26. Στη γειτονιά των Πετραλώνων
Ήταν φθινόπωρο του 1938. Ένα μεσημέρι, μαζί με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου φύγαμε από την παλιά μας γειτονιά στο Θησείο. Στα χέρια κρατούσαμε τις τελευταίες βαλίτσες. Γύρω η περιοχή μύριζε χώμα. Αποχαιρετήσαμε το σπίτι μας που βρισκόταν πάνω σε ένα μικρό λόφο.
Θα πηγαίναμε σε μιαν άλλη γειτονιά, τα Άνω Πετράλωνα. Τώρα το σπίτι μας έμεινε σιωπηλό μέσα στην ερημιά του. Έζησε και αυτό μαζί με μας κάποιες μικρές χαρές αλλά και πολλές άσχημες μέρες εξαιτίας θανάτων. Πρώτα του μικρότερου αδελφού μας και μετά του πατέρα. Τώρα ήρθε και η δική του σειρά. Φεύγοντας αφήσαμε ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες του.
Το παλιό μας σπίτι έμοιαζε με άνθρωπο που έχει το στόμα και τα μάτια ανοιχτά. Η μητέρα με δάκρυα στα μάτια γύρισε πίσω και τα έκλεισε βιαστικά. Ήμουν τότε δώδεκα χρόνων παιδί. Ακόμα και σήμερα, μόλις κλείσω τα μάτια μου ‘βλέπω' την τελευταία εικόνα του σπιτιού, όπως το έλουζαν οι ακτίνες του ηλίου.