×

Nós usamos os cookies para ajudar a melhorar o LingQ. Ao visitar o site, você concorda com a nossa política de cookies.

Inscreva-se gratuitamente
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 25. ΚΕ'. Δυο χρόνια πέρασαν (1)

25. ΚΕ'. Δυο χρόνια πέρασαν (1)

Δυο χρόνια πέρασαν, και ο πόλεμος εξακολουθούσε. Ν' ανασάνει δεν άφηνε τον εχθρό ο ακούραστος Βουλγαροκτόνος. Αφού πήρε πίσω τα Βοδενά, την άνοιξη του 1015, κι έχτισε δυο καινούρια κάστρα για να διαφεντεύουν τη χώρα από το μέρος της κλεισούρας, γύρισε πάλι στη Θεσσαλονίκη, επειδή η εποχή ήταν πια πολύ προχωρημένη για καινούριες εκστρατείες. Ενόσω ετοίμαζε το στρατό του για να τον ξαναβγάλει την ακόλουθη άνοιξη, μια χειμωνιάτικη μέρα παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη κάποιος αποσταλμένος του Γαβριήλ Ρωμανού, του Τσάρου των Βουλγάρων. Ήταν ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος, ο μυστικοσύμβουλος του Ρωμανού, κι έφερνε γράμματα υπογραμμένα από τον Τσάρο, που υπόσχουνταν όχι μόνο να υποταχθεί, αλλά και να τον υπηρετήσει στο μέλλον πιστά.

Τα γράμματα όμως αυτά και οι λαμπρές υποσχέσεις του φάνηκαν του Βασιλείου σαν πολύ υπερβολικά και ύποπτα. Φώναξε λοιπόν τους στρατηγούς του σε συμβούλιο και, αφού τους εξήγησε τις υποψίες του, αποφάσισαν να περιμένουν λίγες μέρες πριν δώσουν απάντηση. Στο μεταξύ ο Αυτοκράτορας έμαθε από τους κατασκόπους του πως ενόσω ο γλυκόλαλος και ύπουλος Ρωμαίος ζητούσε να τον αποκοιμίσει με υποσχέσεις και κολακείες, ο Ρωμανός ενεργούσε με κάθε τρόπο να επαναστατήσει την Πελαγονία και τα Μογλενά, και παντού σήκωνε στρατό για να πέσει στις χαμένες επαρχίες και να τις πάρει πίσω. Τότε ο Βασίλειος έδιωξε περιφρονητικά τον Χειρότμητο τον Ρωμαίο, και με τις πρώτες καλοκαιρίες του 1016, ξεκίνησε εναντίον των Μογλενών, αποφασισμένος να μην αφήσει πια τους Βουλγάρους ούτε ν' ανασάνουν. Η εκστρατεία αυτή ήταν από τις πιο ένδοξες και τις πιο αποτελεσματικές. Εμπρός είχε στείλει ο Βασίλειος τον Νικηφόρο Ξιφία, τον ήρωα του Κλειδιού, και τον Κωνσταντίνο Διογένη, Κατεπάνω της Θεσσαλονίκης, μ' εντολή να καταστρέψουν όλη την περιφέρεια των Μογλενών. Ύστερα έφθασε κι εκείνος, και αμέσως άρχισε η πολιορκία του κάστρου.

Στο κάστρο μέσα ήταν δυο από τους γενναιότερους άρχοντες της Βουλγαρίας, ο Ιλίτζης, στρατηγός των Μογλενών, και ο Δομετιανός Κασκάνος, αποφασισμένοι και οι δυο να βαστάξουν ως το τέλος. Μα ο Βασίλειος έστρεψε τα νερά που περιτριγύριζαν και προστάτευαν το φρούριο, ύστερα γκρέμισε τους τοίχους, όπως είχε κάνει στα Βοδενά, και στο τέλος οι γενναίοι υπερασπιστές, βλέποντας πως ήταν πια αδύνατο να διαφεντέψουν τη χώρα τους, αποφάσισαν να παραδοθούν και να ζητήσουν έλεος. Αλλά σε αυτή την περίσταση ο Βασίλειος, βαριεστημένος από τα γελάσματα των Βουλγάρων, έδειξε αμείλικτη αυστηρότητα. Όλους τους μάχιμους κατοίκους τους έστειλε στη Μικρασία, στα σύνορα της Περσίας. Των άλλων που έμεναν πήρε ό,τι περιουσία είχαν, και ύστερα έκαψε το φρούριο και δεν άφησε παρά τα ερείπια που φαίνουνται ακόμα. Πέντε μέρες αφού έπεσε το φρούριο, έξαφνα παρουσιάζεται πάλι στο ελληνικό στρατόπεδο ο Ρωμαίος ο Χειρότμητος με καινούρια γράμματα. Αυτή τη φορά ήταν υπογραμμένα από τον Ιωάννη Βλαδισλάβ, και ανήγγελναν πως ο ίδιος, με το χέρι του, είχε σκοτώσει τον εξάδελφό του, τον Γαβριήλ Ρωμανό, καθώς και τη γυναίκα του, στο Πετρίσκον, και πως έμενε αυτός μόνος κυρίαρχος της Βουλγαρίας.

- Να παρουσιαστεί ευθύς ο Χειρότμητος! πρόσταξε ο Βασίλειος.

Και σαν τον είδε μπροστά του, ταπεινό και γλυκομίλητο όπως την πρώτη φορά:

- Ώστε ο Βλαδισλάβ σκότωσε το σωτήρα του; είπε με σουφρωμένα φρύδια. Και μου μηνά εμένα πίστη και υποταγή; Πώς μπορώ τέτοιον άνθρωπο να τον πιστέψω;

Με δουλόπρεπη βία προσκύνησε ο Ρωμαίος και χτύπησε το μέτωπό του στο πάτωμα.

- Τρανότατε και άγιε Δέσποτα, είπε χωρίς να τολμήσει να σηκώσει τα μάτια. Η πράξη αυτή του Βλαδισλάβ πρέπει περισσότερο παρά κάθε άλλο να σου αποδείξει την αφοσίωση και την αγάπη του. Το σωτήρα του, όπως λέει η αυτοκρατορική Μεγαλειότης σου, τον σκότωσε με το χέρι του, ίσα - ίσα επειδή ο προδότης Ρωμανός σε γέλασε και πάτησε την πίστη που σου είχε ορκιστεί.

Περιφρονητικά τον ατένισε ο Βασίλειος.

- Του προδότη αυτού, όπως τον ονομάζεις, ως χθες ακόμα ήσουν εσύ ταπεινός δούλος και κόλακας! είπε με θυμό. Και τώρα γύρισες δούλος του φονιά του! Σήκω και πήγαινε, Ρωμαίε. Πες του αφέντη σου πως τα λόγια του θα τα πιστέψω μόνο όταν πλάγι στη δική του υπογραφή δω και τις υπογραφές όλων των βολιάδων που έμαθα να εκτιμώ τα ονόματά τους. Πήγαινε! Τους όρους που επιβάλλω θα τους δει ο αφέντης σου στο έγγραφο αυτό.

Ο Ρωμαίος πήρε το γράμμα με τη χρυσή σφραγίδα που του έτεινε ένας υπασπιστής, προσκύνησε πάλι ως χάμω και βγήκε τσακισμένος σε δυο από τις υποκλίσεις. Ήταν καταχαρούμενος, γιατί η χρυσή βούλα ήταν απόδειξη πως ο Βασίλειος θεωρούσε ακόμα τον Ιωάννη Βλαδισλάβ ηγεμόνα ανεξάρτητο.

- Ώστε ο πόλεμος και τα βάσανα μας κοντεύουν πια να τελειώσουν; είπε ο Νικηφόρος Ξιφίας σιμώνοντας μερικούς άλλους στρατηγούς που έβγαιναν και αυτοί από την αυτοκρατορική σκηνή.

Ο Δαφνομήλης σούφρωσε τα χείλια του με ύφος ανθρώπου που δεν πιστεύει.

- Να δούμε πρώτα τις υπογραφές, είπε. Αυτή η χρυσαλοιφή ο κουλός δε με πείθει! Αν δε δω την υπογραφή του Κρακρά και του Ιβάτζη...

- Μπα! διέκοψε ο Ξιφίας, τώρα πια που έπεσε ο Δομετιανός Κασκάνος και ο Ιλίτζης, τι θες να κάνουν οι άλλοι;

- Μένει ο άλλος Κασκάνος, ο αδελφός του Δομετιανού. Κι εκείνος είναι ίσως ο χειρότερος από τους δυο, αποκρίθηκε ο Δαφνομήλης.

- Δεν ακούς; είπε ο Γεώργιος Γονιτσιάτης. Αυτός ο Κασκάνος προτείνει να υπηρετήσει τον Αύγουστο.

Ο Κωνσταντίνος Διογένης άκουε συλλογισμένος.

- Άλλο να προτείνει και άλλο να το κάνει, είπε αργοκουνώντας το κεφάλι. Σε Βούλγαρου λόγια μη βάζεις πίστη. Μα κι εγώ δεν πιστεύω να βαστάξει πια πολύ ο πόλεμος. Η δολοφονία του ευεργέτη του δε θα φέρει τύχη του Βλαδισλάβ! Περιμένετε και θα δείτε!

Λίγες μέρες αργότερα ο Ρωμαίος ξαναπαρουσιάζουνταν με γράμματα υπογεγραμμένα από τους κυριότερους βολιάδες και στρατηγούς Βουλγάρους. Ο Ιωάννης Βλαδισλάβ και οι άρχοντες ορκίζουνταν πίστη στον Αυτοκράτορα των Ελλήνων και υποτάσσουνταν ως «υπήκοοι πιστοί και δούλοι». Τωόντι δεν άργησε ο Κασκάνος, αδελφός του Δομετιανού, να παρουσιαστεί στο ελληνικό στρατόπεδο, όπου ο Αυτοκράτορας τον δέχθηκε με μεγάλες τιμές και τον παρέλαβε στην υπηρεσία του.

Ο πόλεμος έμοιαζε αληθινά τελειωμένος. Και όμως, μόλις ξεκίνησε ο Αυτοκράτορας, τέλη Αυγούστου 1016, να γυρίσει στη Θεσσαλονίκη, έξαφνα στο δρόμο μαθαίνει, με αποδείξεις, πως ο Βλαδισλάβ τον γελά και καταγίνεται να σηκώσει καινούρια επανάσταση. Σαν αστραπή γυρνά πίσω αποφασισμένος στην οργή του να μη λυπηθεί πια κανένα, να μην αφήσει πέτρα σε πέτρα. Από τα Βοδενά πήγε στ' Όστροβο, καταστρέφοντας όλα τα βουλγαρικά χωριά και χώρες της περιφέρειας. Έπεσε σαν κεραυνός στην Πελαγονία, και τη σκέπασε στάχτη κι αίμα. Έλεος πια δεν έκαμνε σε κανένα. Όσοι αιχμάλωτοι έπεφταν στα χέρια του, όλους τους τύφλωνε. Ακούραστος κι αμείλικτος ανέβηκε στην κοιλάδα της Τσέρνας, πέρασε στο βουνό, πήρε γύρω την Πρέσπα κι έφθασε στην Αχρίδα καίοντας, σκοτώνοντας, καταστρέφοντας, παίρνοντας ό,τι χώρες και κάστρα βρέθηκαν στο δρόμο του.

Στην Αχρίδα άφησε στρατό πολύ, και βιαστικά ξεκίνησε για το Δυρράχιο, γιατί έμαθε πως ο Βλαδισλάβ το πολιορκούσε στενά και πως το φρούριο κινδύνευε. Μα στο δρόμο τον πρόφθασε μια είδηση που του μαύρισε την καρδιά και σταμάτησε την πορεία του. Πίσω, στην Πελαγονία, είχε αφήσει δυνατό στρατιωτικό σώμα, με αρχηγούς το στρατηγό Γεώργιο Γονιτσιάτη και τον πρωτοσπαθάριο Ορέστη, και τους είχε διατάξει να εξακολουθούν τις επιδρομές τους σε όλη την πεδιάδα της Πελαγονίας, μην τύχει και στα ανήσυχα αυτά νεοκυριευμένα μέρη μαζευθούν πάλι βουλγάρικες δυνάμεις και επαναστατήσουν τη χώρα. Μα ο Ιβάτζης κατόρθωσε να στήσει ενέδρα, όπου έπεσε το σώμα αυτό, και ο Γονιτσιάτης και ο Ορέστης, ως τον τελευταίο στρατιώτη, όλοι κατασφάχθηκαν. Αγανακτισμένος και θλιμμένος ως την καρδιά, ο Βασίλειος παράτησε για την ώρα το Δυρράχιο στην τύχη του, γύρισε πίσω, κυνήγησε και σκόρπισε το σώμα του Ιβάτζη. Το βολιά όμως δεν κατόρθωσε να τον πιάσει.

Έφθασε στη Θεσσαλονίκη και από κει πήγε στη Μοσυνούπολη. Αν και η εποχή ήταν πολύ προχωρημένη, ο Αυτοκράτορας, χωρίς ν' αφήσει το στρατό του να ξεκουραστεί, ξαναφεύγει για το Περνίκον, το μόνο δυνατό φρούριο που είχε μείνει άπαρτο στης Τριαδίτσας την περιφέρεια. Πάλι όμως απέτυχε μπρος στο φοβερό αυτό φρούριο, όπως είχε αποτύχει και στα 1004. Ύστερα από τριών μηνών κόπους, ο Βασίλειος έλυσε την πολιορκία και γύρισε στη Μοσυνούπολη, όπου άφησε το στρατό του ν' αναπαυθεί για τον υπόλοιπο χειμώνα, κι εκείνος γύρισε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1017.

Μιαν ανοιξιάτικη πρωινή, σ' ένα αρχοντόσπιτο της Θεσσαλονίκης, δυο γυναίκες κάθουνταν εμπρός σ' ένα φαρδύ μισοανοιγμένο παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Η μια, νέα ακόμα, με καστανόξανθα μαλλιά και συλλογισμένο κουρασμένο πρόσωπο, είχε ρίξει στη ράχη της καρέγλας της το μουντό μελιντζανί της πέπλο, της χήρας το φόρεμα, και γοργά έστριβε τη ρόκα, καθισμένη μπρος στο ροδάνι της. Αντίκρυ της μια κόρη λυγερή, άσπρα ντυμένη, στόλιζε με χρυσά κεντήματα το επικάλυμμα της Ιερής Τράπεζας. Ήταν ως δεκαοχτώ χρόνων, λεπτή και μικροκαμωμένη. Πλήθος μαύρα σγουρά μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της, σχημάτιζαν στεφάνι ζεστό γύρω στο λεπτό της πρόσωπο και, στο κεφάλι, μόνο στολίδι φορούσε ένα χρυσόπλεχτο διχτυωτό σκουφάκι. Το κέντημα της δε φαίνουνταν να την ενδιαφέρει πολύ. Το είχε παρατήσει στα γόνατα, και συλλογισμένη κοίταζε μακριά το πέλαγος που απλώνουνταν ήρεμο ως πέρα, στα καταχνιασμένα βουνά.

Μια - δυο φορές η συντρόφισσα της την ατένισε σιωπηλά. Μα χωμένη στ' όνειρό της, η κόρη δεν την παρατήρησε.

- Τι σκέπτεσαι, Αλεξία; ρώτησε η αρχόντισσα. Η κόρη ανατρίχιασε.

- Σκέπτομαι... σκέπτομαι πως αν και τώρα μου πει ο Μιχαήλ πως απέτυχε... θα φύγω πια κι εγώ μαζί του.

- Ο Μιχαήλ; Πότε έφθασε; ρώτησε η χήρα.

- Δε σου το είπαν, Ευδοξία; Είναι λίγη ώρα, μου έφερε ο δούλος του ένα γραμματάκι από το παλάτι. Είχε, λέγει, να κάνει την αναφορά του στον Αύγουστο, κι έπειτα θα έλθει εδώ.

- Λέγει αν θα μείνει μέρες;

- Όχι, αποκρίθηκε συλλογισμένη η κόρη. Μόνο αυτό μου γράφει.

Η Ευδοξία ξανάρχισε πάλι να στρίβει τη ρόκα της, και κάμποση ώρα μόνος ο ήχος του ροδανιού ακούουνταν στην κάμαρα, συνοδεύοντας με το μονότονο μουρμούρισμα του τις σκέψεις των δυο γυναικών. Δυο χρόνια είχαν περάσει από την ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα, όπου ο πιστός δούλος είχε αναπαύσει τον Δραξάν από το βασανιστήριο, καρφώνοντας του το μαχαίρι στην καρδιά. Η Ευδοξία είχε μάθει ένα μέρος του δράματος. Της είχαν πει πως ο άντρας της έπεσε σ' ενέδρα και πως σκοτώθηκε. Τη φρικτή του όμως καταδίκη και την επέμβαση του δούλου, δεν της τα είχαν πει. Από τότε, τυλιγμένη πάντα στης χηρείας το μελιντζανί πέπλο, από το σπίτι της δε βγήκε. Παραδομένη στα τέσσερα της παιδιά, δε δέχουνταν κανένα, ούτε πατούσε στην Αυλή. Μια μέρα, στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, η Θεσσαλονίκη όλη στολίστηκε, ο λαός όλος φόρεσε τα εορτάσιμα του ρούχα, και το σούσουρο της γενικής χαράς έφθασε ως την πολυπικραμένη χήρα. Ο Αυτοκράτορας επέστρεφε.

Έξαφνα ο βαρύς σιδερένιος κόπανος της εξώπορτας χτύπησε δυνατά, και φωνές ακούστηκαν αντρίκειες. Τρεχάτοι έφθασαν οι δούλοι, τα μάτια τους γουρλωμένα, ζαλισμένοι από την απίστευτη είδηση που έφερναν της κυράς τους. Ο Αυτοκράτορας είχε έλθει ο ίδιος! Όρθια, με το πρόσωπο μαρμαρωμένο στη βουβή της λύπη, η Ευδοξία περίμενε, τα μάτια στυλωμένα στην πόρτα. Ο Αυτοκράτορας μπήκε μέσα, τυλιγμένος στο στρατιωτικό του μανδύα, χωρίς κανένα σημάδι ή στολίδι της βασιλείας, σαν άνθρωπος μονάχα που έχει καρδιά και που έρχεται να παρηγορήσει φίλη θλιμμένη. Η Ευδοξία θέλησε να προσκυνήσει. Μα ο αυτοκράτορας την έπιασε από το χέρι και τη σήκωσε. Και βλέποντας τις προσπάθειές της να βαστάξει τα δάκρυα:

- Κλάψε, της είπε, παιδί μου. Κλαις παλικάρι. Εγύρισε αντίπαλός μου, μα ήταν ήρωας!

Ο Βασίλειος ήταν βέβαια αμείλικτος. Είχε όμως μεγάλη κι ευγενική ψυχή. Μια παρηγοριά της έφερε ο Βασίλειος, παρηγοριά που δεν την ήλπιζε πια στη δυστυχία της. Ο αδελφός της ζούσε, ο αδελφός της επέστρεφε.

Τωόντι, λίγες μέρες αργότερα, παρουσιάστηκε στο σπίτι της. Τον ανεγνώρισε ευθύς. Ο Μιχαήλ είχε διατηρήσει τα μεγάλα γαλανά μάτια των παιδικών του χρόνων και τα ξανθά μαλλιά που έπεφταν σγουρά στους ώμους του. Τίποτε όμως άλλο νεανικό δεν είχε διατηρήσει η όψη του. Να ήταν αλήθεια μόνο εικοσιτριών χρόνων ο άντρας αυτός; Αγκαλιασμένο τον κρατούσε η μεγάλη αδελφή αντίκρυ στο παράθυρο, για να τον δει καλύτερα, και τα δάκρυα της έπεφταν γοργά για τη δική του τη ζωή που τη μάντευε δυστυχισμένη όσο και τη δική της.

Το βράδυ, καθισμένοι και οι δυο κοντά στο μεγάλο αναμμένο τζάκι όπου έτριζαν στις φλόγες τα ξερά ξύλα, ενώ έξω και στο φαρδύ καπνοδόχο σφύριζε ο κρύος φθινοπωριάτικος άνεμος, η Ευδοξία άκουσε την ιστορία όλη του αδελφού της που τόσα χρόνια τον είχε για χαμένο. Όλες τις λεπτομέρειες της παιδικής του ζωής, μαζί με το φίλο του, τις έμαθε, ως τότε που μεγάλωσαν, και μυστικά, στο Τάγμα των Κατασκόπων, υπηρετούσαν το Βασιλέα τους. Μα όταν έφθασε ο Μιχαήλ στο συναπάντημα με την κόρη που τη νόμιζε βουβή, και που δεν ήταν άλλη παρά η κόρη του εταιριάρχη Αλεξίου Αργυρού, η Ευδοξία ένιωσε ευθύς, με τη γυναικεία της λεπτότητα, πως εκεί βρίσκουνταν η αιτία της λύπης που τον είχε κάνει, από νέο εικοσιτριών χρόνων, να φαίνεται σαραντάρης. Όταν έμαθε πως η Αλεξία βρίσκουνταν στο παλάτι με τον Αυτοκράτορα, που σαν κόρη του την αγαπούσε, θέλησε να τη δει. Από την πρώτη ώρα, η χλωμή μαυρομάτα με τη λυγερή κορμοστασιά και τη λαφιασμένη έκφραση, που από μικρό παιδί της είχε μείνει στο βλέμμα, της πήρε την καρδιά. Και σαν αδελφή την αγάπησε. Σε λίγο, αν και είχαν τόση διαφορά στην ηλικία, έγιναν αχώριστες φίλες. Και όταν, την ακόλουθη άνοιξη του 1016, ξεκίνησε πάλι ο Αυτοκράτορας για την εκστρατεία των Μογλενών, η Αλεξία άφησε το παλάτι κι έμεινε πια στο σπίτι της Ευδοξίας.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE