IV. Αφέντης και Δούλος
Το σπίτιι που στάθμευσεε ο Βασίληη Αντρέιτςς ήτανεε έναα από́ τα πιο πλούσιαα του χωριού́. Η οικογένειαα όριζεε πέντεε μερίδιαα γης, και νοίκιαζεε κι άλλαα για καλλιέργειαα. Είχανεε έξιι άλογαα, τρεις αγελάδεςς, δυο χρονιάρικαα μοσχάριαα, καμιά́ εικοσαριά́ πρόβαταα. Είκοσιι δυο νομάτοιι μαζευόντουσανν όλοι-όλοιοι στην οικογένειαα: Τέσσερειςς γιοι παντρεμένοιι, έξιι εγγόνιαα, που απ' αυτά́ μονάχαα ο Πετρούσκα ήτανεε παντρεμένοςς, δυο δισέγγοναα, τρίαα ορφανά́ και τέσσερειςς νύφεςς με τα μωρά́ τους. Η οικογένειαα αυτή́ ήτανεε από́ τις λιγοστέςς που είχανεε απομείνειι δίχωςς να κάνουνν μοιρασιά́. Όμωςς και σ' αυτή́ άρχισεε να σιγοβράζειι υποκινούμενηη όπωςς πάνταα από́ τις γυναίκεςς, η γρίνιαα της διάλυσηςς, υπόκωφηη μυστική́, που αναπόφευκταα πολύ́ γρήγοραα θα οδηγούσεε στη μοιρασιά́. Οι δυο γιοι έμενανν στη Μόσχαα, δουλεύονταςς σα νεροκουβαλητήδες, έναςς ήτανεε στρατιώτηςς.
Στο σπίτιι μέσαα κείνοο το βραδινό́ βρισκότανν ο γέροςς, η γριά́, ο δεύτεροςς γιος, που είχεε κι όληη την ευθύνηη του νοικοκυριού́, ο μεγάλοςς γιος, που είχεε έρθειι από́ τη Μόσχαα για τη γιορτή́, κι όλεςς οι γυναίκεςς και τα παιδιά́. Εκτόςς από́ τους δικούςς, ήτανεε ακόμαα κι έναςς μουσαφίρηςς, κάποιοςς γείτοναςς και κουμπάροςς ταυτόχροναα.
Πάνωω από́ το τραπέζιι κρεμότανν η λάμπαα που έριχνεε το ζωηρό́ της φως πάνωω στα πιατικά́ του τσαγιού́, στη μπουκάλαα με τη βότκαα, στους μεζέδεςς και στους τούβλινουςς τοίχουςς που στη μια γωνίαα τους κρέμοντανν τα εικονίσματαα, πλαισιωμέναα κι από́ τις δυο πλευρέςς με διάφορεςς ζωγραφιέςς. Στην πρώτηη θέσηη του τραπεζιού́ καθότανν ο Βασίληη Αντρέιτςς με το μαύροο κοντογούνιι του, μασουλίζονταςς τα παγωμέναα μουστάκιαα του και περιφέρονταςς τα γουρλωμέναα γερακίσιαα μάτιαα του στο εσωτερικό́ της κάμαραςς και στους τριγυρινούςς του. Γύρωω στο τραπέζιι καθότανν ακόμαα ο γέροςς, ο νοικοκύρηςς του σπιτιού́, φαλακρόςς, με κάτασπραα γένιαα. Φορούσεε άσπροο φαντό́ πουκάμισοο. Και κοντά́ του ο γιος του που είχεε έρθειι από́ τη Μόσχαα για τη γιορτή́, έναςς γεροδεμένοςς άντραςς, που φορούσεε ψιλό́ τσίτινοο πουκάμισοο. Και κοντά́ σε εκείνονν ο μεγάλοςς γιος που είχεε την ευθύνηη όλουυ του νοικοκυριού́ και παραπέραα ο γείτοναςς έναςς λιπόσαρκοςς, κοκκινοτρίχηςς μουζίκοςς.
Οι άντρεςς είχανεε πιει κι αποφάγειι κι ετοιμαζόντουσανν να πάρουνν το τσάιι τους. Το σαμοβάριι κόχλαζεε και βούιζεε κει που το είχανεε στημένοο κοντά́ στη σόμπαα. Παιδιά́ φαινόντουσανν στριμωγμέναα στο πατάριι και στα κρεβάτιαα. Δίπλαα σε μια κούνιαα καθότανν μια γυναίκαα και κοίμιζεε το μωρό́ της. Η γριούλαα- νοικοκυρά́, με το πρόσωπόό της αυλακωμένοο από́ τις ρυτίδεςς, που ζάρωνανν ακόμαα και τα χείληη της, περιποιότανν το Βασίληη Αντρέιτςς.
Τη στιγμή́ που έμπαινεε ο Νικήταα στο δωμάτιοο η γριούλαα ό́,τι είχεε σερβίρειι στον μουσαφίρηη έναα χοντρό́ ποτήριι βότκαα.
- Να μας συμπαθάςς Βασίληη Αντρέιτςς, του έλεγεε, δεν κάνειι. Πρέπειι να το πιεις για το καλό́.
Η θέαα κι η μυρουδιά́ της βότκαςς, συγκίνησανν τρομερά́ το Νικήταα, προ πάντωνν εκείνηη τη στιγμή́, καθώςς ήτανεε ξεπαγιασμένοςς. Ζάρωσεε τα φρύδιαα του και τινάζονταςς τα χιόνιαα από́ το σκούφοο του και το πανωφόριι του, στάθηκεε μπροστά́ στα εικονίσματαα, σα να μην έβλεπεε κανέναα τριγύρωω, έκανεε τρεις φορέςς το σταυρό́ του με μια βαθιά́ υπόκλισηη, ύστεραα στράφηκεε, υποκλίθηκεε πρώταα μπροστά́ στο γέρο-νοικοκύρηρη, ύστεραα στους αποδέλοιπουςς και τελευταίαα στις γυναίκεςς που ήτανεε στριμωγμένεςς κοντά́ στη σόμπαα, μουρμουρίζονταςς «Χρόνιαα πολλά́». Μετά́ άρχισεε να βγάνειι τα επανώρουχάά του, δίχωςς να κοιτάζειι κατά́ το τραπέζιι.
- Έχειςς δα ωστόσοο πλούσιαα πασπαλιστεί́ με το χιονάκιι, μπάρμπαα, παρατήρησεε ο μεγάλοςς γιος, βλέπονταςς το καταχιονισμένοο πρόσωποο, τα μάτιαα και τα γένιαα του Νικήταα.
Ο Νικήταα έβγαλεε το πανωφόριι του, το τίναξεε και το κρέμασεε κοντά́ στη σόμπαα κι ύστεραα πλησίασεε στο τραπέζιι. Του πρόσφερανν αμέσωςς βότκαα. Έζησεε κάποιαα στιγμή́ βασανιστικήςς πάληςς, παραλίγοο ν' αρπάξειι το ποτηράκιι και ν' αδειάσειι στο στόμαα του το μυρωδάτοο και διάφανοο υγρό́. Μα έριξεε μια ματιά́ στο Βασίληη Αντρέιτςς, θυμήθηκεε την απόφασηη που είχεε πάρειι, θυμήθηκεε τα ποδήματαα που παράτησεε αμανάτιι στο κρασοπουλειό́, θυμήθηκεε το αγόριι του, που του είχεε υποσχεθεί́ έναα άλογοο την άνοιξηη, αναστέναξεε και δεν άπλωσεε το χέριι του.
- Δεν πίνωω, ευχαριστιόμαστε εγκαρδιακά́, είπεε, κατσούφιασεε και κάθισεε σ' έναα μπάγκοο κοντά́ στο δεύτεροο παράθυροο.
- Πώςς έτσιι; - απόρησεε ο μεγάλοςς γιος.
- Δεν πίνωω, αυτό́ ειν' όλοο, αποκρίθηκεε ο Νικήταα, δίχωςς να σηκώσειι τα μάτιαα του, παρά́ έχονταςς τα χαμηλωμέναα κατά́ τα ανάριαα μουστάκιαα και τα γένιαα του και προσπαθώνταςς να ξεκολλήσειι τα κρυσταλλάκιαα του πάγουυ, που το στόλιζανν.
- Πραγματικά́ δεν κάνειι να πιει, είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς ροκανίζονταςς κάποιοο κουλουράκιι, αφού́ άδειασεε το ποτήριι του.
- Ε, τότεε έναα τσαγάκιι, είπεε καλοσυνάταα η γριούλαα. Θα έχειι ξεπαγιάσειι ο καψερόςς. Ε εσείςς εκεί́ δα, κυράδεςς, που πολεμάτεε με το σαμοβάριι, τι χαζεύετεε;
- Έτοιμοο, αποκρίθηκεε μια από́ τις νύφεςς, και μισοσκεπάζονταςς με την ποδιά́ της το σαμοβάριι, που κόχλαζεε, το έφερεε με κόποο, το σήκωσεε και το απίθωσεε θορυβώδικαα πάνωω στο τραπέζιι.
Στο αναμεταξύ́ ο Βασίληη Αντρέιτςς διηγούτανν την περιπέτειάά τους, πως έχασανν το δρόμοο, πως ξαναγύρισανν δυο φορέςς στο ίδιοο χωριό́, πως περιπλανήθηκανν, πως αντάμωσανν κείνουςς τους μεθυσμένουςς. Οι οικοδεσπότεςς απορούσανν, ξηγούσανν που και γιατί́ έχασανν το δρόμοο και ποιοι ήτανεε οι μεθυσμένοιι, που αντάμωσανν και δίνανεε οδηγίεςς για το πώςς έπρεπεε να τραβήξουνν για να φτάσουνν στον προορισμό́ τους.
- Εδώ́ πέραα ίσαμεε την Μολτσάνοβκαα κι έναα μικρό́ παιδί́ μπορεί́ να φτάσειι μια χαρά́, φτάνειι να πετύχειι το στρίψιμοο από́ τα πλάτωμαα, κάποιοο χαμόδεντροο που φαίνεταιι από́ μακριά́. Και εσείςς δεν το καταφέρατεε, έλεγεε ο γείτοναςς.
- Καλά́ θα κάνετεε να μείνετεε σε μας τη νύχταα. Οι κοπέλεςς μας θα σας ετοιμάσουνν τα στρωσίδιαα, συμβούλεψεε η γριούλαα.
- Και πρωί-πρωίί ξεκινάτεε. Το καλύτεροο που έχετεε να κάνετεε, την υποστήριξεε ο γέροςς.
- Των αδυνάτωνν αδύνατοο, αδελφέ́ μου, οι υποθέσειςς, βλέπειςς! - είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς. Μια ώραα που θα χάσειςς, δεν την αναπληρώνειςς μ' έναα χρόνοο, πρόσθεσεε καθώςς ήρθεε στο νου του το δασάκιι κι οι έμποροιι της πολιτείαςς, που θα μπορούσανν να του πάρουνν μεσ' από́ τα χέριαα του αυτήνν την αγορά́. Θα τα καταφέρουμεε οπωσδήποτεε, ε; - στράφηκεε στο Νικήταα.
Ο Νικήταα αργοπόρησεε ν' αποκριθεί́, σάμπωςς να ήτανεε τρομερά́ απασχολημένοςς να ξεκολλήσειι τα κρυσταλλάκιαα από́ τα γένιαα και τα μουστάκιι του. - Φτάνειι μοναχά́ να μην ξαναχάσουμεε το δρόμοο, είπεε κάποιαα στιγμή́ κατσουφιασμένοςς.
Ο Νικήταα ήτανεε κατσούφηςς γιατί́ διψούσεε τρομερά́ για βότκαα και το μόνοο που θα μπορούσεε να κατασιγάσειι αυτή́ του την επιθυμίαα ήτανεε το τσάιι, και δεν του είχανεε σερβίρειι ακόμαα.
- Μα δεν έχουμεε παρά́ να φτάσουμεε ίσαμεε τη στροφή́, κι από́ εκεί́ και πέραα δε χάνουμεε το δρόμοο θα τραβήξουμεε μεσ' από́ το δάσοςς ίσαμεε το Γοριάτσκινοο, είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς.
- Εσείςς ξέρετεε, Βασίληη Αντρέιτςς, σαν θέλετεε να ξεκινήσουμεε, ξεκινάμεε, αποκρίθηκεε ο Νικήταα παίρνονταςς επιτέλουςς με λαχτάραα το ποτήριι το τσάιι που του πρόσφερανν.
- Θα πιούμεε το τσαγάκιι μας και μαρς.
Ο Νικήταα δεν είπεε τίποταα, παρά́ κούνησεε μονάχαα το κεφάλιι γιατί́ επιδόθηκεε στο τσάιι του. Με προσοχή́ άδειασεε λίγοο μέσαα στο πιατάκιι και ζέσταινεε στον αχνό́ τα χέριαα του που τα δάχτυλαα τους ήτανεε πάνταα πρησμέναα από́ την πολλή́ δουλειά́. Ύστεραα δάγκωσεε έναα μικροσκοπικό́ κομματάκιι ζάχαρηη, υποκλίθηκεε μπροστά́ στους νοικοκυραίουςς λέγονταςς.
- Στην υγειά́ σας, και ρούφηξεε απολαυστικά́ το θερμαντικό́ υγρό́.
- Αν μπορούσεε μονάχαα, να μας συνόδευεε κάποιοςς ίσαμεε τη στροφή́, είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς.
- Εύκολοο πράμαα. Θα ζέψειι ο Πετρούσκαα και θα σας ξεβγάλειι ίσαμεε τη στροφή́, είπεε ο μεγάλοςς γιος.
- Κάντεε το καλό́, αδελφέ́ μου. Κι εγώ́ θα σας ευχαριστήσωω κατά́ πως πρέπειι.
- Τ' είναιι αυτά́, που λες, καλέ́ μου, παρατήρησεε αμέσωςς η γλυκομίλητηη γριούλαα, χρέοςς μας είναιι, και θα το κάνουμεε μ' όληη την καρδιά́.
- Πετρούσκαα, άντεε να ζέψειςς τη φοράδαα, πρόσταξεε ο μεγάλοςς γιος.
- Έφτασαα κιόλαςς! - αποκρίθηκεε ο νέοςς χαρούμεναα, άρπαξεε το σκούφοο του που κρεμότανν σ' έναα καρφί́ κι έτρεξεε να ζέψειι. Την ώραα, που ο Πετρούσκαα βρισκότανν στο στάβλοο, η κουβένταα ξαναγύρισεε στο σημείοο, που είχεε σταματήσειι τη στιγμή́ που κατέφθασεε το έλκηθροο του Βασίληη Αντρέιτςς. Ο γέροςς παραπονιότανν στο γείτοναα του, που ήτανεε και πρόεδροςς του χωριού́, πως ο τρίτοςς γιος του δεν έστειλεε κεινού́ το παραμικρό́ για τη γιορτή́, ενώ́ στη γυναίκαα του έστειλεε έναα ολομέταξοο φραντσέζικοο μαντίλιι.
- Οι νιοι σήμεραα ξεφεύγουνν πια από́ τα χέριαα μας, έλεγεε ο γέροςς.
- Και με το παραπάνωω, βεβαίωνεε ο γείτοναςς. Ποιος τους πιάνειι! Γινήκανεε πολύξεροιι πια και δεν ακούνεε κανέναα. Να ο Ντιόμοτσκινν τις προάλλεςς, έσπασεε το χέριι του πατέραα του. Ολ' αυτά́ απ' της πολλέςς γνώσειςς που αποχτάνεε τελευταίαα. Ο Νικήταα άκουγεε με προσοχή́, αυτά́ που λέγοντανν, παρατηρούσεε τα πρόσωπαα κι ήτανεε φανερό́, πως πολύ́ θα ήθελεε να πάρειι μέροςς στη συζήτησηη, όμωςς ήτανεε ολοκληρωτικά́ απορροφημένοςς με το τσάιι του και μονάχαα κινούσεε επιδοκιμαστικά́ το κεφάλιι του. Άδειαζεε τα ποτήριαα το έναα ύστερρ' από́ το άλλοο κι ένιωθεε ολοέναα πιότεροο να απλώνεταιι μέσαα του μια πολύ́ ευχάριστηη ζεστασιά́. Η κουβένταα κράτησεε πολύ́, όλοο γύρωω στο ίδιοο θέμαα στο κακό́ αποτέλεσμαα δηλαδή́, που έχειι η μοιρασιά́. Κι ήτανεε φανερό́, πως δεν το συζητούσανν ακαδημαϊκάά, μα πως επρόκειτοο για μοιρασιά́ που αφορούσεε το ίδιοο το σπιτικό́ και που την απαιτούσεε ο δεύτεροςς γιος, που γι' αυτό́ το λόγοο είχεε έρθειι από́ τη Μόσχαα και καθότανν κατσούφηςς και σιωπηλόςς. Καταλάβαινεε κάποιοςς πως το ζήτημαα αυτό́ απασχολούσεε οδυνηρά́ όλαα τα μέληη της οικογένειαςς, μα δεν ήθελανν να ξανοιχτούνν μπροστά́ σε ξέναα πρόσωπαα και να μιλήσουνν καθαρά́ για τις οικογενειακέςς τους υποθέσειςς. Μα στο τέλοςς ο γέροςς δεν άντεξεε και με δάκρυαα στη φωνή́ του δήλωσεε πως όσοο ζει δε θα δεχτεί́ να μοιραστεί́ η περιουσίαα. Είπεε, πως ίσαμεε τα τώραα δόξαα τω Θεώ́ πάειι μια χαρά́ το σπιτικό́ του, έτσιι που είναιι, όμωςς άμαα γίνειι μοιρασιά́, κανέναςς τους δε θα έχειι τίποταα.
- Να, σαν τους Ματβέγιεββ, παρατήρησεε ο γείτοναςς. Ήτανεε έναα από́ τα πρώταα σπιτικά́, και καθώςς κάνανεε τη μοιρασιά́ όλοι τους απομείνανεε θεόφτωχοιι.
- Αυτό́ πας να κάνειςς και συ τώραα, είπεε ο γέροςς του γιου του. Ο γιος δεν αποκρίθηκεε και κάποιαα στιγμή́ κράτησεε μια δυσάρεστηη σιωπή́.
Τη σιωπή́ αυτή́ τη διέκοψεε ο Πετρούσκα που είχεε ζέψειι και πριν λίγαα λεπτά́ γύρισεε στο δωμάτιοο, πάνταα γελαστόςς.
- Έναα τέτοιοο μύθο έχειι ο Πούλσον, είπεε, έναςς πατέραςς έδωσεε στους γιους του τη σκούπα για να τη σπάσουνν. Όσοο κι αν πασχίσανεε στάθηκεε αδύνατο να το κάνουνν. Όμωςς, σαν έπιασανν ένα-ένανα τα βούρλα που τη σχημάτιζανν τα έσπασανν στο λεπτό́. Έτσιι είναιι και τούτο δω πρόσθεσεε θριαμβευτικά́. Ειμ' έτοιμοςς! - δήλωσεε ταυτόχροναα σχετικά́ με ζέψιμοο.
- Σαν ειν' έτοιμαα, ας πηγαίνουμεε το γρηγορότεροο, είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς. Όσοο για τη μοιρασιά́, παππού, κράταα καλά́. Μη δεχτείςς, με κανένανν τρόποο. Με τον κόποο σου τα κέρδισεςς όλαα, δικά́ σου είναιι. Ανάφερεε το στο δικαστή́ και κείνοςς θα τα κανονίσειι δίκαιαα.
- Μου έφαγεε το μυαλό́ με την επιμονή́ του, έλεγεε παραπονιάρικαα ο γέροςς, αδύνατο να πάρειι με το καλό́. Λες και τον κυρίεψεε ο σατανάςς!
Ο Νικήταα στο αναμεταξύ́, σαν απόπιεε το πέμπτοο ποτήριι τσάιι, εξακολουθούσεε να μην το αναποδογυρίζειι μέσαα στο πιατάκιι, που θα σήμαινεε πως δε θέλειι άλλοο, μα το κρατούσε κάπωςς λοξά́ με την ελπίδαα πως θα του σέρβιρανν και έκτοο. Μα το νερό́ του σαμοβάριι είχεε τελειώσειι, για τούτο η νοικοκυρά́ δεν του ξαναέβαλεε κι εκτόςς απ' αυτό́ ο Βασίληη Αντρέιτςς, σηκώθηκεε και ντυνότανν. Θέλονταςς και μη λοιπόνν σηκώθηκεε κι ο Νικήταα, έβαλεε πίσωω στη ζαχαριέραα το κομματάκιι της ζάχαρηςς που του περίσσεψεε χιλιοδαγκωμένοο απ' όλεςς τις μεριέςς σκούπισε τον ίδρωταα από́ το καταμουσκεμένοο πρόσωποο του και πήγεε να φορέσειι το πανωφόριι του. Σαν ντύθηκεε, βαριαναστέναξεε, ευχαρίστησεε τους οικοδεσπότεςς, τους αποχαιρέτισεε και βγήκεε από́ το ζεστό́ και φωτεινό́ δωμάτιοο, στη μπασιά́, που ήτανεε θεοσκότεινηη, κατάψυχρηη και καταχιονισμένηη, γιατί́ ο αέραςς που βούιζεε έσπρωχνεε μέσαα από́ όλεςς τις χαραμάδεςς το χιόνιι και την κρυάδαα του. Από́ εκεί́ βγήκεε στη θεοσκότεινηη αυλή́.
Ο Πετρούσκα, τυλιγμένοςς στη γούναα του στεκότανν κοντά́ στο δικό́ του έλκηθροο καταμεσήςς της αυλήςς και χαμογελώνταςς απάγγειλεε στίχουςς από́ το βιβλίοο του Πούλσον. «Η θύελλαα κρύβειι με καταχνιά́ τον ουρανό́, οι χιονοστρόβιλοιι χοροπηδάνεε, κι ο αέραςς μια ουρλιάζειι σαν το θηρίοο, μια κλαίειι σαν το μωρό́».
Ο Νικήταα κουνούσεε επιδοκιμαστικά́ το κεφάλιι του παίζονταςς τα γκέμιαα στα χέριαα του.
Ο γέροςς καθώςς συνόδευεε το Βασίληη Αντρέιτςς, κρατούσεε έναα φανάριι αναμμένοο για να του φέγγειι στη μπασιά́, ίσαμεε την ξώπορταα, μα ο δυνατόςς αέραςς το έσβησεε μονομιάςς. Και στην αυλή́ ακόμαα ήτανεε φανερό́, πως η χιονοθύελλαα δυνάμωσεε πιότεροο.
- Καιρόςς μια φορά́! - στοχάστηκεε ο Βασίληη Αντρέιτςς, ζήτημαα είναιι αν τα καταφέρωω να φτάσωω στο Γοριάτσκινοο. Μα δε μπορώ́ να κάνωω αλλιώςς. Οι υποθέσειςς βλέπειςς! Όμωςς μια και τ' αποφάσισαα και τούτοιι δω ζέψανεε τ' άλογάά τους πια. Ε, κάποτεε θα φτάσωω εκεί́ που θέλωω, πρώταα ο Θεόςς!
Και το καλό́ γεροντάκιι σκεφτότανν πως δεν έπρεπεε να ξεκινήσειι ο Βασίληη Αντρέιτςς, όμωςς το συμβούλεψεε με το παραπάνωω να μείνειι κείνοο το βράδυυ, κι αυτόςς δε θέλησεε. Να επιμείνειι ακόμαα το έβρισκεε περιττό́, μια κι απ' αρχήςς δεν εισακούστηκεε η γνώμηη του. «Μπορεί́, κιόλαςς, εγώ́ να δειλιάζωω τόσοο απ' τα γεράματαα, και να έχειι αυτόςς δίκιοο. Και στο κάτω-κάτωτω δίχωςς μουσαφιραίουςς, θα πέσουμεε να κοιμηθούμεε με την ώραα μας. Δίχωςς φασαρίεςς.».
Μα ο Πετρούσκαα μήτεε καν λογάριαζεε τον κίνδυνοο. Ήξερεε τόσοο καλά́ το δρόμοο κι ολόκληρηη την περιοχή́, κι ύστεραα κείνοο το στιχάκιι που «οι χιονοστρόβιλοιι χοροπηδάνεε» έκανεε πιο έντονοο το κουράγιοο του γιατί́ παράσταινεε ολοζώνταναα κείνοο που γινότανν έξωω. Μα ο Νικήταα δεν είχεε καμιά́ διάθεσηη να ξεκινήσειι, αλλά́ από́ χρόνιαα πολλά́ είχεε πια συνηθίσειι να μην έχειι δική́ του θέλησηη παρά́ να υπηρετεί́ άλλουςς κι έτσιι κανέναςς δεν εμπόδισεε την αναχώρησηη.