×

Nós usamos os cookies para ajudar a melhorar o LingQ. Ao visitar o site, você concorda com a nossa política de cookies.

Promoção de Ano Novo Até 50% de Desconto
image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Η Ασπροφουσταντούσα

Η Ασπροφουσταντούσα

Τέλος, αφού επί έτη το έλεγε συχνά, πότε παίζων, πότε από πείσμα διά μερικούς συγγενείς της πρώτης γυναικός του, χωρίς να το πιστεύη ο ίδιος, ότι έμελλε να το πραγματοποιήση ποτέ, ο κυρ Μανιός ο Σκαμπέβας, έξαφνα μίαν βραδειάν το απεφάσισε και το έκαμε. Επροσκάλεσεν ένα παπάν κ᾿ εστεφανώθη με την Νταντώ την Χτούκαιναν. Πράγματι δε, αν ενυμφεύθη μίαν, εφορτώθη δύο γυναίκας· την σύζυγόν του και την γρια-Χτούκαιναν, την μητέρα της.

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, η παλαιά γνωριμία και η ανάμνησις αύτη, μ᾿ έκαμε να ενθυμηθώ, κοντά εις τα άλλα «παλαβά ρολόγια», όσα έχω ιδεί εις την ζωήν μου ― ούτω τα ονομάζει ο λαός, πράγματι· είναι δε το ωρολόγιον έν των νευρικωτέρων και των μάλλον επιδεκτικών αγυρτείας και κιβδηλείας πραγμάτων και εξόχως παραστατικών του προϊόντος νευρικού εκφυλισμού της κοινωνίας μας ― αφού κ᾿ αι αθηναϊκαί εφημερίδες κατά προτίμησιν ωρολόγια προσφέρουν ως «δώρα» εις τους συνδρομητάς των…

Δηλαδή, ανάμεσα εις τα τόσα ελαττωματικά ωρολόγια, όσα έχω ιδεί εις την ζωήν μου, είδα εσχάτως έν, το οποίον, ενώ μέχρι τινός επήγαινε καλά, έξαφνα, όταν ο λεπτοδείκτης συνέπιπτε με τον ωροδείκτην, τον συνήρπαζε, τον παρέσυρε και συνεβάδιζον ομού κολλητά, ώστε ενώ προ πέντε λεπτών ακόμη ήτο λ.χ. δύο και δέκα λεπτά, έξαφνα, μετά πέντε λεπτά, εδείκνυε τρεις και τέταρτον. Μετά άλλα πέντε λεπτά, τέσσαρας και είκοσι και ούτω καθεξής· αι δύο βελόναι εξηκολούθουν να συνταξιδεύουν διαρκώς. Το ασθενέστερον δοκούν παρέσυρε το ηρεμώτερον και το εδραιότερον, και τούτο μου εφάνη λίαν διδακτικόν θέαμα.

Δεν ήτο μικρός άνθρωπος εις τον τόπον του ο γερο-Σκαμπέβας. Ευπατρίδης, εγγράμματος, ελευθεριάζων, φωνασκός, ανοιχτόκαρδος, ολίγον τι καϊρίζων εις τα θρησκευτικά, υπήρξε σημαιοφόρος της χειραφετήσεως των ιδεών εις την πατρίδα του. Επί Όθωνος είχεν εκλεχθή δις βουλευτής, είτα επί της ενεστώσης βασιλείας, όταν εγήρασε, και οικονομικώς εξέπεσεν, εδέχθη δημοσίαν θέσιν· διωρίσθη έπαρχος κατ᾿ αρχάς, είτα έφορος, ύστερον συμβολαιογράφος, και τελευταίον υποτελώνης. Αι κατιούσαι βαθμίδες δεικνύουν την προϊούσαν έκπτωσιν των αξιών και των χαρακτήρων από της εποχής της πρώτης βασιλείας μέχρι σήμερον.

Είχε χηρεύσει από τον πρώτον γάμον, μείνας με δύο ορφανά, υιόν και θυγατέρα. Ηγάπα εξόχως την γυναίκα του και την επένθησεν εγκαρδίως. Αλλ᾿ εις ώρας δυσθυμίας και ψυχικής ταραχής, έλεγεν ότι θα ενυμφεύετο εκ νέου, καίτοι 55 ετών ήδη, εις το πείσμα του πενθερού του, του γερο-Μελισσείδου. «Να σκάσ᾿ ο γερο-Μελισσάς, θα πανδρευθώ, να σκάσ᾿ ο γερο-Μελισσάς!» Και όταν επραγματοποίησεν οριστικώς την απειλήν, τα δύο ορφανά, ο Μοναχάκης κ᾿ η μικρά Μαριγώ, έμειναν έκτοτε πλησίον του πάππου των, και δεν ηδυνήθησαν ούτε μίαν ημέραν να ζήσουν υπό την αυτήν στέγην με την μητρυιάν των.

*

* *

Η Νταντώ, ορφανή μοναχοκόρη, από τριακονταετίας και πλέον, όταν ήτο εις το πρωτοκαίριον έαρ της, επερίμενε πότε να έλθη η τύχη. Εμούχλιαζε μέσα εις τους τέσσαρας τοίχους του σπιτιού με τρία πατώματα, αρχοντοξεπεσμένη, εκεί ψηλά εις την συνοικίαν της Παναγιάς, στον πύργο. Μετά καιρόν απηλπίσθη από τους αγάμους νέους. Αλλά ως να ήθελεν η μοίρα της να της δίδη νύξεις προς παρηγορίαν, αθρόοι είχον αρχίσει να χηρεύουν τω καιρώ εκείνω οι καλύτεροι του τόπου. Κοντά εις άλλους εχήρευσε κι ο Σκαμπέβας. Ήλπισε πολύ το Νταντώ, είτα απηλπίσθη πάλιν· μεγάλη βραδύτης επήλθε, «η μοίρα της ήταν άρρωστη», ως έλεγε. Πάλιν ήλπισεν, είτα νέα αργοπορία· «εζούριασε* η μοίρα της η χτικιάρα, η βερεμιάρα!», ο Σκαμπέβας υπέσχετο, αλλά δεν ήθελε ν᾿ αποφασίση. Τέλος, ο γέρων, πενταετίαν όλην μετά τον θάνατον της πρώτης συζύγου, το απεφάσισεν, έκλεισε τα όμματα και την ενυμφεύθη.

Η Νταντώ, αν και δεν έλεγε ποτέ τα χρόνια της, θα ήτο τότε σαρανταπεντάρα. Αλλά ποτέ δεν έπαυσε να θάλπη την ελπίδα ότι θ᾿ απέκτα τέκνον.

*

* *

Όταν ο γερο-Σκαμπέβας εστάλη ως υποτελώνης εις την ωραίαν εκείνην ακρογιαλιάν εις το χωρίον Π., όχι μακράν από την ιδίαν επαρχίαν του, η σύζυγός του τον συνώδευσεν, η δε γραία πενθερά, αχώριστος πάντοτε, ηκολούθησε το ανδρόγυνον.

Ο γάμος επάλιωσε· είχε γίνει προ εξαετίας ήδη· αλλ᾿ αι δύο γυναίκες, η σύζυγος και η πενθερά εξηκολούθουν, ενισχυόμεναι εις την πεποίθησίν των και διά της αμοιβαίας υποβολής, να θάλπουν την ελπίδα περί αποκτήσεως τέκνου. Εννοείται ότι η Νταντώ την ιδέαν ταύτην είχεν υποκάρδιον μέσα της, αλλ᾿ εφυλάσσετο καλώς να την εξωτερικεύση· είχεν αμυδράν τινα έννοιαν περί του γελοίου.

Εις το χωρίον της ακρογιαλιάς ο Σκαμπέβας είχεν ικανούς παλαιούς φίλους και γνωρίμους, ακόμη και μακρινούς τινας συγγενείς· θα εύρισκε πώς να περνά την ώραν του, με τας συναναστροφάς· διότι ήτο εξόχως κοινωνικός.

Η γραία Χτούκαινα, άμα εισήχθη εις τας παλαιάς συγγενικάς του γαμβρού της οικογενείας, ήρχισε ν᾿ ανακοινώνη τας σκέψεις της. Εν πρώτοις εξεθείαζε την ιδίαν κοινωνικήν θέσιν και την περιωπήν της «εις όλο το κράτος της Σ…» (ωνόμαζε τον τόπον της γεννήσεώς της).

Είτα εξωμολογείτο το τρυφερώτερον εξ όλων των αισθημάτων της:

― Μοναχάκη και Μαριγώ!… όλο Μοναχάκη και Μαριγώ να έχη στο στόμα του ο Γιαννιός (ο γαμβρός της). Αυτό δεν υποφέρνεται. Πρέπει, χωρίς άλλο, πρέπει να κάμη παιδί το Νταντώ μου!

Αι νεάνιδες, εις τας οποίας διηγείτο τ᾿ ανωτέρω, εκάγχασαν. Η γραία δεν ενόει το διατί.

*

* *

Εις το υποτελωνείον του ο Σκαμπέβας ούτε υπηρεσίαν μεγάλην είχε να διεξάγη, και την ολίγην υπάρχουσαν την εξετέλουν οι δύο τελωνοφύλακες, οίτινες εμοιράζοντο και τα τυχηρά. Άλλως, η κυρία υποτελώνου δεν τον άφηνεν εις ησυχίαν. Η γυνή αύτη, καλώς γνωρίζουσα πώς «να φυλάη την θέσιν της», εστολίζετο καθημερινώς, ελευκοφορούσε, εφόρει το «καβούκι»* της το χρυσοκέντητον επί της κορυφής της, έρριπτεν επί της καστανής κόμης το αλέμι* το λεπτόν και διαφανές, κ᾿ εξήρχετο, με το επανωκόρμι της υψηλά υπό τας μασχάλας και τας πλουσίας φουσκωτάς πτυχάς της παλλεύκου εσθήτος της, διήρχετο από το γραφείον του συζύγου της, και απήτει διαρκώς, άπαξ και δις της ημέρας, να την συνοδεύη εις περιπάτους ανά την ακρογιαλιάν, εντός του χωρίου πάντοτε, μέχρι της εσχατιάς των αλωνίων, όπου ήσαν αι βρύσεις, πλήθουσαι κατά τας εσπερινάς ώρας από κόσμον γυναικών και κορασίων. Ποτέ δεν εξήρχοντο έξω εις τας τερπνάς εξοχάς, αν δεν ήξευρεν ότι θα εύρουν κόσμον εκεί. Διά να εύρουν δε κόσμον, έπρεπε να είναι καιρός συγκομιδής καρπού ή άλλης αγροτικής εργασίας.

Εκ των γυναικών του χωρίου, σχεδόν καμμία δεν ηυκαίρει ποτέ να εξέλθη εις περίπατον μετά του συζύγου της, τας δε εκδρομάς των εξετέλουν πάντοτε με ενδυμασίαν καθημερινήν και κρατούσαι τα καλάθιά των. Μερικαί γραίαι βλέπουσαι τους τακτικούς περιπάτους του ανδρογύνου, έσειον ηρέμα τας κεφαλάς, κ᾿ εψιθύριζαν σιγά την παροιμίαν «έπαρ᾿ με, καλέ μου, κι ας πααίνουμε…» Η Νταντώ ήτο πρόθυμος εις επισκέψεις προς γνωστούς και αγνώστους, εσταμάτα προ του κήπου ή της αυλής εκάστης οικογενείας, έπιανεν ομιλίαν με την οικοδέσποιναν ή με την κόρην, και ποτέ «δεν τα έσωνε».

*

* *

Καθ᾿ όλον τον χειμώνα, σχεδόν καμμίαν ημέραν δεν έλειψαν από το σπίτι του γερο-Κονόμου, παλαιού συγγενούς των, ούτε ο Σκαμπέβας ούτε η Νταντώ. Άμα ενύκτωνεν, ο κύριος υποτελώνης εφώναζε μακρόθεν την καλησπέραν αντικρύ του γραφείου του, εις την Κονόμισσαν, τριτεξαδέλφην του. Είτα ανήρχετο εις την οικίαν, ήρχιζεν ομιλίαν, ελησμόνει τον εαυτόν του επί μακρόν, χωρίς να τον μέλη ποτέ τι ώρα ήτο. Επλησίαζεν ώρα του δείπνου, αλλ᾿ η κουβέντα δεν είχε τελειωμόν.

Τότε έφθανεν από το σπίτι, το οποίον απείχεν ένα δρομίσκον παραπέρα, λευκοφορούσα πάντοτε, αλλά με ολιγωτέραν πολυτέλειαν στολισμένη η κυρία Νταντώ.

― Θα πω*, κόλλησες; Έχω κατεβασμένο το φαΐ, θα κρυώση, έλα, πάμε.

― Κάθισε, λιγάκι, καημένη Αλεξανδρώ (= Νταντώ), απήντα ο Σκαμπέβας.

Αλλ᾿ η Αλεξανδρώ, προλαβούσα είχε καθίσει ήδη, αφού εκοιτάχθη ολίγον εις τον καθρέπτην και διηυθέτησε τας πτυχάς της εσθήτος της.

Η γρια-Κονόμισσα ήτο φιλόφρων. Εμειδία το καρτερικόν της μειδίαμα, και ποτέ δεν έδιωχνε τους επισκέπτας.

Εξανάρχιζεν εκ νέου η κουβέντα, αφού έρριπτεν ολίγα προσανάμματα η Νταντώ.

Μετά τέταρτον της ώρας, έφθανε τρίτη η γρια-Χτούκαινα.

― Τα* τ᾿ ήτανε, θα πω, τι πάθατε κ᾿ οι δυό σας; Αστοχήσατε πλιό, ᾽λότελα; Το φαι θα τσικνώση.

― Μα η Αλεξανδρώ μας είπε πως το είχε κατεβάσει.

― Το ᾽βαλα πίσω απάνω, για να ζεσταθή.

― Και τ᾿ άφησες, γριά, να τσικνώση; Τρέχα πίσω, γλήγορα.

― Μα το κατέβασα.

Τότε ο Σκαμπέβας προς την σύζυγόν του:

―Ήρθες που ήρθες, καημένη, δεν ήξερες να φέρης και το φαΐ; Τάχα δεν τρώμε κ᾿ εδώ; Σε δικό μας σπίτι είμαστε.

― Τι το θέλετε το φαΐ; διεμαρτύρετο η κυρα-Κονόμισσα. Μακάρι* δεν έχουμε φαϊά εδώ; Κοιτάξετε· τα καλά του Θεού.

Εδείκνυε με το νεύμα προς τινα χαμηλήν, εις το μέσον της μεγάλης χειμωνιάτικης κάμαρης, εστίαν, όπου, αρτίως κατεβασμένη από το σπινθηρίζον πυρ ήτο η χύτρα γεμάτη φασόλια με ευώδες έλαιον. Είτα μεγάλη γαβάθα γεμάτη αχινούς αρτίως καθαρισμένους και ταψίον με λαχανόπιττες αχνιστάς και μυροβολούσας από τα αρωματικά είδη των λαχάνων. Ήτο σαρακοστή.

― Μα δεν πας, ως τόσο, γριά, έλεγεν ο Σκαμπέβας προς την πενθεράν του, να φέρης και το δικό μας το φαΐ;

― Τι να σου κάμ᾿ η γριά; παρενέβαινε τώρα ο οικοδεσπότης, ο κυρ Κονόμος. Βλέπεις, γριά γυναίκα να κουβαλά νύχτα το φαΐ. Ας πάη κι ο Σπυράκης μαζί της (υποδεικνύων τον μικρότερον ενδεκαέτη υιόν του) να του δώση το φαι να το φέρη…

Αλλ᾿ η γριά εδίσταζε, και ήθελεν ίσως να δείξη ότι δεν ηγάπα να μένη κατ᾿ οίκον μόνη της.

―Ας πάνε, επρότεινεν η Κονόμισσα, συγκαταβαίνουσα εις την αδυναμίαν της γραίας· κι ας έρθη κ᾿ η γριά μαζί πίσω.

― Τότε πηγαίνετε κ᾿ οι δυό σας, καημένη Αλεξανδρώ, για να σβήσης τη φωτιά, να κλειδώσης καλά και το σπίτι.

― Πού να πάη και να ᾽ρχεται πάλι η γριά;

― Λοιπόν πήγαινε συ, Αλεξανδρώ· κι ας έρθη μαζί κι ο Σπυράκης.

*

* *

Μετά το δείπνον, επάνω εις τους αχινούς, τις λαχανόπιττες και το μοσχάτον, εξήπτετο ζωηροτέρα η ομιλία. Η Νταντώ εκαυχάτο ότι είχε γεννηθή εις ξεσκέπαστο* σπίτι ―ήτον «αναφάνταλη»*, καθώς έλεγαν εις την εγχώριον διάλεκτον― και τα έλεγεν όλα ενώπιον όλων· ιδίως ο,τι αυτή εθεώρει ως ελαττώματα του συζύγου της.

― Ου Γιαννιός, θα πω ! τι θαρρείτε; Πώς είναι τάχα για νοικοκυριό άνθρωπος, ή τον μέλει τίποτα για νιτερέσο, ή για δουλειά, ή για καζάντιο*; Εμβάτε χίλιοι αλέσετε… Κατά πώς φαίνεται κ᾿ η πρώτη γυναίκα του ήτον δα μια σκορπαλευρού… Αχ! και πώς δεν έμαθε να εκτιμά τα γρόσια…

― Τι να κάμω εγώ τα γρόσια, καημένη, είπεν εν μεγαλοφροσύνη ο γέρων. Εγώ να είχα χρήματα, θα μου τα έτρωγαν άλλοι· καθώς είχα στα νιάτα μου και μ᾿ εξαλάφρωσαν γλήγορα.

― Στα νιάτα σου, είπες; παρετήρησεν αυταρέσκως η Νταντώ· τι, μακάρι γέρος είσαι;

―Όχι είμαι νέος!

― Σώπα, δε θέλω να τα λες αυταδά! Αχ, ας είχαμε τώρα γρόσια· τι θαρρείς, θα σ᾿ άφηνα εγώ παρά τσακισμένον στο χέρι;… Ήμουν εγώ ικανή να τα φυλάξω.

― Τι; Ήθελες να με σέρνης τουλόγου σου, να με σφυρίζης; Μη χειρότερα.

―Όλους μας σέρνουν, λίγο ή πολύ, οι γυναίκες, εξάδερφε Γιαννιό, παρετήρησε γελών ο γερο-Κονόμος ― όστις όμως δεν ήτο βέβαιος αν αλήθευε το πράγμα διά τον εαυτόν του· ήτο άνθρωπος με ισχυράν θέλησιν.

―Εμένα όχι! εκαυχήθη ο κυρ Γιαννιός.

― Τόσο το χειρότερο, είπεν η Νταντώ. Γιατί αν σε κουμαντάριζε η πρώτη γυναίκα, θα είχες τώρα κατάσταση.

― Και τι να την κάμω, κυρά, την κατάσταση;… Έχεις κουράγιο να ζήσης εσύ να με κληρονομήσης, ας είσαι και δεκαπέντε χρόνια μικρότερη από μένα;

―Εγώ; είπεν ως να εδίσταζε να είπη κάτι η γυνή.

Η γρια-Χτούκαινα εταράχθη εις την γωνίαν της όπου εκάθητο, κ᾿ έδειξεν ότι ητοιμάζετο να λάβη μέρος εις την συζήτησιν.

― Τα δυό παιδιά, αν έχουν ζωή, έχουν την προίκα της μητέρας των, επέφερεν ο γερο-Σκαμπέβας· ημάς το κουβέρνο μας διορίζει σε θέση, και μας πληρώνει· τι άλλο μας χρειάζεται;

― Τι σας χρειάζεται; εφώναξε μη δυνηθείσα να κρατηθή πλέον η γρια-Χτούκαινα. Μαριγώ και Μοναχάκη, όλο Μαριγώ και Μοναχάκη και τι θαρρείς τάχα, δεν θα κάμη παιδί το Νταντώ;

Όλη η συντροφιά, και μάλιστα οι νεώτεροι, ακούοντες διά πρώτην φοράν το πράγμα, εγέλασαν πεπνιγμένους γέλωτας.

― Τι γελάτε; έκραξε με κεραυνώδη φωνήν η γραία. Ναι, θα κάμη παιδί, το Νταντώ μου. Και θα το ιδήτε· θα κάμη παιδί, και θα είναι «κι κ᾿σομηλιγγάτο*».

― Και στην κορφή αστεράτο, προσέθηκε συμπληρούσα την φράσιν, ληφθείσαν από δημώδες παραμύθι, η Κονόμισσα.

*

* *

Μόλις παρήλθον δύο έτη από την συνδιάλεξιν ταύτην, και τα δύο τέκνα του Σκαμπέβα, ασθενικής κράσεως εξ αρχής, και κληρονομήσαντα, ως φαίνεται, το νόσημα της μητρός των, απέθνησκον.

Ο γερο-Σκαμπέβας είχεν αμβλυνθή πολύ, και δεν ημπόρεσε να αισθανθή βαθύ το πένθος. Η κ. Νταντώ ηναγκάσθη να κρύψη επί πολύν καιρόν εις τα κιβώτιά της όλα τα αιθερόπλαστα αλέμια, και τα χρυσοκέντητα καβούκια και τας χιονολεύκους εσθήτας της.

Η γραία Χτούκαινα ακόμη περισσότερον εξηκολούθει να θάλπη την ελπίδα, και να αισθάνεται την ανάγκην ― ότι η Νταντώ έμελλε να γεννήση κληρονόμον εις τον γερο-Σκαμπέβαν.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE