16. ΙΣΤ'. Στο κατώγι του δούλου (1)
Κατεβαίνοντας από το λόφο, ο Κωνσταντίνος δεν παρατήρησε μια σκιά, που από δέντρο σε δέντρο ξεγλιστρώντας, τον ακολούθησε ως κάτω. Ούτε την είδε που κατέβαινε στο ποτάμι πίσω του, μισοκρυμμένη στα ψηλά καλάμια της ακροποταμιάς, μπήκε στο ποτάμι, και πέρασε στην αντικρινή όχθη. Δεν την είδε που τον παραμόνευε να μπει στο δάσος που απλώνουνταν πέρα στο βουνό, για να χωθεί ύστερα και κείνη πίσω του, μια λιγνή κοριτσίστικη σιλουέτα που στο βραδινό μούχρωμα γίνουνταν ένα με τους χίλιους κορμούς των δέντρων.
Κάμποση ώρα τον ακολούθησε η Βουβή. Όταν όμως τον είδε ν' ανεβαίνει το βουνό και να παίρνει τα γνωστά της μονοπάτια που πήγαιναν στη Σέταινα, την πλούσια αυτή βουλγάρικη αποθήκη όπου φύλαγαν οι Τσάροι τα γεννήματά τους, όταν βεβαιώθηκε πως πήγαινε το παλικάρι να εκτελέσει του Ασάν τις διαταγές, τότε η Βουβή ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου και ξέσπασε σε αχαλίνωτα κλάματα. Έκλαιγε, έκλαιγε, σα να σπούσε η καρδιά της. Την έπνιγε το αναφιλητό, κι έσφιγγε τα χέρια της στο στόμα, για να πνίξει το παράπονο, μην ακουστούν οι στεναγμοί της, μην τους ακούσει και κείνος στο σιωπηλό δάσος, μη γυρίσει πίσω, μην τη δει και τη ρωτήσει και τον κοιτάξει πια στα μάτια, το παλικάρι της, τον ήρωα, το είδωλο που γκρεμίστηκε και τσακίστηκε κι έγινε θρύμματα στη λάσπη... Έκλαιγε, έκλαιγε. Και βυθισμένη στην απελπισία της δεν ένιωθε την ώρα που περνούσε και το σκοτάδι που έπεφτε λίγο - λίγο στο δάσος. Μαζί όμως με το σκοτάδι έπεσε και η νυχτιάτικη δροσιά, και το κρύο την έπιασε στα κόκαλα. Ανατριχίλα χύθηκε σ' όλο της το κορμί. Ανασηκώθηκε, κοίταξε γύρω και, στα σκοτεινά, γύρεψε το μονοπάτι της. Τρεχάτη πήρε το δρόμο της μες στο δάσος που, από τον καιρό που πήγαινε κι έρχουνταν στα μέρη εκείνα, σα σπίτι της πια το γνώριζε, με όλες τις γωνιές και τους κρυψώνες του.
Από ρεματιές και κάμπους, έφθασε στη λαγκαδιά όπου βρίσκουνταν το χωριό της, την ώρα που το φεγγάρι έγερνε πια να κρυφθεί πίσω από το βουνό. Δέκα - δώδεκα ξύλινα καλύβια, χτισμένα εδώ κι εκεί απάνω στη βουνοπλαγιά, ήταν το χωριό της. Η Βουβή πήδηξε πάνω από ένα φράχτη, και χωρίς κρότο ζύγωσε στη μεγαλύτερη καλύβα. Πήγε ίσια σε μια τρύπα, ανοιγμένη χαμηλά στον τοίχο, παραμέρισε κάτι χαμόκλαδα που τη σκέπαζαν και, λύνοντας τη μακριά μάλλινη ζώνη της, την έδεσε σ' ένα κλαδί. Ύστερα χώθηκε σαν ερπετό στην τρύπα, πιάστηκε στη ζώνη και ξεγλίστρησε ως κάτω, σ' ένα στενό υπόγειο, με τοίχους και πάτωμα χωματένια, που βρωμούσαν σαπίλα από την υγρασία και τη μούχλα. Σε μια γωνιά, κουβαριασμένος απάνω σε κάτι σαπισμένα άχυρα, κοίτουνταν ένας γέρος. Τα πόδια του ήταν δεμένα με αλυσίδα στερεωμένη στον τοίχο. Πλάγι του δυο μυλόπετρες ήταν πεσμένες στο χώμα. Το αναίματο κι αδύνατο πρόσωπό του, από τη φοβερή του τη χλωμάδα μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στα κάτασπρα μαλλιά του. Και κάτω από τα κουρέλια, το σώμα του, σκελετός μονάχος, έτρεμε από το κρύο και τη θέρμη. Με το λαφρύ κρότο που έκανε η Βουβή, ο γέρος άνοιξε τα μάτια κι αναγνώρισε τη μορφή της που ξεχώριζε, κρεμασμένη εμπρός στην τρύπα.
- Παιδάκι μου!... μουρμούρισε ελληνικά.
Η κόρη πήδησε κάτω, και ψάχνοντας έφθασε κοντά του, έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του, και μαζεύτηκε στην αγκαλιά του, σαν που μαζεύεται ένα φοβισμένο πουλάκι κάτω από τη φτερούγα της μάνας του. Ο γέρος την έσφιξε στο στήθος του, χάιδεψε τα μαλλιά της με άφραστη αγάπη και τα σκέπασε φιλιά.
- Κόρη μου... μουρμούρισε, παιδάκι μου... αγαπημένο μου... Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του κι έμεινε ακίνητη, με τα μάτια κλειστά.
Μ' από τα χρόνια που τη γνώριζε, ο γέρος είχε μάθει να διαβάζει στην ψυχή της. Την έσφιξε δυνατότερα στην αγκαλιά του και ακούμπησε το χέρι του στο σκυμμένο της κεφάλι.
- Τι τρέχει; ρώτησε. Η καρδιά σου είναι μαύρη.
Ένα αναφιλητό της ξέφυγε, έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της και ξανάσπασε στα κλάματα. Ο γέρος εξακολουθούσε να χαϊδεύει μαλακά τα μαλλιά της.
- Το βλέπω, παιδάκι μου, το ξέρω πως πονείς, είπε με ήσυχη κατάβαθη λύπη. Πες μου τι έχεις.
Δε σήκωσε το κεφάλι της, ούτε κούνησε. Έκλαιγε, έκλαιγε, κι ο γέρος χάιδευε τα σγουρά της, και τα δάκρυά της άνοιγαν πληγές στη δική του την καρδιά. Και ο πόνος της τον βασάνιζε.
- Μην κλαις, παιδούλα μου, μην κλαις, αγάπη μου... έλεγε σιγά-σιγά. Κάλλιο να μου μπήξεις ένα μαχαίρι στις σάρκες μου παρά έτσι να με πληγώνεις με τα δάκρυά σου... Παιδί μου... μικρή μου, τι έχεις; Πες μου το!
Με κομμένη φωνή μουρμούρισε η κόρη:
- Παππού... είναι αλήθεια...
- Αχ, όχι! έκανε ο γέρος με πόνο. Όχι, παιδί μου! Πες πως δεν είναι έτσι!
- Είναι αλήθεια, παππού! Τον άκουσα με τ' αυτιά μου... και τον είδα!...
Ο γέρος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.
- Θεέ μου... μουρμούρισε, έπρεπε να ζήσω κι αυτό να το δω;
Σιγά, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο από τα χέρια της, η κόρη εξακολούθησε:
- Δεν ήθελα να το πιστέψω... έλεγα πως δεν καταλαβαίνω, πως κάνει το φίλο του Ασάν, μα πως ήταν πιστός! Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήταν...
Η φωνή της έσβησε.
- Προδότης... Όχι! Είναι αδύνατο! αναφώνησε ο γέρος. Όλα μπορώ να τα παραδεχθώ, για όλους να το πιστέψω, ακόμα και για μένα πως μπορούσα να γίνω προδότης! Ο γιος όμως του Κρηνίτη, το υπερήφανο εκείνο αγόρι που γνώρισα, που μπροστά μου ορκίστηκε εκδίκηση απάνω στο σταυρό, ποτέ! Όχι! Δεν το πιστεύω!
Έκλαιγε η κόρη πνιγμένη στους λυγμούς, και ο γέρος δεν έβρισκε πια δύναμη ούτε να την παρηγορήσει ούτε καν να τη χαϊδέψει. Και πέρασε πολλή ώρα. Και βασίλεψε το φεγγάρι, και το σκοτάδι χύθηκε πυκνό στο υγρό κατώγι.
- Κόρη μου, είπε στο τέλος ο γέρος, και η φωνή του μαρτυρούσε τη μεγάλη κούραση και την αποθάρρυνση της ψυχής του. Αλεξία, παιδί μου, πες μου τι άκουσες, τι είδες, τι σ' έκανε να πεις για βέβαιη μια τέτοια βαριά κατηγορία! Τον είδες, λες;
- Ναι! Σήμερα... αποκρίθηκε η κόρη χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.
- Πού τον είδες; Πες μου, πού τον βρήκες;
- Γύρευα τον παπά... έναν παπά που είχε πάγει στον ξενώνα...
- Τι παπά; διέκοψε ο γέρος με κομμένη φωνή.
- Έναν παπά... που σε γύρευε...
- Εμένα;
- Ναι... το γερο-Παγράτη...
Ο γέρος την έσφιξε λίγο δυνατότερα στο στήθος του.
- Λέγε, ψιθύρισε και η ανάσα του έρχουνταν γρήγορη, δύσκολη, κομμένη.
- Ήταν ο Γρηγόρης, είπε η Αλεξία. Τον αναγνώρισα από κείνα που μου είπαν όσοι τον είδαν. Ήταν όπως τον περιγράφεις εσύ, με καστανά μακριά γένια.
- Λέγε, επανέλαβε ο γέρος.
Η κόρη έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του.
- Δεν τον βρήκα, παππού! είπε με καημό.
- Είχε φύγει;
- Ναι!
Ο γέρος βαρυστέναξε. Λίγη ώρα δε μίλησαν.
- Πες μου, είπε πάλι ο γέρος, και στη σιγανή φωνή του έτρεμε όλη η θλίψη της ψυχής του, πού είδες τον Κωνσταντίνο;
- Ήταν στον ξενώνα.
- Σε αναγνώρισε;
- Ναι! Αμέσως.
- Και του μίλησες;
- Όχι! Σου είπα πως δε θα του πω ποια είμαι, παρά σα βεβαιωθώ πως είναι άξιος του πατέρα του. Μα τώρα!...
- Μου είπες πως του είχες μιλήσει!
- Ναι, μια φορά. Ήταν τότε που τον εσαΐτεψαν οι στρατιώτες του Βοτανειάτη, τότε που πίστεψα πως αλήθεια για την πατρίδα δούλευε. Τότε του μίλησα, τον φώναξα, ήθελα να τον ξυπνήσω πάλι στη ζωή! Μα ήταν αναίσθητος... δε μ' άκουσε. Αχ! Τι κακό που μου έκανε τότε, σαν είδα τον Μιχαήλ να τον σηκώνει μαζί με τον Ασάν! ξέσπασε η Αλεξία πνιγμένη στους λυγμούς. Λες και παρουσιάζεται σα βρικόλακας μπροστά μου, ο Βούλγαρος, για να μου σπάσει την καρδιά, μόλις γεννηθεί μέσα μου η παραμικρή ελπίδα! Έτσι και την αυριανή, σαν είδα εκείνον τον καλόγερο με τα καστανά γένια, και τον πήρα για τον Γρηγόρη, γιατί σου έμοιαζε τόσο, και είπα πως σε λυπήθηκε πια ο Θεός και θα σου τον έφερνα στη φυλακή σου! Τίποτα! Από τα πρώτα λόγια, μόλις έμαθε πως ο Ιβάτζης ήταν εκεί κοντά, ευθύς ρώτησε για τον Ασάν, τον υπασπιστή του Σαμουήλ, πάντα για τον Ασάν! Και πείστηκα πως δεν ήταν ο Γρηγόρης! Έτσι κι εκείνη τη μέρα, που έγραψα στο χώμα για τον Μιχαήλ την πληροφορία πως ο Ιβάτζης πήγε στον Πρίλαπο, και τρεχάτη γύρισα στην καλύβα για να μη με ανακαλύψει. Από μακριά, στην είσοδο, είδα έναν άντρα. Ήταν ο Ασάν!... Και πέρασε ώρα, και ήλθε ο Μιχαήλ, και μίλησαν κρυφά... Αχ, Θεέ μου! Θεέ μου!
- Μην κλαις έτσι, κόρη μου... έκανε ο γέρος, κι όμως και τα δικά του χείλια έτρεμαν, και δυο κόμποι κατρακύλησαν από τα μάτια του κι έπεσαν στο σκυμμένο της κεφάλι. Μην κλαις παιδάκι μου! Μην κάνεις έτσι!... Όλ' αυτά τα ξέρω, κόρη μου, μα δε με πείθουν! Και συ που τα είδες και τα ήξερες, δεν ήθελες να πιστέψεις το κακό! Γιατί τώρα πιστεύεις;
- Γιατί τον είδα, παππού!
- Τον Κωνσταντίνο ή τον Ασάν;
- Και τους δυο. Ήταν μαζί.
- Αυτό δε θα πει τίποτα!
- Τους άκουσα! είπε η Αλεξία.
- Τι άκουσες;
- Άκουσα τον Ασάν που του έλεγε να πάγει στη Σέταινα, να ειδοποιήσει ευθύς τον Ρωμανό πως ο Αυτοκράτορας στέλνει στρατό στο Στύπειον και στον Πρίλαπο.
- Δε θα πάγει ο Κωνσταντίνος! φώναξε ο γέρος. Δε θα πάγει! Είμαι βέβαιος!
Η Αλεξία σήκωσε το κεφάλι και περίλυπη τον κοίταξε.
- Επήγε, αποκρίθηκε.
Νευρικό τρεμούλιασμα έπιασε το γέρο. Πέρασε και ξαναπέρασε τα χέρια του στο πρόσωπό του, σα να ήθελε να ξυπνήσει από κανένα κακό όνειρο.
- Όχι, μουρμούρισε, δεν πήγε! Δεν μπορεί να πήγε! Δε θέλω να το πιστέψω! Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω!
- Τον είδα, παππού...
Η φωνή της κόπηκε και ξέσπασε σε σιωπηλό, θλιβερό παράπονο. Ο Παγράτης ακούμπησε το μέτωπό του στα χέρια του.
- Δεν το πιστεύω!... Τι άλλο είπαν; ρώτησε σε λίγο.
- Δεν άκουσα. Είχα παραπατήσει, κι ένα κλαδί έσπασε. Ο Κωνσταντίνος το άκουσε, φοβήθηκε, και κατέβηκαν παρακάτω, στ' ανοιχτά. Και δεν άκουσα πια.
- Μην ήταν σκοτεινά; Μην τύχει και δεν είδες καλά; Ίσως δεν ήταν καθόλου ο Ασάν.
- Ήταν! Ήταν! επέμεινε η Αλεξία. Και το είπε και μόνος του! Είχε φθάσει ντυμένος σε κάτι κουρέλια στον ξενώνα, με δεμένο το ένα του μάτι κι έκαμνε το ζητιάνο. Μα τον γνώρισα από τη φωνή. Ύστερα πέταξε τα κουρέλια και τα έριξε στο ποτάμι. Και σαν τον ρώτησε ο Κωνσταντίνος, αποκρίθηκε πως εδώ πια ο Ασάν δε φοβάται τίποτα!
- Ίσως όμως η πληροφορία να μην είναι σωστή, πως ο Βασιλέας πάγει στο Στύπειον!... Ίσως να είναι μακριά ακόμα ο Βασιλέας, και ίσως το ξέρει ο Κωνσταντίνος...
- Ο Βασιλέας είναι στο Βουτέλιο και το έκαψε, είπε η Αλεξία.
- Πώς το ξέρεις;
- Είδα τις φλόγες. Και τις είδαν και άλλοι. Και ο Κωνσταντίνος πήγε και τις είδε, και ήταν με τον Δραξάν... Και ο Ασάν είπε του Κωνσταντίνου να πείσει τον Τσάρο να τρέξει να διαφεντέψει το Στύπειον και το Πρίλαπο.
Ο Παγράτης έτρεμε τόσο, που η κόρη το ένιωσε.
- Παππού, τι έχεις; ρώτησε τρομαγμένη.
- Τίποτα, παιδάκι μου... μόνο λυπήθηκα...
- Όχι, παππού, έχεις κάτι! Καίει το κεφάλι σου και τα χέρια σου είναι χιόνι κρύα! Αχ, παππού, σε ξέχασα με τον καημό μου, και είσαι νηστικός δυο μέρες!
- Όχι, παιδούλα μου, μου ρίξανε ένα παξιμάδι. Μόνο που μου έλειψε το νερό! Έχω μέσα μου μια φωτιά που με καίει, και λαχταρούσα να έλθεις να μου γεμίσεις πάλι τη στάμνα μου!
Η Αλεξία άδειασε την τσέπη της και του πρόσφερε ό,τι είχε μαζέψει, δυο - τρία αυγά, ένα πορτοκάλι και λίγο ψωμί. Κι ενόσω, για να την ευχαριστήσει, καμώνουνταν ο γέρος πως έτρωγε, πιάστηκε κείνη από τη ζώνη της, βγήκε από την τρύπα, πήδηξε πάλι το φράχτη, κι έτρεξε και γέμισε τη στάμνα στο ρυάκι που έτρεχε παρακάτω. Με λαχτάρα ήπιε ο διψασμένος γέρος το παγωμένο νερό. Μα η Αλεξία παρατήρησε πως από φαγί τίποτα δεν είχε αγγίξει.
- Συμπάθησέ με, κόρη μου, της είπε. Δεν πάγει τίποτα κάτω, παρά κομπιάζει στο λαιμό μου...
- Πλάγιασε να κοιμηθείς, παππού, του είπε ανήσυχα.
- Έχω όλη τη μέρα να κοιμηθώ, παιδί μου, σα φύγεις, είπε ο Παγράτης. Τώρα... τώρα πρέπει να συλλογιστούμε τι μπορείς εσύ να κάνεις.
- Εγώ, παππού, το έχω συλλογιστεί, αποκρίθηκε ξερά η Αλεξία, και το έχω αποφασίσει.
- Τι θα κάνεις;
Η φωνή του γέρου έτρεμε. Την ήξερε την Αλεξία του και το πάθος που τη συνέπαιρνε σαν ήταν βαθιά συγκινημένη. Την ήξερε έτοιμη να πέσει στη φωτιά για μια μεγάλη ιδέα, αλλά και άξια να μισήσει ως το θάνατο.