×

Usamos cookies para ayudar a mejorar LingQ. Al visitar este sitio, aceptas nuestras politicas de cookie.

Regístrate Gratis
image

Ζέη, Άλκη - Το καπλάνι της βιτρίνας, 11. Το καναρίνι και η Ισπανία...

11. Το καναρίνι και η Ισπανία...

Όταν ξύπνησα το άλλο πρωί, μου φάνηκε, πως όλα τα 'χα δει στον ύπνο μου. Η Μυρτώ κοιμότανε ακόμα. Μας πήρε ο ύπνος και δε μας ξύπνησε κανένας! Θα 'ναι πιά αργά για το σχολείο! Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και μπήκε η μαμά στις μύτες των ποδιών.

– Μέλια, είπε ψιθυριστά, μην ξυπνήσει τη Μυρτώ. Μην πας και σήμερα σχολείο, μείνε να κάνεις συντροφιά στην αδελφούλα σου.

– Ξέρεις; ρώτησα.

– Ναι, μας τα είπε η Σταματίνα όλα.

– Και τώρα τι θα γίνει, μαμά;

– Τι να γίνει, Μέλια;

– Να... με τη Μυρτώ, με τους φαλαγγίτες, με το σχολείο;

– Δεν ξέρω, Μέλια. Θα σκεφτούμε.

Παράξενο μου φαίνεται να 'ναι η Μυρτώ στο κρεβάτι! Αυτή σχεδόν ποτέ της δεν αρρωσταίνει. Τώρα κάθεται ξαπλωμένη, κοιτάζει το ταβάνι κι ούτε να φάει θέλει,

Η θεία Δέσποινα άνοιξε το ντουλάπι της και της κουβάλησε ένα σωρό γλυκά, μα κείνη δεν τ' άγγιξε. Εγώ κάθομαι δίπλα της, της λέω αστεία - τίποτε όμως, ούτε χαμογελούσε καν. Ξαφνικά σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε τα παντοφλάκια της.

– Θέλεις τίποτα; ρώτησα.

– Κάτι να πω στον παππού και στη μαμά.

– Στάσου να τους φωνάξω.

– Θα πάω εγώ.

Κατέβηκα μαζί της τις σκάλες και πήγαμε στην τραπεζαρία, όπου ήτανε όλοι μαζεμένοι, ως κι ο μπαμπάς! Δεν είχε πάει στη δουλειά του.

– Μυρτώ!! τρομάξανε μόλις την είδανε, έτσι με τις πιτζάμες και χλωμή χλωμή.

Εκείνη στάθηκε στην πόρτα και τους λέει με φωνή που έτρεμε:

– Σ' αυτό το βρωμοσχολείο εγώ δεν ξαναπηγαίνω! Ας μη μάθω ποτέ γράμματα κι ας γίνω άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, που λέει κι ο παππούς!

Χλόμιασε ακόμα πιο πολύ, τόσο που φοβήθηκα πως θα λιποθυμούσε. Η μαμά την πήρε στην αγκαλιά της και ο παππούς είπε:

– Ησύχασε, Μυρτούλα. Σ' αυτό το «βρωμοσχολείο», όπως το λες, δε θα ξαναπάς. Θα πάρουμε χαρτί από το γιατρό πως αρρώστησες και θα κάνεις μάθημα στο σπίτι μαζί μου.

– Τότε να κάνω κι εγώ μαζί σου κι ο Αλέξης! χάρηκα εγώ.

– Όχι, Μέλισσα, είπε ο παππούς σοβαρά. Εσύ πρέπει να τελειώσεις εκεί φέτος την τάξη, να μην κάνει φασαρίες ο κύριος Καρανάσης στον μπαμπά σου. Και του χρόνου, πάτε όλοι μαζί - κι ο Αλέξης - στο δημόσιο. Ας είναι κι εκατό παιδιά σε κάθε τάξη. Θα σας βοηθώ εγώ στα μαθήματα. Κι αν γίνει υποχρεωτικό να γίνετε φαλαγγίτισσες και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς θα πάτε, μα στην ψυχή σας μέσα δε θα 'σαστε φαλαγγίτισσες.

Ύστερα ο παππούς χαμογέλασε και μας κοίταξε χαρούμενα, σαν να μη είχε γίνει τίποτα.

– Παρακαλάτε να κάνει λιακάδα την Κυριακή! Θα πάρουμε τον Αλέξη μαζί μας, θα νοικιάσουμε μια βενζίνα και θα πάμε όλη μέρα εκδρομή στο Λαμαγάρι.

– Σταματίνα, δώσε μου σε παρακαλώ να φάω τα αυγά που άφησα το πρωί, είπε ξαφνικά η Μυρτώ κι όλοι γέλασαν.

Είχαν περάσει πέντε μέρες, που έγιναν όλα αυτά και που έφυγε για πάντα ο Νίκος. Πήγα στην κυρα-Αγγελική ν' αγοράσω ένα ψεύτικο «ολόχρυσο» ρολογάκι, να το χαρίσω στην Άρτεμη, αν πηγαίναμε στο Λαμαγάρι. Άραγε, να 'ξερε η κυρα-Αγγελική για τον άθλο της Μυρτώς; Μόλις με είδε, χαμογέλασε και μου λέει:

– Περίμενε.

Ανέβηκε σε μια καρέκλα και ξεκρέμασε από το μεσιανό γάντζο ένα κλουβί με ένα καναρίνι. Ήτανε κατακίτρινο, με μια μονάχα μαύρη βούλα στο κεφάλι.

– Είναι δικό σου, μου κάνει. Εσένα και της Μυρτώς.

Εγώ τα 'χασα και δεν τολμούσα ν' απλώσω το χέρι να το πάρω.

– Παρ' το! συνέχισε κείνη.

Ύστερα χαμήλωσε τη φωνή της, που έγινε σχεδόν ψιθυριστή.

– Σας τ' άφησε δώρο ο Νίκος.

Περπατώ στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια μ' ένα μεγάλο πράσινο κλουβί, που μέσα πηδάει φοβισμένο το καναρίνι.

– Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι, του λέω. Σε λίγο, θα μας γνωρίσεις και θα γίνεις ΕΥ-ΠΟ, ΕΥ-ΠΟ, μαζί μας. Θα σου βρω ένα όμορφο, πολύ όμορφο όνομα. Θα μιλάμε για το Νίκο μαζί σου (εσύ τον ξέρεις) και για το καπλάνι. Κοίτα τι δύσκολο που είναι να μην πατώ γραμμές, σαν κρατώ το κλουβί σου. Δε θα πατήσω όμως. Πες κι εσύ την ευχή! Να 'χει φτάσει καλά ο Νίκος, καβάλα στο καπλάνι του.

Η Σταματίνα μόλις με είδε με το κλουβί στα χέρια, φώναξε τη Μυρτώ κι είπε να την περιμένουμε στην τζαμωτή, που θα φέρει γάντζο να το κρεμάσουμε. Λες και το περίμενε, πως θα φέρω το καναρίνι στο σπίτι!

– Τώρα, αντί καπλάνι θα 'χουμε το καναρίνι, λέει η Μυρτώ.

– Άραγε, θα μας φέρνει κι αυτό μήνυμα από το Νίκο;

Το μήνυμα, όμως, τούτη τη φορά μας το 'φερε η Σταματίνα. Έψαξε στις τσέπες της κι έβγαλε ένα γράμμα.

– Διαβάστε το, λέει, και δώστε το μετά να το κάψω. Ήτανε από το Νίκο!

«Αγαπητές ξαδελφούλες, έγραφε. Καβάλησα το καπλάνι και πάω στην Ισπανία. Θυμάστε που σας έλεγα πως πολεμάνε εκεί. Πάω να πολεμήσω μαζί μ' αυτούς που τραγουδάνε. Θα γυρίσω μια μέρα, θα πάμε πάλι στο Λαμαγάρι μας, το πιο όμορφο μέρος της γης, και θα σας διηγιέμαι τις θαυμαστές περιπέτειες, που θα περάσουμε το καπλάνι κι εγώ. Θα πολεμήσουμε για τη Δημοκρατία. Θα νικήσουμε και θα τη φέρουμε στο νησί μας. Τότε πιά κανείς δε θα μας χαλάει τα παιχνίδια μας. Τότε θα πάει κι ο Νώλης σχολείο και θα γίνει μουσικός. Ν' αγαπάτε πάντα τα παιδιά του Λαμαγαριού. Γειά σας, κοριτσάκια!».

... Να βγάζαμε άραγε Ισπανία το καναρίνι;

– Σαχλαμάρες, είπε η Μυρτώ. Δεν είναι πουλίσιο όνομα.

Την Κυριακή, είναι λιακάδα! Κι η θάλασσα λάδι. Θαρρείς κι ήτανε κατακαλόκαιρο. Χαιρόμουνα πολύ που θα γνωρίσει ο Αλέξης το Λαμαγάρι. Σκέψου, να 'ναι τόσο κοντά στη χώρα και να μην έχει πάει ποτέ, στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου!

Ο Αλέξης όμως δεν είχε πάει ποτέ έξοχή το καλοκαίρι. Ερχότανε ο μπαμπάς του από την Αθήνα και μένανε στη χώρα. Από φέτος, είπε ο παππούς, θα τον παίρνουμε το καλοκαίρι μαζί μας στο Λαμαγάρι. Η μαμά του θα ταξιδέψει στο μακρινό νησί, να δει τον μπαμπά του.

– Μα δεν είναι ευθύνη ένα αγόρι στο σπίτι; κατατρόμαξε η θεία Δέσποινα, σαν άκουσε, πως ο παππούς κάλεσε τον Αλέξη.

– Λες ανοησίες, Δέσποινα! της είπε ο παππούς, για τρίτη φορά, από τότε που έγινε δικτατορία.

Με τη βενζινάκατο θαρρείς και πετούσαμε προς το Λαμαγάρι. Πριν πηδήσουμε ακόμα στο μουράγιο, αρχίσαμε τις φωνές:

– Νώωωληηη! Άρτεμηηη! Οδυσσέεεα! Αυγήηη!

Άλλος μέσα από τα πεύκα, άλλος από τα βραχάκια άλλος από την αμμουδιά, ένας ένας ξεπροβάλαν οι φίλοι μας.

– Αυτός ο ντροπαλός ποιος είναι; αστειεύτηκε η Άρτεμη, σαν είδε τον Αλέξη να στέκεται παράμερα.

– Ο πιο καλός μας φίλος στη χώρα, της είπα.

– Έχετε ακόμα νοικάρηδες; ρώτησε ο παππούς το Νώλη.

– Τους πήρανε, κάνει λυπημένα εκείνος. Τους πήγανε σ' άλλο νησί.

– Κι Εσύ γιατί δεν ήρθες για μάθημα; τον ψευτομάλωσε ο παππούς. Τόσες μέρες είχε λιακάδες.

– Βρήκα δουλειά στο πέρα χωριό. Στους στρατώνες... Πλένω άλογα.

Ο παππούς του χάιδεψε το κεφάλι και κίνησε να πάει να βρει τον κυρ Αντώνη. Ο Νώλης όλο με τράβαγε, ήθελε να μάθει για το Νίκο.

– Έφυγε, του ψιθυρίζω. Θα σας πούμε ύστερα. Να τ' ακούσουν όλα τα παιδιά.

Αρχίσαμε να τρέχουμε σ' όλο το Λαμαγάρι. Πόσο αλλιώτικο είναι το χειμώνα! Οι πύργοι κι αποθήκες κατάκλειστα και τα τσαρδάκια μοιάζουν πιο φτωχά ακόμα. Μονάχα τα χαλίκια, πλυμένα και ξαναπλυμένα από τις τρικυμίες και τις βροχές, λαμποκοπάνε κάτω από τον ήλιο στις αμμουδιές. Σε μιάν άκρη ξεχασμένος ο «Αρίονας», η βαρέλα της Πιπίτσας. Χωρίς πάτο, με τα σιδερένια στεφάνια ξεχαρβαλωμένα, μας έκανε να θυμηθούμε το «μεγάλο μπελά».

– «Να νεκροφιλήσω τη μαμά και το μπαμπά, θέλω και δε θέλω». «Να με μαζέψουν κομματάκια στο ζεμπίλι», τη μιμήθηκε η Άρτεμη και βάλαμε όλοι τα γέλια.

Πήγαμε στα βραχάκια μας κι εγώ είπα στο Νώλη:

– Να καθίσεις στο θρόνο. Είσαι ο πιο μεγάλος μας. Ο Νώλης κάθισε. Κανείς μας δε μιλούσε. Ήτανε τόση ησυχία, που ακουγόταν το τίκι τακ του ρολογιού του Νίκου, που φορούσε ο Νώλης στο χέρι του. Βρήκαμε και μια καβουροφωνιά. Σηκώσαμε κάτι πέτρες, μια μεγάλη καβουρομάνα, με τα καβουράκια της, αρχίσαν να τρέχουν σαν παλαβά, με το λοξό τους βάδισμα. Η Μυρτώ κάτι κρατούσε στη χούφτα της, την άνοιξε κι ακούστηκε ένα ελαφρό πλατσούρισμα στη θάλασσα. Τρία ολόχρυσα αστέρια γυάλισαν μέσα στο νερό, πλάι στα χρωματιστά χαλίκια. Η Άρτεμη έκανε να τα πιάσει.

– Μη! ξεφώνισε η Μυρτώ, κι εκείνη τραβήχτηκε.

Βγήκε πάλι η καβουρομάνα, πήρε ένα αστέρι με τις δαγκάνες της και το τράβηξε στη φωλιά της. Τα μικρά καβουράκια ξοπίσω προσπαθούσανε να πιάσουνε κι αυτά τ' αστέρια με τις δικές τους δαγκάνες.

– Αχ , θα τα πάρουνε και τα δυο, που απομείνανε! φωνάζει η Άρτεμη. Τέτοια λαμπερά αστεράκια!

– Είναι σιχαμένα, της λέει η Μυρτώ. Ασ' τα να τα κρύψει η καβουρομάνα βαθιά βαθιά, που να μην ξαναφανούνε πιά.

– Πάμε στο Μύλο με το Μισό Φτερό; πρότεινε ο Νώλης και βάλαμε όλοι την τρεχάλα κατακεί.

Σπρώξαμε τη μισοανοιγμένη πόρτα, έτριξε πάλι σαν και τότε, φάνηκε η στριφογυριστή σκαλίτσα, μονάχα που δεν ακούστηκαν βήματα και δεν παρουσιάστηκε μπροστά μας ο Νίκος να χαμογελά. Ανεβήκαμε στο καμαράκι του. Μια στάμνα, μισογεμάτη νερό, είχε απομείνει σε μια γωνιά.

– Παιδιά, τους λέμε τότε, η Μυρτώ κι εγώ, ο Νίκος πάει στην Ισπανία.

Και τους είπαμε για το γράμμα του, που το είχαμε μάθει απέξω. Έτσι έμαθε, για πρώτη φορά, ο Αλέξης για το Νίκο και το καπλάνι,

Αν είχα γεννηθεί συγγραφέας, θα 'γραφα μια πολύ χαρούμενη ιστορία. Θα 'γραφα για το Νίκο και το καπλάνι. Όχι, όμως, για το Νίκο που κρυβότανε στο Μύλο με το Μισό Φτερό και στο καμαράκι με τα άδεια κλουβιά. Ούτε για το καπλάνι, που κειτόταν πληγωμένο στη μεγάλη σάλα. Θα 'γραφα πως γύρισε ο Νίκος καβάλα στο καπλάνι, που 'χε τώρα και τα δυό μάτια γαλάζια. Μπορεί κιόλας να γύριζαν πετώντας, να 'χει ανακαλυφτεί πως να πετάνε οι άνθρωποι και τα καπλάνια. Θα 'ρχονταν πρώτα σε μας, στο Λαμαγάρι, Ύστερα θα πετούσαν σ' όλες τις χώρες κι όπου πήγαιναν θα 'καναν όλα τα παιδιά του κόσμου ΕΥ-ΠΟ, ΕΥ-ΠΟ!

– Κατά που πέφτει η Ισπανία; ρώτησε ο Οδυσσέας, σαν καθίσαμε σ' ένα βράχο να ξαποστάσουμε από τις πολλές τρεχάλες.

– Κατακεί, λέει η Μυρτώ και δείχνει κάπου, πέρα στη θάλασσα.

Τότε, θαρρείς κι είχαμε συνεννοηθεί, σταθήκαμε όρθιοι πάνω στο βράχο, κάναμε χωνί τα χέρια μας και .φωνάξαμε:

– Γειά σου, Νίκοοοο!... Μας ακούς; Γειά σου, Νίκοοοο!

Ο αγέρας έπαιρνε τις φωνές μας και τις έχανε μακριά στη θάλασσα. Φώναζε κι ο Αλέξης κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ το Νίκο και το καπλάνι της βιτρίνας...

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE