Δημαρχίνα Νύφη (1912)
Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα μεγάλα βρίκια, γολέτες δώδεκα, και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και χωριστά άλλα μικρότερα, κότερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο μακαρίτης ο γερο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα εναντίος εις την ιδέαν, δι᾿ ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε προς τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον:
Ήρθαν τ᾿ ανθρωπάκια
απ᾿ τα καραβάκια.
Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι, Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, †Μολεγοναίοι†, Μπουμπαίοι (και ο διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλμπεραίοι, Αστραφταίοι, Μπουμπουναίοι και Καρουταίοι, Σταχταίοι, Σπουρναίοι, Καπναίοι και λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος εις την επικειμένην δημοτικήν εκλογήν, ως άρχων του τόπου, ο κ. Νίκος Αγγούδης, νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος, φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε «κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών υποστηρικτών του) και ο μόνος κατάλληλος διά να δοξάση τον τόπον. Και ήτο τω όντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατείαν †ναυστολιών† και πληρωμάτων.
Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον ναυτικήν ακρίδα, ή την αγέλην αυτήν των ορνέων των θαλασσινών, ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν εν χορώ να τραγουδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε!» Όλος σχεδόν ο ιστιοφορών στολίσκος της μικράς νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο καράβι, του καπετάν Αλέξη του Παγούρη, εβράδυνε να φανή, και δεν εφαίνετο εις την γενικήν συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας εις ημέραν να φανή· εις μάτην. Δεν ήλθε δι᾿ όλου του εκλογικού αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις τα επινίκια. Αλλ᾿ ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθε.
Εις μάτην η καπετάνισσα, η Αρχόντω, η γυνή του Αλέξη Παγούρη έβγαινε πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις τους δύο †και τρεις† κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα, αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα, και διερευνώσα με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και τας σπιλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου, ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε όπισθεν των χθαμαλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπούτας, ούτε εκείθεν του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν ακτήν. Κ᾿ επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ᾿ έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν συντριβή, και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπίτι της η Αρχόντω, αυτή και η εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη έχουσα θυγατέρα, επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον Κώτσον, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ᾿ η κομψή ακρινή οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς μεταξύ δύο κολπίσκων, και ύπερθεν του παλαιού μώλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο ακόμη κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς ν᾿ αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον, και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν Ελλάδα την μητέρα των.
*
* *
Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι, είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς! Ιδού ήτο Παρασκευή, εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το παραμύθι, «έμβαινε κ᾽ έβγαινε και βαριαναστέναζε».
― Μάννα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της, ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γριά η Γκότσαινα, πού ᾽ναι μάγισσα…
― Ξορκισμένη να ᾽ναι, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω.
― Μα ακούς, μάννα…, επανέλαβεν η κόρη, επειδή αφού άπαξ ήρχισεν ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.
― Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.
Η κόρη «αποδακώθη»* κ᾿ εσιώπησε.
Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμένον δείπνον της η καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση, αίφνης της λέγει:
― Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρια-Γκότσαινα, τη μάγισσα;
― Ναι, αλήθεια, μάννα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε καιρό και καιρό, κ᾿ ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να πάρη τη Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μες στο αυγό, να ιδή με τα μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είναι καλά το καράβι ή όχι, και τότε η Γκότσαινα της λέει κι αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ᾿ ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονώ να είναι, κατέβασ᾿ ένα κόνισμα απ᾿ το κονοστάσι, δώσ᾿ της το στα χέρια να το κρατή, ώρα πολλή, και να το κοιτάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση μήτε στιγμή απ᾿ το κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή, και θα τ᾿ αρωτήσης, τι βλέπεις; Κ᾿ εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή βουλιαμένο είναι το καράβι, ή αβούλιαχτο.
― Δάκω τη γλώσσα σ᾿, είπεν η Αρχόντω.
― Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ᾿ έτσι έκαμε η Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λιμπέριου, τη Χ., που είναι ως ένδεκα χρονώ, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε το κόνισμα στα χέρια, κ᾿ εκάθισε, και το κοίταζε μιάν ώρα. Κ᾿ ύστερα την ερωτά: τι βλέπεις; Και της είπε. Βλέπω το καράβι που αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι ο καπετάνιος στο τιμόνι κατά δω έχει την πλώρη. Και αληθινά, σε τρεις μέρες, ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι; μήνας είναι από τότε.
Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:
― Πας να την φωνάξης;
― Ποια, την Χ. του καπετάν Λιμπέριου; Τέτοιαν ώρα έρχεται;
― Τι ώρα είναι; Οι κόττες τώρα κάτιασαν*.
― Πώς να πάω, μάννα; Φοβούμαι.
― Βγαίνω στο παραθύρι και σ᾿ αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι. Τρεις πόρτες παραπέρα είναι.
―Ας πάω.
Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ᾿ η θεία της ήνοιξε το παράθυρον, και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά, ήκουσε την φωνήν της, οπού εκάλει την μικράν κόρην του καπετάν Λιμπέριου.
― Χ., ε Χ.
― Τι είναι; Ποιος φωνάζει;
― Κατέβα να σου πω.
Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν παραγγελίαν.
―Ας είναι, πήγαινε. Να ᾽ρθής γλήγορα.
Και μετ᾿ ολίγα λεπτά, αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη.
*
* *
Η Χ. ήτο χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον. Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν εικόνισμα της Παναγίας με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ, η καπετάνισσα η Λιμπέριαινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είναι κι αυτή παρούσα εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν από κούρασιν ή ζάλην, την ερωτά:
― Τι βλέπεις;
― Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά, θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα… φουσκοθάλασσα*, τρικυμία, θεόρατα κύματα, που χτυπούν απάνω στους βράχους, στον κάβο, στην ακρογιαλιά.
― Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην αναπνοήν η Αρχόντω.
― Το καράβι, σύντριμμα και τρομάρα… αχ! και ένας, δυό, τρεις νομάτοι που πλέουν, τους συνεπαίρνει το κύμα (ύψωσεν αλληλοδιαδόχως τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους χτυπά η θάλασσα απάνω στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα, πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρίφια*, κ᾿ οι νομάτοι ζαλισμένοι, μισοπνιμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να πιαστούν. Βουλιούν, βούλιαξαν, πάνε, άμοροι* έγιναν. Οι δυό επήγαν στον πάτο κάτω, κι ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιάν αμμουδιά μικρή ως τρεις πιθαμές, ανάμεσα σε δυό ολόμαυρους βράχους· (τοσηδά, ως τρεις πιθαμές, έκαμε με το αριστερό χέρι της σχήμα ως να εμέτρει).
*
* *
Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του.
Εωρτάσθησαν μετ᾿ ενθουσιασμού τα επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ᾿ αφθόνων σπονδών επέπεσεν εις την αγοράν, εις τ᾿ Αλώνια και τα Λιβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέτα, φυσώντες και χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκυβίστησαν, προεξάρχοντες της βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρεμέτισαν από την μέθην των, και παιδία ωλόλυξαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα πρόστωα και τας στέγας τρέχοντα, εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας ·αγέλης‚.
Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον. Ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της Χαλκίδος, κ᾿ εις το «Μη Χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και μεγάλα έργα. Εν πρώτοις, απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν. Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος, πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν εις τον τόπον εταιρείαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου) προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν «Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ᾿ η κρήνη του Προφήτου Ηλιού έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι» εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος» κ. Ν. Αγγούδης, κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την παλαιάν Ελλάδα, κ᾿ η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί, όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν᾿ απέλθωσιν εις το έργον των.
Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν του κ᾿ έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του τόπου, όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάρα», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης, κ᾿ έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να βαστάξη εις την γλύκα κ᾿ εις το πάθος της κιθάρας, και μετ᾿ ολίγον καιρόν συνήφθη αρραβών, και είτα ετελέσθη ο γάμος.
*
* *
Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε τον σύζυγον και τους υιούς της, κ᾿ οι πλοίαρχοι έκλαιον τας προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους εις την αντικρινήν νήσον αντήχουν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ᾿ ολίγον, αφού συνεπληρώθη η τετραετία του, ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την δημοτικότητά του, την φιλοπατρίαν, και όλα τα προγράμματά του εις την πέραν μεγάλην νήσον, κ᾿ έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να κατεβάζη από το βουνόν εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.