Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905)
Ο ήλιος είχε δύσει προ μικρού και ήδη ήρχισε να νυκτώνη. Ο Γιάννης ο Μουτζούρης, με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ξυλάρια και χαμόκλαδα, επέστρεφεν από το χωράφι. Από την μακράν άμμον την εκτεινομένην παρά τον αιγιαλόν, είχεν αναβή τον λοφίσκον, επάνω εις τον οποίον ελεύκαζον τα Μνημούρια, ήτοι το κοιμητήριον, προς δυσμάς της πολίχνης, και παρεπορεύετο τον χαμηλόν λιθόκτιστον περίβολον, τον οποίον είχε κτίσει προ ολίγου πέριξ του τάφου η δημοτική αρχή.
Η σελήνη έφεγγεν αποβραδύς. Έσωθεν του μικρού τοίχου, ο μπαρμπα-Γιάννης είδε μίαν σκιάν να ίσταται άνωθεν ενός τάφου, και πότε να κλίνη εις τα εμπρός, ως να έκαμνε γονυκλισίας, ή να έσκαπτε την πικράν μουχλιασμένην γην. Ο Γιάννης επαραξενεύθη. Εστάθη μίαν στιγμήν κ᾿ εκοίταξεν. Έπειτα εφώναξεν εις το ονάριόν του, το οποίον είχε προβή ολίγα βήματα, την συνήθη συλλαβήν εις ην υπήκουεν εκείνο διά να σταθή. Το ζώον εσταμάτησε, και ο Γιάννης, περίεργος έτρεξε προς την πύλην του Κοιμητηρίου.
Δεν είχον παρέλθει τρία έτη αφότου είχε κατασκευασθή η πύλη αύτη, ότε είχε κτισθή ο περίβολος, και το έν θυρόφυλλον της πύλης είχεν εκριζωθή ήδη από τους στρόφιγγάς του κ᾿ έκειτο καταγής. Ο Γιάννης ο Μουτζούρης εισήλθεν, έκαμε τον σταυρόν του προς τους σταυρούς και τους τάφους, και με τα τσαρούχια του τα σφιχτοδεμένα περί τα σφυρά, με το ελαφρόν βήμα του, έφθασε πλησίον του ορωμένου ανθρώπου, όστις ανύποπτος και έκδοτος εις τους ιδίους λογισμούς του, εξηκολούθει να κάμνη σταυρούς και μετανοίας επάνω εις το νεκρικόν χώμα. Όταν επλησίασεν ο μπαρμπα-Γιάννης είδεν ότι ο τάφος, επάνω του οποίου ίστατο ο ξένος, εφαίνετο εις το φέγγος της σελήνης πολύ νεοσκαφής, ο δε άνθρωπος έφερε σχεδόν ως σχήμα καλογήρου. Εφόρει ράσον, πλην όχι καλυμμαύχιον, αλλά μαύρην σκούφιαν.
Ο Γιάννης του εφώναξεν:
―Ε! τι κάνεις εδώ;
Και αφού είπε τούτο, ήλθε πλησιέστερα. Ο ξένος ήτο γέρων με λευκήν γενειάδα, άγνωστος. Ο Γιάννης δεν τον είχε ξαναϊδεί ποτέ του.
Ο άνθρωπος εστάθη, τον εκοίταξε, και δεν του απήντησε. Μόνον έπαυσε τας γονυκλισίας.
Ο χωρικός του είπε «καλησπέρα», είτα επανέλαβε:
― Δεν σ᾿ έχω ξαναϊδεί. Μήπως είσαι από το Μοναστήρι; Πώς έτυχε;…
Ο άνθρωπος εψιθύρισε:
―Ε! έτσι… μην ερωτάς!
Κ᾿ εσιώπησεν. Ο Γιάννης εκοίταξε τον νεόσκαπτον τάφον, τον άνευ λευκού μνήματος επί της κορυφής, προς το δυτικόν μέρος, οποία εκόσμουν όλους τους άλλους τάφους. Μόνον πρόχειρος ξύλινος Σταυρός εσημείωνε το μέρος της κεφαλής του νεκρού.
― Αυτός ο τάφος θα είναι της γρια-Χρυσής της Κουφής που την έθαψαν σήμερα. Δεν ήμουν εδώ την ημέρα, μα είχα μάθει εψές το βράδυ πως είχε τελειώσει. Αυτηνής είναι, ή δεν ξέρεις;
― Ναι, είπεν ο ξένος.
― Την εγνώριζες; Και κάνεις μετάνοιες για την ψυχή της;
― Για την ψυχή τη δική μου, το περισσότερο, είπεν ο γέρων.
―Ήξερες ποια ήτον αυτή;
Ο ξένος έσεισε μετά δισταγμού την κεφαλήν, ως να ήθελε να είπη ναι και όχι.
Ο μπαρμπα-Γιάννης έμεινε συλλογισμένος προς στιγμήν, είτα είπεν:
―Εκεί πέρα, σιμά στο δρόμο, είναι η καλύβα μου. Βλέπεις εκεί κοντά, στο καπηλειό του γείτονά μου, του Αντώνη του Μποτσάνη. Θα ξεφορτώσω το ζωντόβολο στην αυλή, και θα καθίσω κ᾿ εγώ λίγη ώρα δίπλα, στο καπηλειό, να πιω ένα ρακάκι, να ξαποστάσω. Αν θέλης, πάτερ, έλα να σε κεράσω, να κάμουμε κουβέντα. Θα σου πω τι ξέρω γι᾿ αυτήν την μακαρίτισσα, Θεός σχωρέσ᾿ την, που βάλανε σήμερα εδώ… Αν θέλης και τουλόγου σου, πες μου ό,τι ξέρεις… Αλλοιώς μη λες, δεν σε βιάζω.
Μετά έν τέταρτον της ώρας, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μουτζούρης έπινε το ρακί του στο καπηλείον του Αντώνη του Μποτσάνη. Εκεί ήλθε και ο ξένος γέρων, ο έχων σχήμα καλογήρου.
Επάνω εις δύο κούτσουρα, εμπηγμένα κάτω εις την γην, εκάθισαν οι δύο συμπόται. Μέγα μάρμαρον άξεστον εχρησίμευεν ως τραπέζι καταμεσής.
― Το λοιπόν, ήρχισεν ο μπαρμπα-Γιάννης μετά την πρώτην δόσιν της ρακής, την εγνώριζες τη γρια-Χρυσή;
―Εγνώρισα λίγο τον άνδρα της, είπε μετά δισταγμού ο ξένος.
― Ποιόν απ᾿ όλους; Γιατί αυτή είχε πάρει τρεις άνδρες.
― Τον πρώτον, και τον καλύτερον, είπεν ο καλόγηρος… Ο Θεός να ελεήση την ψυχή μου! είμαι πολύ αμαρτωλός άνθρωπος!…
Και η φωνή του έγινε θρηνώδης. Αφήκε βαθύν στεναγμόν.
― Πες μου, τι τρέχει, πάτερ; Είμαι περίεργος, επανέλαβεν ο μπαρμπα-Γιάννης.
― Πες μου πρώτα τι ξέρεις τουλόγου σου, είπεν ο ξένος γέρων.
Ο Γιάννης, έπιε δευτέραν καταπιάν ρακίου, και είπε:
― Μα είμαι πολύ περίεργος… Έπειτα δεν ξέρω ποιος είσαι, και πώς βρέθηκες εδώ… Δεν μου είπες, απάνω στον Ευαγγελισμό, στο Μοναστήρι, βρίσκεσαι; Βέβαια, απ᾿ τον τόπο δεν είσαι… Τι σχέση έχεις εσύ με την πεθαμένη, κι από πού κι ως πού;…
Ο ξένος, μετά μικράν σκέψιν, απήντησε:
― Μοναχός σου δεν είπες: «Θα σου πω, κι αν θέλης και συ, πες μου, αλλοιώς μη λες, δεν σε βιάζω»; Έπειτα αυτό που μπορώ να σου πω είναι μόνον μια άκρη όλης της κουβέντας, οπού εγώ οφείλω να το πω στον πνευματικόν… Σου είπα είμαι αμαρτωλός άνθρωπος.
― Και δεν έχεις ξεμολογηθεί;
― Πολλές φορές… Μα η συνείδησίς μου με πειράζει ακόμα. Ο λογισμός μου δεν αναπαύεται. Αυτό είναι πράμα που δεν ξεχνιέται!
―Αλήθεια; είπεν ο Γιάννης, αισθανόμενος κάτι ως φόβον εις τον χαρακτηρισμόν τούτον που έδιδεν εις τον ίδιον εαυτόν του ο άγνωστος.
―Αλήθεια! επανέλαβεν ο άγνωστος. Κι αυτό που μπορώ να πω εγώ, εσύ δεν το ξέρεις, κι αν θέλω σου το λέω, μόνο διά να ξαλαφρώσω την συνείδησή μου… Ενώ, αυτό που μπορείς να μου πης εσύ, εγώ μπορεί να το ξέρω καλύτερα από σένα, και μου το πης, δεν μου το πης, εγώ δεν έχω καμμιά περιέργεια. Μόνον, αν μου πης, με την κουβέντα, θα μου έρθη κ᾿ εμένα όρεξη να πω το δικό μου…
Ο Γιάννης επανέλαβεν:
― Είπες, αυτό που μπορώ να σου πω, εσύ το ξέρεις;
― Ναι, είπεν αδιστάκτως ο ξένος· το πώς δηλαδή εχάθη στην Πόλη ο πρώτος άνδρας της μακαρίτισσας… που τον εκρέμασαν άδικα οι Τούρκοι… κ᾿ εμοσχοβόλησαν τα κόκκαλά του! Α! ο Θεός να ελεήση την ψυχή μου!…
Και η φωνή του ξένου έτρεμεν.
Ο Γιάννης είπε:
― Τότε να πάρουμε ένα δεύτερο τσίπουρο.
Έκραξε τον κάπηλον, του παρήγγειλε να φέρη δύο ρακιά, κ᾿ επάνω εις το ρακί ήρχισε να διηγήται ό,τι είχεν ακούσει από τους γεροντοτέρους συντοπίτας του.
*
* *
Το απόγευμα της ημέρας εκείνης είχε ταφή εις το μικρόν κοιμητήριον της πολίχνης η γραία Χρυσή η Κωφή!
Αύτη ήτο τρις χήρα. Ο πρώτος σύζυγός της υπήρξεν ο νεαρός ναυτικός Κωσταντής του Ματαρώνα, κρεμασθείς υπό των Τούρκων εν Κωνσταντινουπόλει περί τας αρχάς του ΙΘ´ αιώνος, ολίγα έτη προ του Ελληνικού Αγώνος. Είχον νυμφευθή προ ενός έτους. Η Χρυσή είχε γεννήσει θυγάτριον. Ο σύζυγός της, περί τας αρχάς της ανοίξεως, εμβαρκαρίσθη ως συνήθως, με το καράβι του πατρός του, του οποίου ήτο κυβερνήτης, κ᾿ επήγεν εις την Πόλιν, όπου εμπορεύετο οίνους και έλαια.
Τας ημέρας εκείνας, παρά την αποβάθραν της Σταμπούλ, όπου ήσαν αραγμένα πολλά ελληνικά πλοία και καΐκια προερχόμενα από τας Νήσους και από την Άσπρην Θάλασσαν (το Αιγαίον Πέλαγος), ανάμεσα εις πολλά καΐκια, τα οποία επωλούσαν εις τους Τούρκους έλαια, ελαίας, ρακήν, σύκα, σταφίδα, και άλλα προϊόντα, είχε συμβή, διά λόγους συμφέροντος, φιλονικία τις μεταξύ Χριστιανών πωλητών και Οθωμανών αγοραστών, και είς Έλλην ναύτης είχε φονεύσει ένα Τούρκον κτυπήσας αυτόν με κώπην.
Όταν η εξουσία έμαθε τον φόνον, και ανέσυρεν από τον βυθόν της θαλάσσης το πτώμα του Τούρκου, συνέλαβεν ως υπόπτους πέντε ή έξ εκ των Ελλήνων ναυτικών. Μεταξύ τούτων ήτο και ο Κωσταντής.
Ουδείς ήθελε να ομολογήση την πράξιν, αλλά και ουδείς έσπευδε να καταμαρτυρήση ή να εγκαλέση άλλον ως ένοχον. Μόνον δύο εκ των ανακρινομένων είπον ότι ο φόνος είχε συμβή πλησίον εις το μέρος όπου ήτο δεμένον το καράβι του Ματαρώνα, και ότι ο καπετάν Κωσταντής ευρίσκετο πάντοτε επί του πλοίου, μόνον δε κατά Κυριακήν πρωί, όταν ήθελε να υπάγη εις την Εκκλησίαν, ή και το Σάββατον εσπέρας, όταν είχε λογαριασμούς να κανονίση, εξήρχετο εις την ξηράν.
Τότε οι Τούρκοι εκράτησαν ως μάλλον ύποπτον τον Κωσταντήν του Ματαρώνα, απολύσαντες τους άλλους.
Ανέκριναν διά της βασάνου τον Κωσταντήν.
― Γκιαούρη! Κιοπέκ*! Εσύ τον εσκότωσες!
―Όχι, Κατή εφέντη· ορκίζομαι!
―Όχι;… και ποιος τον εσκότωσε;
― Δεν είδα.
―Ο καυγάς έγινε πολύ κοντά στο καΐκι σου.
― Δεν ξέρω αν ήτο πολύ κοντά! Ήτον νύκτα αποβραδύς. Εγώ εκοιμώμουν. Άκουσα μόνον φωνές. Άκουσα και τον σκύλο μας να γαυγίζη. Ξαφνίστηκα. Σηκώθηκα, κ᾿ εβγήκα στην κουβέρτα. Κοιτάζω, ψυχήν δεν είδα. Το πρωί έμαθα πως είχε γίνει φονικό.
― Κ᾿ οι σύντροφοί σου;
― Τους συντρόφους μου τους εξέτασες, Κατή εφέντη. Η αφεντιά σου ξέρεις τι σου είπαν.
Οι δύο σύντροφοι του Ματαρώνα, οίτινες απετέλουν προσωρινώς το μόνον πλήρωμα του πλοίου, ενόσω τούτο ευρίσκετο δεμένον εις την σκάλαν, είχον συλληφθή μετά των άλλων υπόπτων, και απολυθή· είχον καταθέσει ομοίως ότι εκοιμώντο, και δεν είδαν τίποτε.
Ο Τούρκος δικαστής μετεμελήθη διότι τους απέλυσε, κ᾿ έστειλε να τους συλλάβη εκ νέου. Τους έφερεν εις αντιπαράστασιν με τον πλοίαρχόν των. Οι άνθρωποι εβεβαίωσαν μεθ᾿ όρκου ότι δεν είδαν τίποτε. Και πάλιν τους απέλυσεν ο δικαστής.
Μετά την αποπομπήν τούτων, η ανάκρισις του Κωσταντή έγινε συντονωτέρα.
― Λοιπόν, είπεν ο δικαστής, ο ένας δεν ξέρει, ο άλλος δεν είδε τίποτε. Ποιος λοιπόν τον εσκότωσε; Μήπως ο Μουσουλμάνος εσκοτώθη μόνος του;
―Ορκίζομαι στην πίστιν μου, είμαι αθώος, είπεν ο Κωσταντής.
― Τι ορκίζεται στην πίστιν του; υπέλαβεν είς γηραιός Τούρκος, παρών εις την ανάκρισιν. Η πίστις του είναι ψεύτικη.
―Όχι, είναι αληθινή! είπεν αυθορμήτως και μετά θάρρους ο Κωσταντής.
Ο λόγος ούτος ηρέθισε τους Τούρκους. Ύβρισαν τον νέον Χριστιανόν «Κιοπόγλου, κιοπέκ*!» Είτα τον έστειλαν εις το υγρόν, σκοτεινόν βουδρούμι, όπου του έδωκαν αρκετούς ραβδισμούς. Μετ᾿ ολίγας ώρας έστειλαν πάλιν να τον φέρουν, και τον ωδήγησαν ενώπιον του Μολλά.
Και πάλιν ήρχισεν η διπλή βάσανος της ανακρίσεως δι᾿ έργου και λόγου. Εγύρισαν τας δύο χείρας του δεσμώτου οπίσω εις τα νώτα του.
Ο ωραίος ροδοκόκκινος νέος, με τον ξανθόν μύστακα, έπασχε δεινώς, και αι κόραι των ομμάτων του, εφαίνοντο έτοιμοι να πεταχθώσιν έξω από τας κόγχας.
― Γκιαούρ ντομούζ*! Θα ομολογήσης; Εσύ τον εσκότωσες.
― Σας λέγω την αλήθεια· είμαι αθώος.
― Τότε, αφού λέγει την αλήθεια, πως είναι αθώος, είπε πάλιν ο γηραλέος Τούρκος, όστις παρίστατο εις τας ανακρίσεις, ας γίνη Μουσουλμάνος, να τον πιστεύσωμεν!
― Γίνεσαι Μουσουλμάνος;
―Όχι!
― Θα σε κρεμάσω!
Ο νέος ελιποψύχησε προς στιγμήν.
― Γίνεσαι;
Ο Κωσταντής εσιώπα.
― Θα κρεμασθής!
―Ας!…
Και πάλιν:
― Γίνεσαι Τούρκος;
―Όχι!
― Σύρτε τον στην κρεμάλα! έκραξεν αγρίως ο Μολλάς.
Ο γηραλέος Τούρκος εκρότησε τας παλάμας.
*
* *
Τον έφεραν εις τον τόπον της καταδίκης. Ητοίμασαν την αγχόνην.
―Εσκότωσες τον άνθρωπον!
―Όχι!
― Γίνε Τούρκος!
― Κύριε Ιησού Χριστέ!
Δύο ή τρεις Τούρκοι με πλατέα σαρίκια, παριστάμενοι εις τον απαίσιον τόπον, ήρχισαν να νουθετούν τον κατάδικον.
―Έλα εις την αληθινήν πίστιν, άνθρωπε, να γλυτώσης… Δεν λυπάσαι τα νιάτα σου;
― Γίνε, γκιουζέλ Γκιαούρ*, γίνε Τούρκος! Δεν έχεις γονείς; Δεν λυπάσαι τη μάννα σου;
― Παντρεμένος είσαι; Δεν λυπάσαι τα παιδιά σου;
Ο Κωσταντής είχεν ολιγοψυχήσει και πάλιν. Εκρατήθη η φωνή του.
― Θα γίνης; Τ᾿ απεφάσισες;
―Όχι! Δεν κολάζω την ψυχή του νοννού μου, που μ᾿ εβάφτισε.
Ο δήμιος έσυρε το σχοινίον.
― Θα γίνης Τούρκος;
―Η τελευταία ώρα σου!
―Όχι! Δεν κολάζω τον νοννό μου!
Ο δήμιος ητοίμασε την θηλειάν.
― Σύρε λοιπόν εις τον Άδην, άπιστε!
― Μνήσθητί μου, Κύριε!
Και μετ᾿ ολίγα λεπτά, ο νέος ήσπαιρε κρεμάμενος εις την αγχόνην.
*
* *
Μετά τρία έτη, οι ναυτικοί, οι παλαιοί γείτονες του πλοίου του Ματαρώνα παρά την αποβάθραν της Σταμπούλ ―εξ ων πολλοί κατήγοντο εκ Ρόδου―, οίτινες εγνώριζον την αθωότητα του νεαρού πλοιάρχου Κωσταντή, και είχον μάθει εν καιρώ πού ακριβώς είχε ταφή το λείψανόν του, επήγαν κρυφίως εις το νεκροταφείον των καταδίκων και ανέσκαψαν τον τάφον. Τα κόκκαλα του Κωσταντή, κατακίτρινα, εμοσχοβολούσαν ωσάν από ρόδα και βασιλικόν. Οι Ροδίται τα επήραν εις το πλοίον, και τα μετέφεραν εις την πατρίδα των, όπου τα απέθηκαν εις ιερόν βήμα παρεκκλησίου, υπό την Αγίαν Τράπεζαν.
*
* *
Εις το χωρίον του Κωσταντή, οι συγγενείς του έμαθαν, μετά καιρόν, ότι «τον εκρέμασαν άδικα οι Τούρκοι στην Πόλη». Η νέα Κ᾿σή (Χρυσή) η νεόνυμφος, με το βρέφος εις τους κόλπους της, έκλαυσε τον σύζυγόν της, εφόρεσε μαύρα, και μετά δύο έτη τον εξέχασε και ήλθεν εις δεύτερον γάμον.
Ολίγας ημέρας μετά τον γάμον είδεν όνειρον. Της εφάνη εις τον ύπνον της, ο πρώτος σύζυγος, ο Κωσταντής, με την θηλειάν εις τον λαιμόν.
― Χρυσή, μ᾿ εξέχασες;
Η Χρυσή εξύπνησε με πυρετόν, και με βοήν εις το έν ωτίον. Είχε μείνει έγκυος· εγέννησε με πόνους και με βάσανα. Άμα ως ετέχθη το βρέφος, απέθανε το πρώτον παιδίον το εκ του Κωσταντή. Μετ᾿ ολίγον καιρόν απέθανε και ο δεύτερος σύζυγός της. Η Χρυσή εκωφάθη κατά το έν ωτίον.
Η Χρυσή επένθησε και τον δεύτερον σύζυγον. Ευθύς ύστερον απέθανε και το τέκνον το εκ του δευτέρου γάμου. Μετά τρία έτη η Χρυσή εξέχασε και τ᾿ όνειρον, και τον δεύτερον σύζυγον, και τα δύο τέκνα. Αλλ᾿ ήτο νέα ακόμη, μόλις τριακοντούτις. Οι συγγενείς της την έπεισαν να νυμφευθή και εκ τρίτου.
Ολίγας ημέρας μετά τον τρίτον γάμον, βλέπει καθ᾿ ύπνον τον Κωσταντήν, με έν σημείον ως αύλακα γύρω εις τον λαιμό.
― Χρυσή, όλο με ξεχνάς;
Η Χρυσή εξύπνησε πυρέσσουσα, και με βοήν εις το άλλο ωτίον, το υγιές. Μετ᾿ ολίγον καιρόν απέθανεν ο τρίτος σύζυγος, η δε Χρυσή εκωφάθη και από τα δύο ώτα.
*
* *
Αυτή η γρια-Κ᾿σή η Κουφή, καθώς την ωνόμαζον όλοι, είχε ταφή εκείνην την ημέραν, και την ιστορίαν αυτήν διηγήθη ο Γιάννης ο Μουτζούρης εις τον γηραιόν ξένον, τον οποίον είχε συλλάβει προσευχόμενον επάνω εις τον τάφον.
Ούτος είχεν ακούσει απλήστως την διήγησιν. Είτα έπιε την τελευταίαν ρανίδα του ρακιού και είπεν:
―Έτσι έγινε, όπως το είπες.
― Λοιπόν, όλα τα ήξευρες;
― Ναι, και κάτι παραπάνω.
―Α! αν θέλης να μου πης, τι είν᾿ αυτό το παραπάνω;
―Ό,τι λείπει από όλην την ιστορίαν.
― Τι λείπει;
― Το ποιος είχε σκοτώσει τον Τούρκο, κ᾿ εκρύφθη, κ᾿ εγλύτωσε…
Και τούτο λέγων ο ξένος εσηκώθη να φύγη.
Ο Γιάννης ήνοιξε μεγάλως τους οφθαλμούς και το στόμα.
―Α! αυτός είσαι συ;! !…
Ο ξένος έφυγε με ταχύ βήμα, και μετά μίαν στιγμήν έγινεν άφαντος. Ως τελευταίαν ηχώ, η αύρα έφερεν εις τα ώτα του Γιάννη την φράσιν αυτήν:
―Ο Θεός να ελεήση την ψυχή μου!
(1905)