×

Nós usamos os cookies para ajudar a melhorar o LingQ. Ao visitar o site, você concorda com a nossa política de cookies.

image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Οι λίρες του Ζάχου

Οι λίρες του Ζάχου

Εις την γειτονιάν μας, γωνιάν με γωνιάν με την πατρώαν μου οικίαν, είχε κατοικήσει τω 18… ο Ζάχος της Στάμαινας, πρώην ναυτικός, ως 45 χρόνων, προ ολίγων μηνών γυρίσας από την Αμερικήν. Εκατοίκησε μαζί με μίαν νεαράν, ισχνήν, κοντήν γυναίκα, την οποίαν είχε πάρει από το προάστιον του Πέρα Μώλου, από την νήσον την αντικρινήν. Προ ολίγων μόλις εβδομάδων, εντούτοις, είχε στεφανωθή εις το χωρίον με μίαν άλλην· πλην το συνοικέσιον αυτό, καθώς ελέχθη, εναυάγησε…

Ενθυμούμην παιδιόθεν τον Ζάχον, τον θορυβοποιόν και οινοπότην και καλόκαρδον. Κατήγετο από την οικογένειαν της Πασσίνας· ούτω συνήθως εκαλείτο η μάννα του. Θαρρώ πως ήτον αύτη δευτέρα εξαδέλφη του πατρός μου.

Ήτο πράγματι απλοϊκή γυνή, και είχεν αποθάνει με πολλούς καημούς εις το στήθος. Είχε πολλούς καλογήρους εις την οικογένειάν της. Ο αδελφός της παπα-Γεράσιμος, εγκαταβιώσας εις μονύδριον του τόπου μας, έφαγέ ποτε, καθώς έχω ακούσει, σαράντα βότσια* καλαμπόκια ωμά, αγνοώ αν κατόπιν στοιχήματος ή χωρίς στοίχημα. Ο παπα-Καισάριος, άλλος αδελφός της, είχε χρηματίσει επί μακρά έτη Προηγούμενος εις την Μεγάλην Λαύραν την εν Άθω. Ούτος, αν και ως προεστώς Ιδιορρύθμου μοναστηρίου είχεν ιδίαν περιουσίαν, ηρνείτο να δίδη χρήματα εις τους συγγενείς του, λέγων ότι «τα καλογηρικά γρόσια γίνονται φίδια και σας τρώνε…»

Ο ολίγον μετ᾿ αυτήν επιζήσας σύζυγός της, ο μπαρμπα-Στάμος της Στάμαινας, είχε σκαρώσει ποτέ εταιρικώς γολέταν μαζί μ᾿ ένα φίλον του, καπετάν Κοσμάν, εις τον Πίσω Αρσανάν, στου Τσίφερη, κάτω από τα ερημικά και ανεμοδαρμένα Μνημούρια του χωρίου, εις το ρίζωμα του βράχου του θαλασσοπλήκτου. Αλλά τον έβγαλεν απ᾿ έξω ο συνέταιρός του, και δεν τον ανεγνώρισεν ως συμμέτοχόν του εις το σκάφος, άμα επιστρέψαντα από την φυλακήν, όπου είχεν υπάγει ιδού εκ ποίας αφορμής.

Ο μπαρμπα-Στάμος είχεν ανακαλύψει εις ένα γιαλόν, ως έν μίλιον αντικρύ, κοντά στην Καναπίτσα, 12 ως 15 βαρέλια χωμένα εις την άμμον, γεμάτα εκλεκτόν αγγλικόν ρώμι, αναμειγνύον την νύκτα το άρωμά του με το ιώδιον του γιαλού. Εκεί τα είχε κρύψει προσωρινώς ο γερο-Τσαρούχας, κυβερνήτης μεγάλης τρεχαντήρας. Ο γερο-Στάμος, μη έχων καρδιάν να προδώση, εβουλήθη να γίνη μοιραστής και μεριδιούχος εις τα βαρέλια, κ᾿ εκύλισεν ή έσπρωξεν έως την βάρκαν του, με την οποίαν είχε πλεύσει έως εκεί, όσα κομμάτια ημπόρεσεν αυτός και ο κωπηλάτης του. Πλην τότε ούτος, ο Στεφανής ο καλούμενος Γρούτσος, του λέγει:

― Να σ᾿ πω, να σ᾿ πω, μπαρμπα-Στάμο, μπορούμε να δέσουμε με το σκοινί, το σκοινί καμπόσα ρωμ… ρωμ… ρωμιοβάρελ᾿ ακόμα;

― Τι λες, βρε παιδί;

― Αυτό π᾿ σ᾿ λέω, σ᾿ λέω, μπα… μπαρμπα-Στάμο. Μπορούν να πλε… να πλέψουνε τα βαρέλια κ… κ… κοντά ᾽π᾿ τ᾿ βάρκα.

Ο μπαρμπα-Στάμος το είχε σκεφθή ακόμη πρωτύτερα, πριν το είπη ο βραδύγλωσσος ο Στεφανής. Αλλά δεν θα το έκαμνεν, αν δεν του το έλεγεν άλλος.

― Μα θα βουλιάξουν, βρε παιδί, είπεν ακόμη. Γεμάτα τα βαρέλια θα παν στον πάτο.

―Ένα, δυό, απήντησεν ο Στεφανής, θα τα δε… τα δέσουμε σφ… σφ… σφιχτά, σιμά κοντά [και] τς μπ… μπάντες τς β… τς βάρκας. Τα πάμε πίσω από το Μύτικα, στο Σκλ… Σκλ… στο Σκληθρί.

Κ᾿ εδείκνυε την μικράν προβλήτα, το ακρωτήριον της μικράς του αιγιαλού αγκάλης.

― Κει θα πάμε, να τα φουντάρουμε, είπε. Στο κ… κ… στο κατατόπι που ξέρω εγώ… να τα δέσουμε σύρριζα… σφ… σφιχτά, κοντά τς μπάντες.

― Θα τα φουντάρουμε ή θα μας φουντάρουν; είπε στενάξας ο γερο-Στάμος.

Ευρίσκετο αρκετόν σχοινί υπό την πλώρην της βάρκας. Είχαν υπάγει διά να κατεβάσουν δύο ή τρία στραβόξυλα* από το βουνόν, ακόμη και διά να παραλάβουν δύο γίδια από το κοπάδι του Ντανάκια, βόσκοντος εις εκείνα τα μέρη. Αλλ᾿ αφού ανεκάλυψαν τυχαίως τα βαρελάκια, εν τω μεταξύ εξέχασαν και την ξυλείαν και τα βοσκήματα.

Εκοπίασαν πολύ να εκτελέσουν το πείραμα, το οποίον είχεν υποβάλει ο Στεφανής, αλλ᾿ ουδέν κατώρθωσαν. Τέλος, ύστερον από τόσας αργοπορίας, τους επήρ᾿ η μέρα, ανεκαλύφθησαν και ύστερον από υποδικίαν μηνών κατεδικάζοντο εις μακράν φυλάκισιν, ο γερο-Τσαρούχας, ο Στάμος κι ο Στεφανής ο Γρούτσος.

Όταν εβγήκεν ο Στάμος από την φυλακήν, ο σύντροφός του δεν τον ανεγνώρισε πλέον ως συνιδιοκτήτην της σκούνας. Κ᾿ εκείνος είχεν αδελφόν καλόγηρον ― τον παπα-Διονύσιον, Προηγούμενον εις την Μονήν του Δοχειαρίου.

*

* *

Κοντά εις τον παπα-Καισάριον, εις τας υπωρείας του ιερού Άθωνος, είχεν υπάγει νεανίσκος ο ανεψιός του Γιάννης, πρωτότοκος υιός της Πασσίνας. Ούτος, ο παπα-Γιάσαφος ονομασθείς, ανεδείχθη μέγας Κελλιώτης και πραγματευτής εις τας Καρυάς, πλούσιος, ταξιδευτής, και ζων εν πολυτελεία. Ούτος, αφού είχε δώσει αρκετά εις τον πατέρα του, εχορήγησεν όχι ολίγα εις τους δύο αδελφούς του. Εις τον Χρήστον, τον δευτερότοκον, έδωκε διά να κάμη βρατσέραν ν᾿ αρμενίζη, και εις τον Ζάχον, τον νεώτερον, έδωκε διά να κάμη μαγούναν* να ξεφορτώνη τα καράβια. Εντός ολίγου χρόνου ο Χρήστος έφαγε την βρατσέραν, και ο Ζάχος έφαγε την μαγούναν ―ίσως διότι εφοβήθησαν μη φαγωθούν απ᾿ αυτά τα δύο πράγματα, κατά την προφητείαν του θείου των, κ᾿ επρόλαβαν να τα φάγουν― πράγματα άψυχα, κατά το φαινόμενον, αλλά κινούμενα και τρίζοντα φοβερά. Και μετ᾿ ολίγον, όταν ο παπα-Γιάσαφος απέθανε νέος ακόμη, ο Χρήστος ήτο εις την φυλακήν, νομίζω, διά χρέη, ο δε Ζάχος, αφού εξέκαμε την μαγούναν, επήγεν εις την Αμερικήν.

*

* *

Μετά χρόνους ύστερον, ιδού ο Ζάχος εγύρισεν από την Αμερικήν. Γεροντοπαλλήκαρον, ακμαίος ακόμη, και φέρων το στίλβωμα εκείνο, το οποίον όλοι οι δικοί μας προσλαμβάνουν, όταν διατρίψουν ολίγα έτη εις τας χώρας εκείνας. Επανελθών εύρε την πατρώαν οικίαν εις την θέσιν που ευρίσκει ο αγρότης το χωράφι του κατόπιν αιφνιδίας πλημμύρας, αφού ο ίδιος εκοιμήθη εις την σπηλιάν· τα σύνορα παραμερισμένα, το χώμα προσαμμωμένον*, τα φύτρα ξερριζωμένα. Η μόνη διαφορά ήτον ότι ο Ζάχος είχεν ιδεί τα σημεία της οργής να στίζουν τον ορίζοντα, και είχεν ιδεί τους οιωνούς της καταιγίδος να περιίπτανται εις τον αέρα, και θα έπρεπε να μαντεύση την θεομηνίαν, πριν υπάγη να κοιμηθή εις την σπηλιάν. Αλλά δεν είχε δύναμιν να την μαντεύση.

*

* *

Είχεν ακουσθή ότι είχε φέρει λίρες από την Αμερικήν, όπως και δολλάρια, ο Ζάχος. Και ηκούετο τω όντι εις όλην την αγοράν, και δεν εβράδυνε ν᾿ ακουσθή εις όλον το χωρίον, ο μεταλλικός κρότος. Ο νέος έκαμε παρέαν με μερικούς φίλους του, παλαιούς και νέους ― καφεπώλας, κουρείς και καπήλους. Έπαιρναν όλα τα μαγαζιά αράδα, διά να μην αφήσουν κανένα παραπονεμένον ― τα δικά τους και τα ξένα. Πιοτά, κρασιά, καφέδες, λεμονάδες· βιολιά, λαλούμενα*. Τέσσαρα πακέτα καπνόν την ημέραν, και πολλούς ναργιλέδες, όλα ο Ζάχος. Οι δύο φούρνοι της παραθαλασσίας αγοράς, ο του μπαρμπα-Μάρκου του Βούργαρη, και της Κουτσοστέργαινας, ήσαν γεμάτοι από τα γιουβέτσια και 〈τα〉 σπληνάντερα του Ζάχου και της παρέας του.

Τέλος η φήμη έσχε την ηχώ της· ο κρότος έφερε τον αντίκτυπόν του. Μία γεροντοκόρη από τον Επάνω Μαχαλάν, αρχοντοξεπεσμένη, καπετανοπούλα, ορφανή, οπού η οικογένειά της είχεν ιδεί άλλοτε ευτυχίας, ήκουσε προτάσεις πανδρολόγων, προξενητριών και φίλων, οπού της παρίστανον με μιμικόν τρόπον οποίος τις ήτο ως έγγιστα ο ήχος των λιρών του παλιννοστήσαντος από την Αμερικήν Ζάχου. Εκείνη τον ήξευρε μόνον από τας αναμνήσεις και τας περιγραφάς της μητρός της.

Μετ᾿ ου πολύ η κόρη ―ή μάλλον η μάννα της― απεφάσισε «να κατεβή από την σκάλαν* της», και να δεξιωθή τον ερχόμενον όψιμον γαμβρόν. Ο αρραβών συνήφθη, τα «μβασίδια»* του αρραβωνιαστικού έγιναν ―οι λίρες της Αμερικής εβαστούσαν ακόμη― και μετά τρεις εβδομάδας ετελέσθη ο γάμος. Γάμος μεγαλοπρεπής, καίτοι νυκτερινός ―πανηγυρικός και θορυβώδης― όπως εσυνήθιζαν εις τον Μαχαλάν των παλαιών ευπόρων εμποροπλοιάρχων. Όλοι οι καλεσμένοι εξεφάντωσαν, εχόρευσαν, επήδησαν ως το πρωί, ετραγούδησαν, με δύο ζυγιές βιολιά και λαγούτα. Αλλ᾿ όταν την χαραυγήν, μετά ένα γύρον έξω, περί την μικράν πλατείαν και τον βράχον, η παρέα εγύρισε κατά το σπίτι διά να ψάλη τα «πιστρόφια»*, δύο εκ των ζωηροτέρων, οίτινες προηγούντο των μουσικών οιονεί σημαιοφόροι, βλέπουν μίαν σκιάν να κρύπτεται δειλώς όπισθεν της γωνίας ενός χαλάσματος οικίας, ως φάντασμα. Ο πρώτος των δύο τον ανεγνώρισεν. Ήτον ο Ζάχος.

― Τι τρέχει, γαμπρέ;

― Τίποτε, απήντησεν εκείνος συστελλόμενος όπισθεν του ερειπίου. Έτσι βγήκα.

― Δεν επλαγιάσατε;

―Ακόμα.

Ο Ζάχος εκινήθη ως να έβαινε προς την οικίαν της νύμφης. Είτα, όταν εκρύφθη όπισθεν ενός κτιρίου, ετράπη άλλην οδόν. Η παρέα των καλεσμένων ωπισθοδρόμησε προς τον κατήφορον του βράχου, είτα διελύθη.

*

* *

Τρεις μήνας ύστερον, ο Ζάχος ελθών εκατοίκησεν εις την γειτονικήν μας οικίαν. Η γυναικούλα την οποίαν είχε φέρει από τον Πέρα Μώλον ήτο απλή, μειλιχία, εντροπαλή. Έλεγε καλημέρα εις τις γειτόνισσες, και δεν έπιανεν άλλην ομιλίαν.

Ποικίλαι διηγήσεις είχον κυκλοφορήσει ως προς την περίπτωσιν και το επεισόδιον, το επακολουθήσαν ευθύς μετά τον γάμον του Ζάχου. Σχεδόν κανείς δεν είπεν ότι αυτός δεν ηθέλησε την νύμφην. Επιστεύθη μάλλον ότι η κόρη τον έδιωξε, πλην κανείς δεν ήξευρε το διατί.

Όχι ωτακουστής αλλά διαβάτης, ολίγας εβδομάδας πριν αποθάνη ο Ζάχος ―διότι ο Ζάχος αρρώστησε κι απέθανε κ᾿ η ξένη γυναικούλα, αφού τον προέπεμψε πενθούσα μέχρι του τάφου, εμάζωξε τα φορέματά της, η πτωχή, κ᾿ επέστρεψεν εις τον τόπον της, εις τον Πέρα Μώλον― απλούς, λέγω, διαβάτης συνέβη μίαν εσπέραν ν᾿ ακούση, και αν ήθελε και αν δεν ήθελε, τον εξής διάλογον μεταξύ του Ζάχου κ᾿ ενός μπαρμπέρη φίλου του εκ της παλαιάς παρέας, ανάμεσα εις έν στενόν μεταξύ δύο οικιών, εις την αμυδράν ανταύγειαν του μεμακρυσμένου φανού, τον οποίον μας έβαλε τον χειμώνα εκείνον ο πρωτόβγαλτος Δήμαρχός μας.

― Μα γιατί, καημένε Ζάχο; ηρώτα ο μπαρμπέρης, ο οποίος εφαίνετο κάπως πιωμένος.

― Για τς γάτας τ᾿ αυτί, απήντα ο Ζάχος, όστις εφαίνετο ένα βαθμόν περισσότερον 〈πιωμένος〉 από τον φίλον του.

― Μα θα μου πης! επέμεινεν ο φίλος. Ο κόσμος το ᾽χει τούμπανο. Έλα, δα, καημένε.

―Ο κόσμος… να σκάση! είπε μετά θυμού ο Ζάχος. Και τι ξέρει ο κόσμος τι του γίνεται;

― Τι έτρεξε λοιπόν;

― Τι να τρέξη…

Ο Ζάχος εσταμάτησεν αποτόμως, και ήρχισε να ομιλή ταχέως και με σιγανήν φωνήν:

―Ακούς, βρε αδελφέ! Αυτή, πριν πλαγιάσουμε, ήθελε, κατάλαβες, να της δώσω τις λίρες! Να πιάση τις λίρες, να τις μετρήση και να τις κρατήση, να τις έχη στα χέρια της. Για τις λίρες μου, κατάλαβες, με είχε πάρει. Μα, πού λίρες; Οι λίρες είχαν στραγγίσει, πριν γίνη ο γάμος. Μήπως ήτο βρύση, μαθές;

― Λοιπόν;

― Το λοιπόν, σα δεν είχα λίρες, μ᾿ έδιωξε. Αυτό ήτον όλο.

Ο φίλος έσεισε μετ᾿ οίκτου την κεφαλήν. Είτα μυστηριωδώς ηρώτησε:

― Και δε μου λες, αυτή που έχεις τώρα, την έχεις με στεφάνι;

Ο Ζάχος ανυπόμονος απήντησε:

― Μη ρωτάς!…

(1908)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE