×

Ми використовуємо файли cookie, щоб зробити LingQ кращим. Відвідавши сайт, Ви погоджуєтесь з нашими правилами обробки файлів «cookie».

Celebrate the Cup Save up to 45%
Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν… – Текст для читання

Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν

Розвинений 2 Грецької урок для практики читання

Почати вивчати цей урок зараз

ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν

Επιτέλουςς, ο Τούρινν εξουθενωμένοςς από́ τη βιασύνηη και το μακρύ́ ταξίδιι (γιατί́ είχεε διανύσειι σαράνταα και παραπάνωω λεύγεςς χωρίςς ανάπαυσηη), έφτασεε με τους πρώτουςς πάγουςς του χειμώναα στις λίμνεςς του Ίβρινν, όπουυ είχεε θεραπευτεί́ πριν. Τώραα όμωςς υπήρχεε μόνοο έναςς παγωμένοςς βούρκοςς και δεν μπορούσεε να πιει πάλιι από́ τα νερά́ τους.

Από́ κει έφτασεε στα περάσματαα και μπήκεε στο Ντορ-λόμινν, και το χιόνιι έφτασεε βαρύ́ από́ το Βορρά́ και οι δρόμοιι ήτανν επικίνδυνοιι και κρύοιι. Αν και είχανν περάσειι είκοσιι και τρίαα χρόνιαα από́ την τελευταίαα φορά́ που περπάτησεε σ' αυτό́ το μονοπάτιι, ετούτοο παρέμενεε χαραγμένοο στην καρδιά́ του, γιατί́ μεγάληη ήτανν η θλίψηη του σε κάθεε βήμαα που τον χώριζεε από́ τη Μόργουενν. Έτσιι επιτέλουςς επέστρεψεε στη γη των παιδικώνν του χρόνωνν.

Ήτανν τόποςς ζοφερόςς και γυμνόςς και οι άνθρωποιι εκεί́ ήτανν λίγοιι και άξεστοιι και μιλούσανν την τραχιά́ γλώσσαα των Ανατολιτώνν και η παλιά́ γλώσσαα είχεε γίνειι η γλώσσαα των δούλωνν και των εχθρώνν. Έτσιι ο Τούρινν βάδιζεε με προσοχή́, σκεπάζονταςς το πρόσωπόό του με την κουκούλαα και μένονταςς σιωπηλόςς, κι έφτασεε επιτέλουςς στο σπίτιι που αναζητούσεε. Ήτανν άδειοο και σκοτεινό́ και κανείςς δεν υπήρχεε γύρωω του. Γιατί́ η Μόργουενν είχεε φύγειι και ο Μπρόνταα ο Ξένοςς (αυτόςς που πήρεε με τη βίαα την Άερινν, τη συγγένισσαα του Χούρινν, για γυναίκαα του) είχεε λεηλατήσειι το σπίτιι της και είχεε πάρειι ό́,τι της είχεε απομείνειι από́ αγαθά́ ή́ υπηρέτεςς.

Το σπίτιι του Μπρόνταα ήτανν πιο κοντά́ στο παλιό́ σπίτιι του Χούρινν και εκεί́ πήγεε ο Τούρινν, τσακισμένοςς από́ την περιπλάνησηη και τη θλίψηη, και ζήτησεε καταφύγιοο. Του το έδωσανν, γιατί́ μερικέςς ευγενικέςς συνήθειεςς της παλιάςς εποχήςς διατηρούντανν ακόμηη εκεί́ από́ την Άερινν. Τον έβαλανν να καθίσειι δίπλαα στη φωτιά́ με τους υπηρέτεςς και μερικούςς περιπλανώμενουςς εξίσουυ σκυθρωπούςς και εξαντλημένουςς με τον ίδιοο. Και ο Τούρινν ρώτησεε τα νέαα της περιοχήςς.

Τότεε όλοιι σώπασανν και μερικοί́ τραβήχτηκανν μακριά́ κοιτάζονταςς άναυδοιι τον άγνωστοο. Αλλά́ έναςς γέροςς με δεκανίκιι είπεε:

«Αν πρέπειι να μιλάςς την παλιά́ γλώσσαα, αφέντηη, μίλαα την πιο σιγά́ και μη ρωτάςς για ειδήσειςς. Θέλειςς να σε πάρουνν για κακοποιό́ και να σε ξυλοκοπήσουνν ή́ για κατάσκοποο και να σε κρεμάσουνν; Γιατί́ μπορεί́ να είσαιι κάλλισταα και τα δύοο με αυτή́ την εμφάνισηη. Που σημαίνειι», συνέχισεε, πλησιάζονταςς και μιλώνταςς σιγά́ στο αυτί́ του Τούρινν, «ότιι μοιάζειςς με τους ευγενείςς της παλιάςς εποχήςς που είχανν έρθειι με τον Χάντορρ τις χρυσέςς μέρεςς, πριν τα κεφάλιαα αποκτήσουνν λυκίσιαα μαλλιά́. Μερικοί́ εδώ́ είναιι του ίδιουυ είδουςς, αν και τώραα τους έχουνν κάνειι ζητιάνουςς και σκλάβουςς, και αν δεν ήτανν η Λαίδηη Άερινν, δεν θα είχεςς ούτεε αυτήνν τη φωτιά́ ούτεε αυτήνν τη σούπαα. Από́ πού είσαιι και τι νέαα θέλειςς να μάθειςς;».

«Υπήρχεε μια γυναίκαα που την έλεγανν Μόργουενν», απάντησεε ο Τούρινν, «και πριν από́ καιρό́ ζούσεε στο σπίτιι της. Εκεί́, μετά́ από́ μακρύ́ ταξίδιι, πήγαα για να ζητήσωω καλωσόρισμαα, αλλά́ δεν υπάρχειι τώραα ούτεε φωτιά́ ούτεε άνθρωποιι».

«Ένα χρόνοο τώραα και παραπάνωω δεν υπάρχουνν», απάντησεε ο γέροςς. «Αλλά́ λιγοστοί́ ήτανν σε αυτό́ το σπίτιι και οι άνθρωποιι και η φωτιά́ μετά́ τον ολέθριοο πόλεμοο. Γιατί́ η Μόργουενν ήτανν από́ τους παλιούςς -όπωςς θα ξέρειςς αναμφίβολαα, χήραα του άρχοντάά μας, του Χούρινν, γιου του Γκάλντορρ. Δεν τόλμησανν να την πειράξουνν, όμωςς, γιατί́ τη φοβούντανν.

Περήφανηη και όμορφηη σαν βασίλισσαα, πριν την τσακίσειι η θλίψηη. Μάγισσαα την αποκαλούσανν και την απέφευγανν. Μάγισσαα: αυτό́ απλώςς σημαίνειι "φίληη των Ξωτικώνν" στην καινούργιαα γλώσσαα. Όμωςς τη λήστεψανν.

Συχνά́ αυτή́ και η κόρηη της θα πεινούσανν, αν δεν υπήρχεε η Λαίδηη Άερινν. Αυτή́ τις βοηθούσεε κρυφά́, λένεε, και συχνά́ την έδερνεε γι' αυτό́ ο άξεστοςς Μπρόνταα, εξ ανάγκηςς άντραςς της».

«Και αυτό́ τον έναα χρόνοο και παραπάνωω;», είπεε ο Τούρινν. « Είναιι νεκρέςς ή́ τις έκανανν σκλάβεςς; Ή́ τους επιτέθηκανν οι Ορκ; »

«Δεν είναιι γνωστό́ με σιγουριά́», είπεε ο γέροςς. «Αλλά́ έφυγεε με την κόρηη της. Και τότεε αυτόςς ο Μπρόνταα λεηλάτησεε το σπίτιι και άρπαξεε ό́,τι απόμεινεε. Τώραα δεν έχειι μείνειι ούτεε έναα σκυλί́ και τους λίγουςς ανθρώπουςς που είχεε τους έκανανν σκλάβουςς.

Εκτόςς από́ μερικούςς που έγινανν ζητιάνοιι, όπωςς εγώ́. Την υπηρετούσαα πολλά́ χρόνιαα και τον μεγάλοο κύριοο πριν από́ αυτήνν, Σάντορρ ο Μονοπόδαροςς: έναα καταραμένοο τσεκούριι στο δάσοςς πριν από́ πολύνν καιρό́, αλλιώςς θα ήμουνν στον Μεγάλοο Σωρό́. Θυμάμαιι καλά́ τη μέραα που έστειλανν μακριά́ το γιο του Χούρινν και πώςς έκλαιγεε. Και πώςς έκλαιγεε κι αυτή́ ότανν έφυγεε το παιδί́.

Λένεε ότιι πήγεε στο Κρυμμένοο Βασίλειοο». Τότεε ο γέροςς σταμάτησεε να μιλά́ και κοίταξεε με αμφιβολίαα τον Τούρινν. «Είμαιι γέροςς και φλυαρώ́, αφέντηη », είπεε. «Μη μου δίνειςς σημασίαα!

Όμωςς, αν και είναιι ευχάριστοο να μιλώ́ την παλιά́ γλώσσαα με κάποιονν που τη μιλά́ τόσοο καλά́ όσοο εκείνηη την εποχή́, οι μέρεςς είναιι κακέςς και πρέπειι να είναιι κανείςς προσεκτικόςς. Δεν είναιι καλοί́ στην καρδιά́ όλοιι όσοιι μιλούνν την καλή́ γλώσσαα».

«Αυτό́ είναιι αλήθειαα», είπεε ο Τούρινν. «Η καρδιά́ μου είναιι βαριά́. Αλλά́ αν φοβάσαιι ότιι είμαιι κατάσκοποςς του Βορρά́ ή́ της Ανατολήςς, τότεε δεν έχειςς αποκτήσειι μεγαλύτερηη σοφίαα από́ κείνηη που είχεςς πριν από́ πολύνν καιρό́, Σάντορρ Λάμπανταλλ».

Ο γέροςς τον κοίταξεε με ανοιχτό́ το στόμαα. Και μετά́ τρέμονταςς μίλησεε.

«Έλα έξωω! Είναιι πιο κρύοο, αλλά́ και λιγότεροο επικίνδυνοο. Εσύ́ μιλάςς πολύ́ δυνατά́ κι εγώ́ πιο πολύ́ απ' όσοο πρέπειι για το σπίτιι ενόςς Ανατολίτηη».

Μόλιςς βγήκανν στην αυλή, άρπαξεε απ' το μανδύαα τον Τούρινν.

«Πριν από́ πολύνν καιρό́ ζούσεςς σ' εκείνοο το σπίτιι, λες. Άρχονταα Τούρινν, γιατί́ γύρισεςς πίσωω; Άνοιξανν τα μάτιαα μου και τα αυτιά́ μου επιτέλουςς: έχειςς τη φωνή́ του πατέραα σου. Αλλά́ μόνοο ο μικρόςς Τούρινν μου έδινε αυτό́ το όνομαα, Λάμπανταλλ. Δεν ήτανν από́ κακίαα: ήμαστεε καλοί́ φίλοιι κείνεςς τις μέρεςς. Τι ζητάειι τώραα εδώ́; Ελάχιστοιι από́ μας έχουμεε απομείνειι και είμαστεε γέροιι και άοπλοιι. Πιο ευτυχισμένοιι είναιι εκείνοιι στον Μεγάλοο Σωρό́».

«Δεν ήρθαα εδώ́ με μυαλά́ πολέμουυ», είπεε ο Τούρινν, «αν και τα λόγιαα σου με κέντρισανν τώραα, Λάμπανταλλ. Όμωςς αυτό́ ας περιμένειι. Ήρθαα αναζητώνταςς τη Λαίδηη Μόργουενν και τη Νίενορρ. Μπορείςς να μου πεις και γρήγοραα;».

«Ελάχισταα πράγματαα, άρχονταα», είπεε ο Σάντορρ. «Έφυγανν κρυφά́. Ψιθυριζότανν ανάμεσάά μας ότιι τους κάλεσεε ο άρχονταςς Τούρινν. Γιατί́ δεν αμφιβάλλαμεε ότιι είχεε γίνειι σπουδαίοςς με τα χρόνιαα, βασιλιάςς ή́ άρχονταςς σε κάποιαα νότιαα χώραα. Αλλά́ φαίνεταιι ότιι δεν είναιι έτσιι».

«Δεν είναιι», απάντησεε ο Τούρινν. «Ήμουνν άρχονταςς σε μια νότιαα χώραα, αλλά́ τώραα είμαιι έναςς περιπλανώμενοςς. Και δεν τις κάλεσαα εγώ́».

«Τότεε δεν ξέρωω τι να σου πω», είπεε ο Σάντορρ. «Αλλά́ η Λαίδηη Άερινν θα γνωρίζειι, δεν αμφιβάλλωω. Γνώριζεε όλαα τα σχέδιαα της μητέραςς σου».

«Πώςς μπορώ́ να τη βρω;».

«Αυτό́ δεν το ξέρωω. Θα της προκαλούσεε μεγάλοο μπελά́ αν την έπιανανν να ψιθυρίζειι σε κάποιαα πόρταα μ' ένανν περιπλανώμενοο από́ τους καταδυναστευμένουςς, ακόμηη και αν κάποιοο μήνυμαα μπορούσεε να την κάνειι να βγει. Και έναςς ζητιάνοςς όπωςς είσαιι τώραα εσύ́ δεν μπορεί́ να περπατήσειι πολύ́ στο ανάκτοροο προς την υψηλή́ τράπεζαα, θα τον αρπάξουνν οι Ανατολίτεςς και θα τον ξυλοκοπήσουνν ή́ και χειρότεραα».

Τότεε εξοργισμένοςς ο Τούρινν φώναξεε:

«Δεν μπορώ́ να περπατήσωω μέσαα στο ανάκτοροο του Μπρόντα γιατί́ θα με ξυλοκοπήσουνν; Έλαα και δες!».

Και μπήκεε πάλιι στο ανάκτοροο κι έριξεε πίσωω την κουκούλαα του και παραμερίζονταςς όποιονν βρισκότανν μπροστά́ του προχώρησεε προς το τραπέζιι όπουυ καθότανν ο κύριοςς του σπιτιού́ και η γυναίκαα του μαζί́ με άλλουςς Ανατολίτεςς άρχοντεςς. Τότεε κάποιοιι σηκώθηκανν κι ετοιμάστηκανν να τον αρπάξουνν, αλλά τους πέταξεε κάτωω και φώναξεε.

«Δεν κυβερνά́ κανείςς αυτό́ το σπίτιι, ή́ είναιι άντροο των Ορκ; Πού́ είναιι ο κύριοςς του σπιτιού́;».

Τότεε ο Μπρόνταα σηκώθηκεε εξοργισμένοςς.

«Εγώ́ κυβερνώ́ αυτό́ το σπίτιι», είπεε.

Αλλά́ πριν προλάβειι να πει οτιδήποτεε, ο Τούρινν του είπεε:

«Τότεε δεν έμαθεςς τους ευγενείςς τρόπουςς που υπήρχανν σ' αυτήνν τη χώραα πριν από́ σέναα. Τώραα συνηθίζουνν οι άνθρωποιι να αφήνουνν λακέδεςς να κακομεταχειρίζονταιι τους συγγενείςς της γυναίκαςς τους; Τέτοιοςς είμαιι κι έχωω μια ερώτησηη για τη Λαίδηη Άερινν. Να έρθωω ελεύθεραα ή́ να έρθωω όπωςς θέλωω;».

«Έλα», είπεε ο Μπρόνταα βλοσυρόςς. Αλλά́ η Άερινν είχεε χλωμιάσειι.

Τότεε ο Τούρινν πήγεε στην υψηλή́ τράπεζαα και στάθηκεε μπροστά́ της και υποκλίθηκεε.

«Με συγχωρείςς, Λαίδηη Άερινν», είπεε, «που σε ενοχλώ́ έτσιι. Αλλά́ η δουλειά́ μου είναιι επείγουσαα και μ' έφερεε από́ μακριά́. Αναζητώ́ τη Μόργουενν, Κυρίαα του Ντορ-λόμινν, και τη Νίενορρ την κόρηη της. Αλλά́ το σπίτιι της είναιι άδειοο και λεηλατημένοο. Τι μπορείςς να μου πεις;».

«Τίποταα», είπεε η Άερινν με μεγάλοο φόβοο, γιατί́ ο Μπρόνταα την παρακολουθούσεε με στενεμέναα μάτιαα.

«Αυτό́ δεν το πιστεύωω», είπεε ο Τούρινν.

Τότεε ο Μπρόνταα πετάχτηκεε μπροστά́ και ήτανν κατακόκκινοςς από́ μέθηη και οργή́.

«Αρκετά́!», φώναξεε. «Θα αφήσωω ένανν ζητιάνοο που μιλά́ τη γλώσσαα των δούλωνν να αντικρούειι τη γυναίκαα μου μπροστά́ μου; Δεν υπάρχειι Κυρίαα του Ντορ-λόμινν. Όσοο για τη Μόργουενν, ήτανν από́ τους δούλουςς και το 'σκασε όπωςς κάνουνν οι δούλοιι. Κάνεε κι εσύ́ το ίδιοο, και γρήγοραα, αλλιώςς θα βάλωω να σε κρεμάσουνν σε δέντροο!».

Τότεε ο Τούρινν όρμησεε πάνωω του και τράβηξεε το μαύροο του σπαθί́ και άρπαξεε τον Μπρόνταα από́ τα μαλλιά́ και του τράβηξεε πίσωω το κεφάλιι.

«Μην κουνηθεί́ κανείςς», είπεε, «αλλιώςς το κεφάλιι του θα φύγειι από́ τους ώμουςς του! Λαίδηη Άερινν, θα σου ζητούσαα να με συγχωρέσειςς και πάλιι καθ' ότιι πιστεύωω ότιι αυτόςς ο άξεστοςς δεν σου έχειι κάνειι ποτέ́ τίποτεε άλλοο εκτόςς από́ κακό́. Μίλαα όμωςς τώραα και μη μου αρνιέσαιι! Είμαιι ή́ δεν είμαιι ο Τούρινν, ο Κύριοςς του Ντορ-λόμινν; Πρέπειι να σε διατάξωω;».

«Διάταξέέ με», είπεε η Άερινν.

«Ποιος λεηλάτησεε το σπίτιι της Μόργουενν;»

«Ο Μπρόνταα», του απάντησεε.

«Πότεε έφυγεε η Μόργουενν και πού́ πήγεε;»

«Έχειι περάσειι έναςς χρόνοςς και τρεις μήνεςς», είπεε η Άερινν. «Ο αφέντηςς Μπρόνταα και άλλοιι από́ τους Ξένουςς της Ανατολήςς εδώ́ γύρωω την καταπίεζανν βαριά́. Από́ καιρό́ την είχανν καλέσειι στο Κρυμμένοο Βασίλειοο. Και ξεκίνησεε επιτέλουςς για κει.

Γιατί́ οι χώρεςς ενδιάμεσαα είχανν απελευθερωθεί́ για λίγοο από́ το κακό́ χάρηη στην ικανότηταα του Μαύρουυ Σπαθιού́ της νότιαςς χώραςς, λένεε. Τώραα όμωςς αυτό́ τελείωσεε. Περίμενεε να βρει το γιο της να την περιμένειι εκεί. Αλλά́ αν αυτόςς είσαιι εσύ́, τότεε φοβάμαιι ότιι όλαα πήγανν στραβά́».

Τότεε ο Τούρινν γέλασεε πικρά́.

«Στραβά́, στραβά́;» φώναξεε. «Ναι, πάνταα στραβά́: στραβά́ σαν τον Μόργκοθθ!». Και ξαφνικά́ τον διαπέρασεε μια μαύρηη οργή́. Γιατί́ τα μάτιαα του άνοιξανν και λύθηκανν τα τελευταίαα νήματαα της μαγείαςς του Γκλάουρουνγκκ και κατάλαβεε τα ψέματαα με τα οποίαα τον είχεε ξεγελάσειι. «Με εξαπάτησανν για να έρθωω και να πεθάνωω εδώ́ ατιμασμένοςς, ενώ́ θα μπορούσαα τουλάχιστονν να τελειώσωω γενναίαα τη ζωή́ μου μπροστά́ στις Πύλεςς του Νάργκοθρονττ;». Και ολόγυραα μέσαα στη νύχταα του φάνηκεε ότιι άκουγεε τις κραυγέςς της Φιντούιλαςς.

«Δεν θα πεθάνωω πρώτοςς εδώ́!» φώναξεε. Και άρπαξεε τον Μπρόνταα και με τη δύναμηη που του έδινε η μεγάληη αγωνίαα και η οργή́ του τον σήκωσεε ψηλά́ και τον τράνταξεε σαν να ήτανν σκυλί́.

«Η Μόργουενν ήτανν από́ τους δούλουςς είπεςς; Ω γιε δειλώνν, κλέφτηη, σκλάβεε σκλάβωνν!».

Και τότεε πέταξεε τον Μπρόνταα πάνωω από́ το ίδιοο του το τραπέζιι με το κεφάλιι μπροστά́, στα μούτρα ενόςς Ανατολίτηη που σηκωνότανν για να επιτεθεί́. Σε αυτή́ την πτώσηη ο λαιμόςς του Μπρόνταα έσπασεε. Και ο Τούρινν όρμησεε και σκότωσεε τρεις ακόμηη που λούφαζανν τρομοκρατημένοιι, γιατί́ είχανν βρεθεί́ άοπλοιι. Δημιουργήθηκεε αναταραχή́ στο μέγαροο. Οι Ανατολίτεςς που παραβρίσκοντανν θα ορμούσανν στον Τούρινν, αλλά́ ήτανν εκεί́ συγκεντρωμένοιι και πολλοί́ άλλοιι από́ τους παλιούςς κατοίκουςς του Ντορ-λόμινν: για πολύνν καιρό́ ήτανν πειθήνιοιι υπηρέτεςς, τώραα όμωςς ξεσηκώθηκανν με κραυγέςς επαναστατικέςς. Γρήγοραα ξέσπασεε μεγάληη μάχηη και παρόλοο που οι σκλάβοιι είχανν μόνοο μαχαίριαα του κρέατοςς και ό́,τι μπορούσανν να αρπάξουνν για να αντιμετωπίσουνν στιλέταα και σπαθιά́, πολλοί́ σκοτώθηκανν γρήγοραα και από́ τις δύοο πλευρέςς πριν ορμήσειι ο Τούρινν ανάμεσάά τους και σκοτώσειι τους τελευταίουςς Ανατολίτεςς που παρέμενανν στο ανάκτοροο.

Μετά́ ξεκουράστηκεε ακουμπώνταςς σ' ένανν κίοναα και η φωτιά́ της οργήςς του είχεε γίνειι τώραα σαν στάχτηη. Όμωςς ο γερο-Σάντορρ πλησίασεε έρπονταςς και τον έπιασεε από́ τα γόναταα, γιατί́ ήτανν θανάσιμαα τραυματισμένοςς.

«Τρεις φορέςς εφτά́ χρόνιαα και παραπάνωω ήτανν μεγάληη αναμονή́ για την ώραα τούτηη», είπεε. «Τώραα όμωςς φύγεε, φύγεε, κύριεε! Φύγεε και μην ξανάρθειςς, παρά́ μόνοο με μεγαλύτερηη δύναμηη. Θα ξεσηκώσουνν όλοο τον τόποο εναντίονν σου.

Πολλοί́ το έσκασανν από́ τ' ανάκτοροο. Φύγεε, αλλιώςς θα 'χεις τέλοςς εδώ́. Έχεε γεια!». Και μετά́ γλίστρησεε κάτωω και πέθανεε.

«Μίλησεε με την αλήθειαα του θανάτουυ», είπεε η Άερινν. «Έμαθεςς αυτά́ που ήθελεςς. Τώραα φύγεε γρήγοραα! Αλλά́ πήγαινεε πρώταα στη Μόργουενν και παρηγόρησέέ την, γιατί́ αλλιώςς δύσκολαα θα σου συγχωρήσωω όληη αυτή́ την καταστροφή́ που έφερεςς εδώ́.

Γιατί́ όσοο κακή́ κι αν ήτανν η ζωή́ μου, εσύ́ έφερεςς θάνατοο με τη βίαα σου. Οι Ξένοιι θα εκδικηθούνν γι' αυτήνν τη νύχταα όλουςς όσοιι βρίσκοντανν εδώ́. Απερίσκεπτεςς είναιι οι πράξειςς σου, γιε του Χούρινν, σαν να μην είσαιι ακόμηη παρά́ το παιδί́ που ήξεραα».

«Και λιπόψυχηη είναιι η δική́ σου καρδιά́, Άερινν, κόρηη του Ίντορ, όπωςς ήτανν τότεε που σε ονόμαζαα θείαα και ακόμηη και έναα άγριοο σκυλί́ σε τρόμαζεε», είπεε ο Τούρινν. «Είσαιι φτιαγμένηη για ένανν πιο καλοσυνάτοο κόσμοο. Αλλά́ έλαα! Θα σε πάωω στη Μόργουενν».

«Το χιόνιι σκεπάζειι όληη τη χώραα και πιο πολύ́ το κεφάλιι μου», του απάντησεε. «Θα πέθαιναα στις ερημιέςς μαζί́ σου όσοο γρήγοραα θα πεθάνωω και με τους βάναυσουςς Ανατολίτεςς. Δεν μπορείςς να διορθώσειςς αυτό́ που έκανεςς. Φύγεε! Αν μείνειςς, θα τα κάνειςς όλαα χειρότεραα και θα στερήσειςς τη Μόργουενν από́ έναα γιο χωρίςς κανέναα σκοπό́. Πήγαινεε, σε ικετεύωω!».

Τότεε ο Τούρινν υποκλίθηκεε βαθιά́ μπροστά́ της και γύρισεε κι έφυγεε από́ τ' ανάκτοραα του Μπρόνταα. Όμωςς όσοιι στασιαστέςς είχανν τη δύναμηη τον ακολούθησανν. Το έσκασανν προς τα βουνά́, γιατί́ μερικοί́ ανάμεσάά τους ήξερανν καλά́ τους δρόμουςς στις ερημιέςς και ευλογούσανν το χιόνιι που έπεφτεε πίσωω τους και σκέπαζεε τα ίχνηη τους. Έτσιι, αν και γρήγοραα άρχισεε το ανθρωποκυνηγητό́ με πολλούςς άντρεςς και σκυλιά́ και χλιμιντρίσματαα αλόγωνν, ξέφυγανν νότιαα μέσαα στους λόφουςς. Μετά́ κοιτάζονταςς πίσωω είδανν έναα κόκκινοο φως μακριά́ στο μέροςς που είχανν αφήσειι.

«Έβαλανν φωτιά́ στο σπίτιι», είπεε ο Τούρινν. «Για ποιο σκοπό́ το έκανανν αυτό́;»

«Έβαλανν φωτιά́; Όχιι, άρχονταα. Δεν έβαλανν τη φωτιά́ οι Ανατολίτεςς, την έβαλεε η Λαίδηη Άερινν, φαντάζομαιι», είπεε έναςς, Άσγκονν το όνομάά του. «Πολλοί́ άντρεςς των όπλωνν παρερμηνεύουνν την υπομονή́ και την ηρεμίαα. Η Λαίδηη έκανεε πολύ́ καλό́ σε πολλούςς από́ μας με μεγάλοο κόστοςς. Δεν είναιι λιπόψυχηη, αλλά́ η υπομονή́ σπάειι κι αυτή́ στο τέλοςς».

Μερικοί́ από́ τους πιο σκληραγωγημένουςς που μπορούσανν να αντέξουνν τον χειμώναα, έμεινανν με τον Τούρινν και τον οδήγησανν από́ παράξενουςς δρόμουςς σ' έναα καταφύγιοο στα βουνά́, σε μια σπηλιά́ γνωστή́ σε παράνομουςς και περιπλανώμενουςς. Και ήτανν κρυμμέναα εκεί́ κάποιαα αποθέματαα τροφίμωνν. Εκεί́ περίμενανν μέχριι που έπαψεε το χιόνιι και του έδωσανν τροφή́ και τον πήγανν σ' έναα πέρασμαα που σπάνιαα το χρησιμοποιούσανν και οδηγούσεε νότιαα στην Κοιλάδαα του Σίριονν, όπουυ δεν είχεε φτάσειι το χιόνιι. Στο κατηφορικό́ μονοπάτιι χώρισανν.

«Έχεε γεια τώραα, Κύριεε του Ντορ-λόμινν», είπεε ο Άσγκονν «Όμωςς μη μας ξεχάσειςς. Θα είμαστεε κυνηγημένοιι τώραα. Και οι Λυκάνθρωποιι θα γίνουνν πιο σκληροί́ εξαιτίαςς του ερχομού́ σου. Γι' αυτό́ φύγεε και μη γυρίσειςς, εκτόςς αν έρθειςς με μεγάληη δύναμηη για να μας λυτρώσειςς. Έχεε γεια!»

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE