20. Κ'. Κατά διαταγή του Ιβάτζη (1)
Σιωπηλά ξεκίνησε ο Κωνσταντίνος από την ταβέρνα της Σέταινας με τους δυο Βουλγάρους. Ο Δραξάν κρυφομιλούσε του Ρωμαίου, και λίγα βήματα μπροστά προχωρούσε ο Κωνσταντίνος βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο δρόμος ήταν στενός και περνούσε ανάμεσα στους κάμπους. Κάπου - κάπου, από μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα ξεπρόβαλε το φεγγάρι και καθρεφτίζουνταν, πότε δω πότε κει, στους νερόλακκους που είχε αφήσει η βροχή. Μια στιγμή φωτίζουνταν ο μαύρος βούρκος του δρόμου, που, γλιστερός, έτρεχε με κορδέλες και σκαρφάλωνε στο βουνό. Και πάλι η νύχτα πλάκωνε, πιο σκοτεινή παρά πριν. Συλλογισμένος και με μαύρη καρδιά πήγαινε ο Κωνσταντίνος, τυλιγμένος στη χωριάτική του κάπα, και τα γκέμια κρέμουνταν ατέντωτα στο λαιμό του αλόγου του. Ο νους του ήταν αλλού.
Στην περήφανη ψυχή του, η λέξη της κόρης έτσουζε ανυπόφορα, σαν ανοιγμένη πληγή. Ποια ήταν η κόρη αυτή, και τι τον ήθελε; Γιατί, σαν την έβλεπε, ταράζουνταν πάντα η ψυχή του και γέμιζε νοσταλγία για τα περασμένα; Και γιατί, ενώ ποτέ πριν δεν την είχε δει, την έβρισκε τώρα κάθε λίγο στο δρόμο του; Δεν την είχε απαντήσει πριν, και όμως την ήξερε! Πρώτη φορά την είδε απέξω από το μοναστήρι. Και όμως, στα παλιά χρόνια την έβρισκε ανακατωμένη στις ενθυμήσεις του με την εικόνα της μητέρας του, και με κάτι ήχους πάντα τους ίδιους, σαν κρυσταλλένιο νερομουρμούρισμα ανάμεσα στα χαλίκια. Και ήταν Ελληνοπούλα... και τον νόμιζε προδότη...
Η καρδιά του ολοένα σφίγγουνταν περισσότερο. Το αίσθημα του άδικου, και συνάμα της αδυναμίας του να εξηγηθεί, τον πίεζε, του έφερνε δυσφορία. Μα και γιατί να εξηγηθεί; Τι του ήταν το κορίτσι αυτό που τον έλεγε προδότη; Και πού τον ήξερε άραγε κείνη; Και γιατί στη μονή ρωτούσε πάντα γι' αυτόν; ...Την είχε αρπάξει ο Γρηγόρης και την πήγε σηκωτή στο αντικρινό σπίτι, όπου σε λίγο άναψε και φως. Μα άραγε τη γνώριζε ο καλόγερος; Ναι, αφού στην ταβέρνα έβγαλε μια φωνή κι έτρεξε να την πιάσει μόλις την πήρε το μάτι του. Και όμως στη μονή σαν ήταν, ο Γρηγόρης δεν την ήξερε ακόμα. Τι ήταν λοιπόν η παιδούλα αυτή, που όλοι την ήξεραν βουβή, και που όμως μιλούσε ελληνικά και του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια, τη μητέρα του, την είσοδο του σπιτιού τους; Μα στάσου... Μια εικόνα μακρινή μα ζωηρή πέρασε έξαφνα σαν λάμψη στο μυαλό του. Είδε ένα παιδικό πρόσωπο με μαύρα σγουρά μαλλιά, και άκουσε τη φωνή της μητέρας του: «Αλεξία!... είναι παράξενο όνομα...». Αλεξία!... Ήταν η Αλεξία!...
Ασυνείδητα σκέπασε τα μάτια του με το χέρι, σα να τον είχε θαμπώσει το ξαφνικό φως που έλαμψε μπροστά του. «Η Αλεξία!...». Πώς δεν το είχε μαντεύσει από την πρώτη ώρα; Το λεπτό χλωμό της πρόσωπο με τα λυτά μαύρα μαλλιά, κοντά και πυκνά, όπως σαν ήταν παιδάκι, τα μεγάλα μαύρα μάτια της με την ίδια αγριεμένη έκφραση που είχαν στη σκηνή του Σαμουήλ, και ύστερα στο δάσος όπου την είδε με το γερο - Παγράτη, πώς δεν τ' αναγνώρισε αμέσως σαν την ξαναείδε;
Και του είχε πει ο Παγράτης πως το κοριτσάκι είχε βουβαθεί από τρομάρα... Και όλοι τώρα νόμιζαν το κορίτσι βουβό, στα χωριά και παντού όπου την ήξεραν για Βουλγάρα, χωρίς να την πειράζει κανένας, γιατί όλοι, και οι σκληροί ακόμα Βούλγαροι, τη λυπούνταν που ήταν σημαδεμένη... Ήταν η Αλεξία χωρίς αμφιβολία. Και ο Γρηγόρης, γυρεύοντας τον πατέρα του, είχε ανακαλύψει τη χαμένη ορφανή... Έξαφνα, μια σαΐτα σφύριξε στο αυτί του. Μηχανικά έσφιξε τα γκέμια και άδραξε το τσεκούρι του. Δεύτερη σαΐτα σφύριξε. Και την ίδια ώρα σύννεφο από σαΐτες τον περιτριγύρισαν. Το άλογο, πληγωμένο, σηκώθηκε στα πίσω πόδια, πετάχθηκε μπρος κι έπεσε σέρνοντας τον καβαλάρη του στη λάσπη. Μα γρήγορος όσο και δυνατός, ο Κωνσταντίνος παράτησε τις πατήτρες και, πριν αγγίξει καλά - καλά στο χώμα, ξαναβρέθηκε στα πόδια του με το τσεκούρι στο ένα χέρι και με το δίκοπο μαχαίρι του στο άλλο.
Στα χωράφια, αρματωμένοι άντρες σηκώθηκαν από παντού, σα φαντάσματα, και πετάχθηκαν απάνω του.
- Ανάθεμά σας! φώναξε ο Δραξάν σπηρουνίζοντας το άλογό του. Σταματάτε, φονιάδες! Είμαι ο Δραξάν και, μα το Θεό, θα σας σουβλίσω όλους ζωντανούς!
- Στάσου πίσω, Δραξάν! φώναξε ένας από τους άντρες που έμοιαζε να διευθύνει τους άλλους. Κακό δε θα σου κάνομε, αν μείνεις εκεί που είσαι.
- Μα τα κόλλυβά μου, δε στέκομαι! αποκρίθηκε φουρκισμένος ο στρατηγός. Τι είμαι τάχα εγώ που θ' αφήσω, με σταυρωμένα χέρια, να σφάξετε τον άνθρωπό μου; Πίσω, λέγω! Πίσω, σκυλολόγι!
Και στρώνοντας χάμω ένα στρατιώτη που γύρευε να τον σταματήσει, άρπαξε από τη ζώνη του ένα μακρύ μαχαίρι, και όρμησε στη μέση της μάχης φωνάζοντας:
- Βοήθεια, Ρωμαίε!
Μα ο μονοχέρης έκανε αλλιώτικα το λογαριασμό του. Στοχάστηκε πως πιο φρόνιμο ήταν ν' αποτραβηχθεί παράμερα με το άλογό του και, κατά πώς θα τελείωνε, καλά ή άσχημα, ο καβγάς, να το βάλει στα πόδια ή να σιμώσει και ν' αποτελειώσει τους νικημένους. Παρακάτω, ο Κωνσταντίνος διαφεντεύουνταν σα λεοντάρι, μόνος ανάμεσα σε τόσους. Μεμιάς είχε στρώσει κάτω τον πρώτο που έφθανε καταπάνω του, και άλλος κυλιούνταν στη λάσπη με ανοιγμένο το λαιμό. Εμπρός, πίσω, πλάγια, σα μύλος στριφογύριζε το φοβερό του τσεκούρι, πελεκώντας χέρια, πόδια, κεφάλι ή κορμί, όπου έπεφτε. Το αίμα έτρεχε βρύση από το ανοιγμένο του μέτωπο και μια μαχαιριά τον είχε βρει στο πλευρό. Αν και πληγωμένος όμως, ο Κωνσταντίνος βαστούσε ακόμα καν, όσο έστεκε στα πόδια του, εύκολο δεν ήταν να τον καταπονέσουν.
- Γεια σου, παλικάρι, βάστα κι έρχομαι! φώναξε μ' ενθουσιασμό ο Δραξάν που ζύγωνε με το μαχαίρι σηκωμένο.
- Μη χτυπάς, Δραξάν! φώναξε ο αρχιφονιάς. Είμαστε Βούλγαροι!
Και σηκώνοντας το σπαθί του, το κατέβασε με ορμή στο κεφάλι του Κωνσταντίνου. Μ' αυτός σα χέλι του ξέφυγε, και το σπαθί τον πήρε στον ώμο. Μ' ένα πήδο, τότε, ρίχθηκε ο Κωνσταντίνος απάνω του και, κατεβάζοντας με φόρα το τσεκούρι, του έσχισε την περικεφαλαία πέρα - πέρα και του άνοιξε το κεφάλι σε δυο. Ο Βούλγαρος μούγκρισε σα θηρίο, πέταξε πάνω τα χέρια κι έπεσε βαριά στο χώμα όπου βρόντησε ο θώρακάς του.
- Δώσ' του! Δώσ' του! φώναξε ο Δραξάν κατεβάζοντας το σπαθί του στον πρώτο που βρήκε.
Μα οι άλλοι, βλέποντας τον αρχηγό τους πεσμένο, σήκωσαν τα χέρια.
- Παραδινόμαστε! φώναξαν με μια φωνή. Μη χύνεις αδελφικό αίμα, Δραξάν.
Και όλοι μαζί έριξαν τ' άρματά τους στα πόδια του στρατηγού. Ο Δραξάν πήδησε από το άλογο, και τους διέταξε, όσοι έμειναν ακόμα όρθιοι, να έλθουν μπροστά του.
- Ποιος είναι ο αρχηγός σας, άτιμοι φονιάδες; ρώτησε θυμωμένα.
- Άτιμοι δεν είμαστε, είπε ένας. Μας πρόσταξε ο άνθρωπος του Ιβάτζη, και δε μας έπεφτε εμάς λόγος. Έπρεπε να υπακούσομε.
- Του Ιβάτζη; έκανε σαστισμένος ο Δραξάν.
- Ναι! αποκρίθηκε ο στρατιώτης. Και δείχνοντας τον Κωνσταντίνο:
- Αυτός ας μαρτυρήσει, είπε, ας κοιτάξει τον αρχηγό μας και ας πει ποιος είναι. Τον ξέρει.
Ο Δραξάν έσκυψε πάνω στον πεθαμένο και του σήκωσε το κεφάλι. Το χλωμό φως του φεγγαριού έπεσε σ' ένα τριχωτό άγριο πρόσωπο, όπου ξεχώριζε πέρα - πέρα το σημάδι μιας παλιάς πληγής·
- Τον ξέρεις αυτόν; ρώτησε τον Κωνσταντίνο.
- Ναι! αποκρίθηκε ο νέος. Το σημάδι αυτό που σχίζει το πρόσωπο του το έκανα εγώ μ' ένα βούνευρο. Είναι στρατιώτης του Ιβάτζη.
Το πρόσωπο του Δραξάν σκοτείνιασε.
- Γιατί λοιπόν ήθελε να σε σκοτώσει; ρώτησε.
- Ρώτα τους συντρόφους του, στρατηγέ, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
Ο στρατιώτης που και πριν είχε μιλήσει, διηγήθηκε όσα ήξερε.
- Ήμουν στην ταβέρνα με το μακαρίτη, είπε δείχνοντας τον πεθαμένο, και περιμέναμε να έλθει ο Έλληνας...
- Ο Έλληνας; αναφώνησε ο Δραξάν.
- Ναι! είπε ο στρατιώτης. Ο οδηγός σου είναι Έλληνας.
- Είναι απεσταλμένος του Τσάρου! είπε οργισμένος ο Δραξάν. Πώς τολμάς και τον κατηγορείς;
- Εγώ δεν ξέρω τίποτα, αποκρίθηκε φοβισμένα ο στρατιώτης, ούτε τον είχα δει ποτέ. Ο σύντροφος μου τον ήξερε. Έχει, λέγει, κι έναν αδελφό, κρυμμένο κάπου σ' έναν ξενώνα, κοντά στο Βουτέλιο, όπου κάνει το δούλο. Και όσα σου είπε, είναι, λέγει, ψέματα, και δεν τον έστειλε καθόλου ο Τσάρος, και τον ξέρει, λέγει, ο Ιβάτζης πως είναι προδότης και γι' αυτό πρόσταξε να τον σκοτώσομε.
Ο Ρωμαίος, ωστόσο, μόλις είδε πως πέρασε ο κίνδυνος, πλησίασε πάλι με αλεπουδίσιο βήμα. Καθώς άκουσε τη διήγηση του στρατιώτη, έσκυψε στο αυτί του Δραξάν και του είπε σιγά:
- Κόψε τον για καλό και για κακό! Τι σε νοιάζει;
Μα ο Δραξάν τον έσπρωξε από κοντά του.
- Σώπα! είπε με θυμό. Δεν κόβει κανείς έτσι έναν άνθρωπο, πριν βεβαιωθεί... Και αυτός βαστούσε τη βούλα του Τσάρου...
Και όμως, το μέτωπο του ήταν συννεφιασμένο σα ρώτησε πάλι το στρατιώτη:
- Τι άλλο ξέρεις;
- Τίποτα, στρατηγέ μου. Όσα ήξερα σου τα είπα, αποκρίθηκε αυτός όλο και πιο φοβισμένα.
Παρακάτω, με τα χέρια σταυρωμένα, στέκουνταν ο Κωνσταντίνος. Ήταν αίματα γεμάτος, μα έστεκε υπερήφανος και ατάραχος, και με σηκωμένο το κεφάλι άκουε τις εξηγήσεις του Βουλγάρου. Ο Δραξάν τον κοίταξε.
- Άκουσες τι σε κατηγορούν; ρώτησε σουφρώνοντας τα φρύδια του.
- Άκουσα, στρατηγέ.
- Τι έχεις ν' αποκριθείς;
- Πως μ' έστειλε ο Τσάρος.
- Ξαναλές την ίδια ψευτιά; φώναξε ο Ρωμαίος.
- Δεν είναι ψευτιά, είπε ήσυχα ο Κωνσταντίνος.
- Δεν είναι ψευτιά; Τολμάς να το επαναλάβεις; Και ο αδελφός σου; Στην υπηρεσία του Τσάρου είναι και αυτός;
- Δεν έχω αδελφό.
- Λες ψέματα! ξεφώνισε ο Ρωμαίος. Άκουσες τι είπε ο στρατιώτης!
Ο Δραξάν τον παραμέρισε με το χέρι.
- Στάσου, είπε νευρικά. Άφησέ με να του μιλήσω.
Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο:
- Πώς σε λένε; ρώτησε.
- Κωνσταντίνο Κρηνίτη. Ο Δραξάν αναπήδησε.
- Κρηνίτη; έκραξε με φωνή πνιγμένη. Ο γιος του...
- Του Κατεπάνω της Αδριανούπολης, ναι! είπε ο Κωνσταντίνος.
Ένα λεπτό, ο Δραξάν δεν μπόρεσε να μιλήσει. Με κάποια δυσκολία νίκησε τη συγκίνησή του.
- Είσαι λοιπόν αλήθεια Έλληνας;
- Είμαι Έλληνας, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
Τα ξανθά γένια του Δραξάν έτρεμαν στο στήθος του. Ήταν βαθιά ταραγμένος.
- Ξέρεις... ξέρεις πως αυτά που μου είπες μου δίνουν το δικαίωμα να σε σουβλίσω; είπε βαστώντας το θυμό του.
- Το ξέρω.
- Και δε βρίσκεις τίποτα να πεις που να δικαιολογήσεις την παρουσία σου εδώ;
- Τι θέλεις να σου πω; είπε ατάραχα ο Κωνσταντίνος. Στα χέρια σου έχεις το γράμμα του Τσάρου με τη βούλα του.
Ο Δραξάν πήρε το γράμμα από τον κόρφο του και το εξέτασε στη λάμψη του δαυλού που άναψε ένας στρατιώτης.
- Ξέρει ο Τσάρος ποιος είσαι; ρώτησε έξαφνα. Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.
- Ο πατέρας του, ο Τσάρος Σαμουήλ, με πήρε από την Αδριανούπολη και μ' έκανε παιδόπουλό του, είπε.
Ο Δραξάν έμεινε λίγην ώρα σκεπτικός.
- Για ό,τι ρώτημα σου κάνω μοιάζεις να έχεις έτοιμη την απάντηση, είπε πικρά. Μα ένα πράμα δεν εξηγώ. Γιατί θέλησε ο Ιβάτζης το θάνατό σου;
- Ρώτησέ τον, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
Ο Δραξάν θύμωσε.
- Η ελληνική σου υπερηφάνεια δε σε παράτησε, βλέπω, ούτε στη σκλαβιά όπου σέρνεσαι από δω και δέκα χρόνια, είπε. Μα μη νομίζεις πως με τα λόγια σου αυτά θα μου ξεφύγεις, ούτε πως θα με γελάσεις! Το γράμμα μοιάζει γνήσιο, το ίδιο και η βούλα του Τσάρου, που ο Άγιος Κύριλλος να τον έχει στην προστασία του. Μα ο Ιβάτζης δεν είναι άνθρωπος να σε δολοφονήσει χωρίς σοβαρό λόγο. Ούτε μπορώ πια να σε ακολουθήσω για οδηγό.
Και γυρνώντας στον Χειρότμητο:
- Ρωμαίε, είπε, καβαλίκεψε ευθύς και τρέχα στην Αχρίδα, έβρε τον Τσάρο, ακόμα και τον Ιβάτζη αν μπορείς, πες τους όσα είδες, μάθε την αλήθεια και γράψε μου, αν δεν μπορείς να έλθεις ο ίδιος. Αν ο Τσάρος αλήθεια με καλεί, θα κάνω φτερά να φθάσω γρηγορότερα κοντά του. Αν όμως δε με θέλει... - το άγριο βλέμμα του έπεσε στον Κωνσταντίνο, - ...θα μου το πληρώσεις ακριβά, είπε.
Ο Ρωμαίος είχε καβαλικέψει.
- Πού θα σε βρω! ρώτησε.
- Στα... στη «φωλιά», αποκρίθηκε ο Δραξάν και του έκανε ένα κρυφό νόημα. Κι ένα άλλο, πρόσθεσε: Μάθε τι είναι ο δεύτερος αυτός Έλληνας που κρύβεται κοντά στο Βουτέλιο, και πιάσε τον.
Σκληρό χαμόγελο χώρισε τα χείλια του κουλού.
- Έννοια σου, είπε, θα τον βρω.
Και σπηρουνίζοντας το άλογό του, έφυγε.