έριξανν δίχτυαα. Τον Τούρινν τον έδεσανν και τον πήρανν μαζί́ τους. Τον Μπέλεγκκ, που ήτανν τραυματισμένοςς, τον έδεσανν κι αυτόνν, αλλά́ τον άφησανν εκεί́ με τους καρπούςς και τους αστραγάλουςς δεμένουςς σε σιδερένιουςς πίρουςς καρφωμένουςς στην πέτραα.

Οι Ορκ βρήκανν το άνοιγμαα της μυστικήςς σκάλαςς και κατεβαίνονταςς από́ την κορυφή́ μπήκανν στο Μπαρ-εν-Ντάνγουεδδ και το βεβήλωσανν και το λεηλάτησανν. Δεν βρήκανν τον Μιμ, που παρέμενεε κρυμμένοςς μέσαα στις σπηλιέςς του, και ότανν έφυγανν από́ το Άμονν Ρουδ, ο Μιμ εμφανίστηκεε στην κορυφή́ και, πηγαίνονταςς εκεί́ όπουυ κειτότανν ο Μπέλεγκκ ακινητοποιημένοςς, τον κοίταξεε χαιρέκακαα ενώ́ ακόνιζεε έναα μαχαίριι.

Αλλά́ ο Μιμ και ο Μπέλεγκκ δεν ήτανν οι μόνοιι ζωντανοί́ πάνωω στο πέτρινοο ύψωμαα. Ο Αντρόγκκ, αν και θανάσιμαα τραυματισμένοςς, πλησίασεε έρπονταςς ανάμεσαα στα πτώματαα και αρπάζονταςς έναα σπαθί́ προσπάθησεε να καρφώσειι τον Νάνοο. Ο Μιμ, στριγκλίζονταςς από́ φόβοο, έτρεξεε στην άκρηη του γκρεμού́ και εξαφανίστηκεε κατεβαίνονταςς έναα απότομοο και δύσβατοο μονοπάτιι που ήξερεε. Ο Αντρόγκκ, επιστρατεύονταςς τις τελευταίεςς του δυνάμειςς, έκοψεε τα λουριά́ και τις αλυσίδεςς που έδενανν τον Μπέλεγκκ και τον ελευθέρωσεε. Και πεθαίνονταςς είπεε:

«Τα τραύματάά μου είναιι πολύ́ βαριά́ ακόμηη και για τα δικά́ σου γιατροσόφιαα».

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE