×

우리는 LingQ를 개선하기 위해서 쿠키를 사용합니다. 사이트를 방문함으로써 당신은 동의합니다 쿠키 정책.


image

► 008 - Παραμύθια / fables, 1 - Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

1 - Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια

και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά.

Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά

και εκάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε.

Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:

-Ώρα καλή παλληκάρια!

-Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα

και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε :

- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.

Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε.

Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια.

Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.

-Τι θα ήθελες παιδί μου,

να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;

-Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.

-Καλά, λέει ο γέρος.

Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός

και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;

-Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.

Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα.

Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα.

Σηκώθηκε το παιδί, μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί.

Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο.

Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο.

Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο :

-Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου ,

να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;

-Εγώ θα ήθελα παππούλη,

όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.

-Καλά, του λέει ο γέρος.

Αφού θα χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;

-Θα δίνω , του λέει.

Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές.

Και το παιδί αυτό, απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά,

γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια.

Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο.

Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι,

κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν. έει ο γέρος του παιδιού :

- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε;

-Εγώ, παππούλη, θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.

-Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν;

-Θα δίνω.

Ταπ ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση.

Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι,

πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους.

Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του.

Σαν πέρασε κάμποσος καιρός,

το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι,

κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του, γιατί τα πεθύμησε.

Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές,

βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια.

Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα,

βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα.

Κει που στεκόταν κι απορούσε,

βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει :

-Είδες;

Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν !

Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα.

Γι αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα .

Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου !

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινεν άφαντος.


1 - Ο γέρος και τα τρία αδέρφια 1 - The old man and the three brothers 1 - Il vecchio ei tre fratelli

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια Once upon a time there were three brothers C'erano una volta tre fratelli Er waren eens drie broers

και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. and they moved to foreigners to find a job. e partì per andare all'estero, per trovare lavoro.

Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά On the way they went, they reached a wilderness Lungo la strada raggiunsero un deserto

και εκάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε. and they were sitting in a fountain near to eat and rest. e si sedettero presso una fontana vicina per mangiare e riposare.

Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά: Where they ate, they see and come an old man with his baton and greet them:

-Ώρα καλή παλληκάρια! -Gute Zeit, Jungs! Time good guys! -Buon tempo ragazzi!

-Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα - Viele Jahre, Großvater, haben sie ihm gesagt "Many years old grandfather," they told him - Molti anni, nonno, gli hanno detto

και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε : and the youngest cut a piece of bread and said to him:

- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας. - Sit down grandfather, and take some bread to eat.

Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε. The old man took the bread and sat down. Il vecchio prese il pane e si sedette.

Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια. There were crows in the wilderness. C'erano corvi nel deserto.

Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού. Says the old man's oldest son.

-Τι θα ήθελες παιδί μου, -What would you like my child,

να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι; to have you here in the world where you are? avere qui nel mondo in cui ti trovi?

-Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου. -I would like, she says, all these crows were sheep and it was mine. -Vorrei, gli dice, che tutti questi corvi fossero pecore e fossero miei.

-Καλά, λέει ο γέρος. "Well, the old man says.

Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός But if there were no poor Ma se venisse qualche povero

και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα; and he asked you for some milk, would you give him if you had so many sheep?

-Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε. -I would give him, the kid says, whatever he wanted, milk, cheese, myzizthra, whatever he wanted.

Ταπ ! Tap! Rubinetto! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Der alte Mann schlug seinen Stab auf den Boden und die Krähen wurden zu Schafen. The old man beats his wand on the earth and the crows of sheep become.

Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα. Der Ort war weiß von Schafen. The sheep dipped the place.

Σηκώθηκε το παιδί, μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί. The child got up, picked up the sheep and stayed there.

Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο. The other two with the old man took the road again.

Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο. Sie gingen, sie gingen, sie erreichten einen Longo. They went, they went, they arrived at a speaker.

Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο : Now the old man is asking the second:

-Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου , -What would you like my child,

να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι; to have you here in the world where you are?

-Εγώ θα ήθελα παππούλη, -I would like grandpa,

όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί. all these holmes become olives and be all mine, said the child.

-Καλά, του λέει ο γέρος. - Well, says the old man.

Αφού θα χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού; After you have so much oil, will not you give any poor?

-Θα δίνω , του λέει. - I will give, she tells him.

Ταπ ! Tap! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. The old man beats his wand on the earth and the holm oak becomes olives.

Και το παιδί αυτό, απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά, And this kid, he stayed there and made shops,

γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. he filled the barrels of oil and loaded them into the ships.

Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο. The younger brother was left alone with the old man and they set off again.

Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, As if they had reached a crossroads,

κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν. they sat in the tap that was there to rest. έει ο γέρος του παιδιού : Here is the child's old man:

- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε; - Am you asking for anything?

-Εγώ, παππούλη, θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι. -Eg, grandpa, I'd like to run honey from this tap.

-Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν; -And will you give the poor honey if they ask you?

-Θα δίνω. -I'll give it.

Ταπ ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. The old man hit his stick on the ground and immediately honey started running from the tap.

Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, The child also stayed at the crossroads,

πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους. er verkaufte Honig und verteilte ihn an die armen Soldaten. he sold honey and distributed to his poor army.

Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του. The old man left, went to work.

Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, As some time passed,

το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι, the child let a servant on the fountain share honey,

κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του, γιατί τα πεθύμησε. and he began to go to see his brothers, for he despised them.

Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, Where he went, he looked for olives,

βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. er sieht einen Hain von Stechpalmen. he sees a sprig of holly.

Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, He goes for the sheep, he looks for the sheep,

βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα. er sieht Krähen und weder Öl noch Zunder. he sees ravens and neither oil nor caterpillars.

Κει που στεκόταν κι απορούσε, Where he stood and wondered,

βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει : the old man sees and comes back and says:

-Είδες; -Saw;

Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν ! Was deine Brüder sagten, taten sie nicht! What your brothers said they didn't do!

Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. They did not give the poor of the good that I earned them.

Γι αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα . That's why I took them back to the olives and the sheep.

Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου ! But you have been good and have my wish!

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινεν άφαντος. And before his word ended, the old man became naked.