Gravity of language on thoughts | Panos Athanasopoulos | TEDxUniversityofMacedonia - YouTube
Μετάφραση: Eleni Tziafa Επιμέλεια: Panagiota Prokopi
Ευχαριστώ.
Λένε συχνά ότι η γλώσσα είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους.
Αυτό που μας κάνει ανθρώπους.
Ωστόσο, οι διαφορετικές γλώσσες έχουν και διαφορετικούς τρόπους
να διαμορφώνουν τον κόσμο γύρω μας.
Αν έκανα αυτή την ομιλία στα ελληνικά,
θα έπρεπε να καθορίσω για κάθε ουσιαστικό,
και για κάθε λέξη που προσδιορίζει το κάθε ουσιαστικό,
το σωστό γραμματικό γένος: αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο.
Το ίδιο ισχύει ακόμη κι όταν το ουσιαστικό αναφέρεται σε ένα αντικείμενο.
Αν μιλούσα τη γλώσσα ντάνι,
θα χρησιμοποιούσα μόνο μία λέξη για το μαύρο, το μπλε και το πράσινο,
και άλλη μία για όλα τα υπόλοιπα.
Μάλιστα, οι περισσότερες γλώσσες του κόσμου
δεν έχουν ξεχωριστές λέξεις για το πράσινο και το μπλε,
έχουν μία λέξη, όπως το γαλαζοπράσινο, και για τα δύο.
Οι ομιλητές της μουντουρούκου έχουν λέξεις για τους αριθμούς μόνο ως το τέσσερα.
Οτιδήποτε μεγαλύτερο απ' αυτό περιγράφεται ως μια «χούφτα».
Άλλες γλώσσες δεν έχουν καν λέξεις για τους αριθμούς.
Το ερώτημα λοιπόν που προσπαθώ να απαντήσω εδώ και 20 χρόνια είναι το εξής:
Ποια είναι η βαρύτητα αυτών των γλωσσικών διαφορών πάνω στη σκέψη μας;
Το ερώτημα αναφέρεται ακριβώς σ' αυτό που μας κάνει ανθρώπους.
Σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο;
Ή μήπως υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στη σκέψη ανάλογα με την κουλτούρα;
Ο Βιτγκεντστάιν πίστευε ότι τα όρια της γλώσσας του
ήταν τα όρια του κόσμου του.
Από την άλλη, επιστήμονες όπως οι Πίνκερ και Τσόμσκι
πιστεύουν ότι η σημασία είναι η ίδια σε όλες τις γλώσσες.
Μπορεί κανείς να εκφράσει κάθε έννοια σε οποιαδήποτε γλώσσα
τόσο εύκολα σαν να μεταφέρει την ίδια μελωδία από το πιάνο στην κιθάρα.
Είναι όμως τόσο εύκολο στ' αλήθεια;
Η μετάφραση ενός ποιήματος ή ενός μυθιστορήματος
δεν θα μπορούσε ποτέ να αναπαράγει ακριβώς τις σκέψεις, τα συναισθήματα,
τις πολιτιστικές αναφορές του πρωτοτύπου.
Πολλοί από εμάς σ' αυτή την αίθουσα
μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα διαφορετικό σύνολο ήχων
για εκφράσουμε τις ίδιες ιδέες,
επειδή μιλάμε μια άλλη γλώσσα.
Πόσο συχνά όμως αισθανόμαστε χαμένοι στη μετάφραση;
Για παράδειγμα, πώς μεταφράζουμε τη φράση «too fancy» (πολύ φαντεζί) στα ελληνικά;
Θα σας δείξω λοιπόν ένα βιντεάκι που περιγράφει ακριβώς αυτή την αίσθηση.
(Ιαπωνικά) Σκηνοθέτης: Κάθεσαι ήσυχα στο γραφείο σου.
Υπάρχει ένα μπουκάλι ουίσκι Σαντόρι πάνω στο τραπέζι.
Κατάλαβες;
Εγκάρδια, αργά, κοίταξε την κάμερα, με τρυφερότητα,
σαν να συναντάς ξανά παλιούς φίλους και πες την ατάκα σου.
Σαν να είσαι ο Μπόγκαρντ στην Καζαμπλάνκα, πες: «Στην υγειά σας, ώρα για Σαντόρι!»
Διερμηνέας: Θέλει να στραφείς και να κοιτάξεις την κάμερα, εντάξει;
Μπιλ Μάρεϊ: Αυτό είπε μόνο;
Διερμηνέας: Ναι, κοίτα την κάμερα.
Μπιλ Μ.: Καλά, θέλει να γυρίσω από δεξιά ή...
Από αριστερά;
(Ιαπωνικά) Διερμηνέας: Προετοιμάστηκε και είναι έτοιμος.
Θέλει να μάθει, όταν ξεκινήσει η κάμερα,
προτιμάτε να γυρίσει από τα αριστερά
ή προτιμάτε να γυρίσει από τα δεξιά;
Αυτό θα ήθελε να μάθει, αν δεν σας πειράζει.
(Ιαπωνικά) Σκηνοθέτης: Το ίδιο κάνει.
Δεν έχουν σημασία αυτά τα πράγματα.
Δεν έχουμε χρόνο, Μπομπ-σαν, εντάξει;
Πρέπει να βιαστούμε. Ανέβασε την ένταση.
Κοίτα την κάμερα. Αργά, με πάθος.
Το πάθος είναι που θέλουμε. Καταλαβαίνεις;
Διερμηνέας: Δεξιά πλευρά... και με ένταση, εντάξει;
Μπιλ Μ.: Αυτό είναι όλο;
Θέλω να πω, φάνηκε σαν να είπε κάπως περισσότερα απ' αυτό.
(Ιαπωνικά) Σκηνοθέτης: Αυτό για το οποίο μιλάς
δεν είναι απλώς ουίσκι, ξέρεις. Καταλαβαίνεις;
Είναι σαν να συναντάς παλιούς φίλους. Ήσυχα, τρυφερά. Ευγενικά.
Άσε τα συναισθήματα σου να εκδηλωθούν. Η ένταση είναι σημαντική! Μην το ξεχνάς.
Διερμηνέας: Σαν παλιός φίλος και κατευθείαν στην κάμερα.
Μπιλ Μ.: ΟK.
Πάνος Αθανασόπουλος: ΟK. Μπιλ Μάρεϊ, πανέξυπνος, έτσι;
Τα παρατά, δεν προσπαθεί πια να καταλάβει.
Ο σκηνοθέτης έχει ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα για το διαφημιστικό,
αλλά το όραμά του χάνεται στη μετάφραση.
Τώρα, σε έναν κόσμο όπου η πλειονότητα του πληθυσμού
χρησιμοποιεί πράγματι περισσότερες από μία γλώσσες για να επικοινωνήσει,
η βαρύτητα της γλώσσας πάνω στη σκέψη μας παίρνει άλλες διαστάσεις.
Οι εμπειρίες από τη ζωή των δίγλωσσων,
σε παραδείγματα όπως αυτό που μόλις σας έδειξα,
με έχουν πείσει ότι οι γήινοι σαφώς δεν μιλούν μία και μόνο γλώσσα.
Σύμφωνα όμως με ορισμένους ειδικούς,
η υπόθεση ότι διαφορετικές γλώσσες έχουν και διαφορετικές έννοιες
είναι λογικά μη αποδεκτή.
Γιατί τι γίνεται τότε με τους δίγλωσσους;
Αν ήταν αλήθεια, οι δίγλωσσοι θα ήταν συνέχεια σε σύγχυση,
θα είχαν διχασμένη προσωπικότητα.
Υπάρχουν τρεις μύθοι που θα ήθελα να καταρρίψω αμέσως.
Ο πρώτος είναι ότι είναι αδύνατον να σκεφτόμαστε σε μια γλώσσα Α
ενώ μιλάμε μια γλώσσα Β.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτό ακριβώς κάνουν διαρκώς
οι δίγλωσσοι και όσοι μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα.
Πόσες φορές σκέφτεστε στα ελληνικά ενώ μιλάτε αγγλικά;
Εγώ ακόμη το κάνω,
παρόλο που το επίπεδό μου στα αγγλικά είναι πολύ προχωρημένο.
Ακόμη και οι μεταφραστές του Υπουργείου Εξωτερικών το κάνουν:
Έγραψαν: picking a fight for someone else's barn (μαλώνουνε σε ξένο αχυρώνα).
(Γέλια)
Εντάξει, αυτό στα ελληνικά έχει πολύ συγκεκριμένο νόημα,
αλλά είναι εντελώς ακατανόητο στα αγγλικά.
Απ' όσο ξέρω τουλάχιστον.
Παρόλο που χρησιμοποιούνται αγγλικές λέξεις.
Αυτό το λάθος στη σημασία προκάλεσε χάος στα ΜΜΕ λίγες εβδομάδες πριν,
και διορθώθηκε αμέσως.
Δείχνει όμως πώς είναι πολύ πιθανό να σκεφτόμαστε σε μια γλώσσα
ενώ χρησιμοποιούμε μια άλλη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι και το ανάποδο επίσης ισχύει.
Κι εγώ πιάνω τον εαυτό μου να μιλά ελληνικά, ενώ σκέφτομαι αγγλικά.
Όταν είμαι εδώ λέω στα ελληνικά: «Ευχαριστώ, παρακαλώ, καλή σας μέρα»
στους ταξιτζήδες της Θεσσαλονίκης κι αυτοί ξαφνιάζονται όταν το κάνω αυτό.
Στο εργαστήριό μου βρήκαμε αποδείξεις αυτής της παράλληλης επεξεργασίας
κατά τη δραστηριότητα του δίγλωσσου εγκεφάλου,
όταν χρησιμοποιεί μια γλώσσα ενώ σκέφτεται σε μια άλλη.
Οι έλληνες ομιλητές δεν ομαδοποιούν εύκολα
ένα αγγούρι μαζί με μια μελιτζάνα και μια πιπεριά
παρόλο που ανήκουν στην ίδια οντολογική κατηγορία:
τα λαχανικά.
Παρόλο που οι λέξεις εμφανίζονται στα αγγλικά,
η δραστηριότητα του δίγλωσσου εγκεφάλου μας δείχνει ότι στην πραγματικότητα
σκέφτονται το γραμματικό γένος των λέξεων στα ελληνικά.
Και στα ελληνικά το αγγούρι είναι ουδέτερο,
ενώ η μελιτζάνα και η πιπεριά είναι θηλυκά.
Ο δεύτερος μύθος που θα ήθελα να καταρρίψω
είναι ότι είναι αδύνατο να σκεφτόμαστε με έναν υβριδικό τρόπο.
Όμως, δεν σκεφτόμαστε όλοι με υβριδικό τρόπο ούτως ή άλλως,
είτε είμαστε δίγλωσσοι είτε όχι;
Μάλιστα, είναι ο συνδυασμός εννοιών από διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες
αυτό που ζούμε και αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς
κατά τον 20ό και τον 21ο αιώνα.
Η γλώσσα, κάθε γλώσσα, δεν είναι στατική, αλλάζει συνεχώς.
Αποτελεί έναν συνδυασμό νοημάτων μεταξύ διαφορετικών γλωσσών.
Σε περιπτώσεις διγλωσσίας, αυτός είναι ένας βασικός λόγος
που οδηγεί τις γλώσσες στην αλλαγή.
Στο εργαστήριό μου δείξαμε ότι οι έλληνες μονόγλωσσοι ομιλητές
έχουν στο μυαλό τους έντονη τη διάκριση μεταξύ σκούρου και ανοιχτού μπλε
με τις λέξεις μπλε και γαλάζιο αντίστοιχα,
κάτι που δεν συμβαίνει στον εγκέφαλο των αγγλόφωνων ομιλητών.
Αλλά οι δίγλωσσοι εγκέφαλοι επιδεικνύουν μια υβριδική αντίληψη
η οποία διαφέρει τόσο από την πρώτη, όσο και από τη δεύτερη γλώσσα.
Ο τελευταίος μύθος που θα ήθελα να καταρρίψω
είναι ότι είναι αδύνατο να σκεφτούμε διαφορετικά σε μια ξένη γλώσσα.
Λοιπόν, για αρκετούς ανθρώπους,
η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας είναι σαν να γίνεσαι ένας άλλος άνθρωπος.
Πολλοί δίγλωσσοι, ανάμεσά τους κι εγώ,
λέμε ότι αισθανόμαστε άλλοι άνθρωποι όταν μιλάμε μια άλλη γλώσσα.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι μελέτες δείχνουν ότι η σκέψη στην πρώτη μας γλώσσα
είναι γρήγορη, υποσυνείδητη, πολύ συχνά συναισθηματική.
Η σκέψη στη δεύτερη γλώσσα
είναι πιο συστηματική, αναλυτική και πειθαρχημένη.
Τείνουμε περισσότερο προς τη λογική παρά προς το συναίσθημα.
Κι αυτό είναι φυσικό
αν σκεφτούμε πώς μάθαμε τη μητρική ή πρώτη μας γλώσσα,
μέσω των γονιών μας και αυτών που μας φρόντισαν,
των ανθρώπων που μας κατέκλυσαν με την αγάπη τους και άλλα συναισθήματα.
Μια δεύτερη ή μια ξένη γλώσσα συχνά τη μαθαίνουμε
στο απρόσωπο περιβάλλον μιας τάξης.
Αυτή η βαρύτητα επηρεάζει τον τρόπο λήψης ηθικών αποφάσεων.
Φανταστείτε ότι ο μόνος τρόπος να σώσετε τις ζωές πέντε ανθρώπων
είναι να σκοτώσετε έναν άνθρωπο.
Θα τον σκοτώνατε αυτόν τον άνθρωπο;
Ή δεν θα κάνατε τίποτα και θα αφήνατε να πεθάνουν και οι πέντε;
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, η επιλογή σας εξαρτάται
από το αν την κάνετε στη μητρική σας γλώσσα
ή σε μία ξένη γλώσσα.
Σύμφωνα με μια μελέτη, οι άνθρωποι που μιλούσαν μια ξένη γλώσσα
ήταν πολύ πιο πρόθυμοι, με διπλάσιες πιθανότητες,
να θυσιάσουν μία ζωή για να σώσουν πέντε,
παρά όταν χρησιμοποιούσαν τη μητρική τους γλώσσα.
Εδώ υπάρχει μια σύγκρουση της ηθικής του «μην αφαιρείς μια ζωή»
και του γενικού καλού «μην αφήνεις να πεθάνουν πέντε άνθρωποι».
Η χρήση μιας ξένης γλώσσας αυξάνει τη βαρύτητα του γενικού καλού
σε σχέση με τους ηθικούς κανόνες.
Και δεν είναι μόνο αυτό.
Οι άνθρωποι έχουν φόβους.
Ένας είναι, για παράδειγμα, ο φόβος των πτήσεων.
Λοιπόν, μια μελέτη έδειξε ότι αν σκεφτόμαστε
τους πιθανούς κινδύνους ενός ταξιδιού με αεροπλάνο,
τείνουμε να θεωρούμε τους κινδύνους λιγότερους και τα οφέλη περισσότερα
αν τα σκεφτόμαστε σε μια ξένη γλώσσα.
Έτσι, μια ξένη γλώσσα μας απελευθερώνει
από βαθιές, συναισθηματικές προκαταλήψεις και μας κάνει να σκεφτόμαστε πιο λογικά.
Αν λοιπόν φοβάστε τα αεροπλάνα, σκεφτείτε σε μια άλλη γλώσσα,
και μπορεί να μη φοβάστε και τόσο πολύ.
Λοιπόν, με βάση τη μελέτη των δίγλωσσων ατόμων,
βλέπουμε ότι είναι πολύ πιθανό
δύο μυαλά να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο.
Μάλιστα, η διαχείριση αυτής της συνύπαρξης διατηρεί τον εγκέφαλο υγιή,
γιατί οι μελέτες δείχνουν ότι οι δίγλωσσοι ομιλητές
εμφανίζουν Αλτσχάιμερ ή άνοια
τουλάχιστον πέντε χρόνια αργότερα σε σχέση με τους μονόγλωσσους.
Η γλώσσα μας λοιπόν, μητρική, δεύτερη ή και τρίτη,
έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την κατανόηση του κόσμου και για τη συμπεριφορά μας.
Αλλά πόσο μας απομακρύνουν οι γλώσσες μας από τον Πύργο της Βαβέλ;
Ποιες είναι οι επιπλοκές της βαρύτητας της γλώσσας
για την κοινωνία, την επιστήμη και τον πολιτισμό;
Θα ήθελα να σας δώσω δύο παραδείγματα.
Εδώ είναι ένα απόσπασμα που έδειξα προηγουμένως.
Με βάση αυτό το επιχείρημα,
πιστεύω ότι οι διαφορές μεταξύ των διαφορετικών γλωσσών
είναι κάτι παραπάνω από διαφορές στις λέξεις και τους ήχους.
Ίσως όμως πρέπει να θέσουμε μια πιο ουσιώδη ερώτηση.
Γιατί ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Στίβεν Πίνκερ πιστεύουν στην ύπαρξη Αρειανών;
Και δεν είναι μόνο αυτοί, είναι εκατομμύρια άνθρωποι.
Υπάρχει στ' αλήθεια ζωή στον Άρη, όπως τραγουδά ο Ντέιβιντ Μπάουι;
Αυτή η μανία με τον Άρη κυριάρχησε στη λαϊκή κουλτούρα
κατά τον 20ό και τον 21ο αιώνα,
με τραγούδια, ταινίες, επιστημονική φαντασία, μυθιστορήματα και τα λοιπά,
αλλά η μανία με τη ζωή στον Άρη ξεκίνησε τον 19ο αιώνα,
όταν ένας αγγλόφωνος ερασιτέχνης αστρονόμος
διάβασε την αγγλική μετάφραση ενός ιταλικού έργου
που περιέγραφε κανάλια στον Άρη.
Ο αστροφυσικός Καρλ Σαγκάν περιγράφει πώς συνέβη αυτό
στο βιβλίο του «Κόσμος» του 1980.
Ο Πέρσιβαλ Λόουελ ήταν ο αγγλόφωνος αστρονόμος
που ενθουσιάστηκε από την ανακοίνωση το 1877
ενός ιταλού αστρονόμου, του Τζοβάνι Σκιαπαρέλι,
για την ύπαρξη καναλιών στον Άρη...
«Canali» στα ιταλικά σημαίνει αυλακιές, «channels» στα αγγλικά,
μεταφράστηκε όμως στα αγγλικά ως «canals»
μια λέξη που υπονοεί την ύπαρξη ενός κατασκευαστικού σχεδιασμού.
Ξαφνικά, η ιδέα ότι υπήρχε ζωή στον Άρη
φάνταζε εντελώς πιθανή, κάποιος πρέπει να τα είχε φτιάξει εκείνα τα κανάλια.
Στείλαμε τόσα μηχανήματα και αποστολές στον Άρη,
και δεν βρήκαμε κανένα ίχνος ούτε από κανάλια ούτε από ζωή.
Ο Πέρσιβαλ Λόουελ ξεγελάστηκε και πίστεψε ότι υπήρχε ζωή στον Άρη
γιατί μία και μόνο λέξη στη μητρική του γλώσσα
τον ανάγκασε να το κάνει.
Αν μία και μόνο λέξη έχει τέτοια δύναμη πάνω στην επιστημονική σκέψη
και τη λαϊκή κουλτούρα,
φανταστείτε τι μπορεί να κάνει μια ολόκληρη γλώσσα στα μυαλά
ενός ολόκληρου πληθυσμού ομιλητών.
Πράγμα το οποίο με φέρνει στον τελευταίο συλλογισμό μου:
Σ' αυτό το γράφημα μπορείτε να δείτε τις χώρες που ανήκουν
στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Εδώ, οικονομολόγοι συνεργαζόμενοι με γλωσσολόγους
έδειξαν ότι η ποικιλία που βλέπετε στο γράφημα
οφείλεται στη δομή της γλώσσας
και στην τάση για αποταμίευση.
Στην αριστερή πλευρά του γραφήματος
υπάρχουν χώρες όπως η Νορβηγία, η Ιαπωνία και η Σουηδία,
που τα καταφέρνουν αρκετά καλά στην αποταμίευση.
Στον κάθετο άξονα βλέπετε το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος
που κάθε χώρα αποταμιεύει.
Στη δεξιά πλευρά του γραφήματος,
εδώ στην άκρη, βλέπετε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο,
οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα,
που δεν τα πάνε και τόσο καλά στην αποταμίευση.
Αυτές είναι όλες δυτικές, αναπτυγμένες, δημοκρατικές χώρες,
γιατί λοιπόν υπάρχουν διαφορές στην ικανότητα της αποταμίευσης;
Αποδεικνύεται ότι όλα έχουν τη ρίζα τους
στον τρόπο με τον οποίο οι γλώσσες διακρίνουν το παρόν από το μέλλον.
Οι γλώσσες που μιλιούνται
σε χώρες που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του γραφήματος
αναγκάζουν τους ομιλητές να λένε διαφορετικά πράγματα
ανάλογα με το αν ένα γεγονός συμβαίνει τώρα ή στο μέλλον.
Είναι οι γλώσσες που έχουν μέλλοντα.
Έτσι στα ελληνικά, μια γλώσσα που έχει μέλλοντα, θα λέγαμε:
«Τρώω το βραδινό μου με έναν φίλο τώρα
και θα φάω το βραδινό μου με έναν φίλο αύριο».
Το ρήμα αλλάζει.
Υπάρχει ένα γλωσσικό όριο ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον
που κάνει το μέλλον να φαίνεται πιο μακρινό,
πιο αποκομμένο από το παρόν.
Γι' αυτό οι ομιλητές αυτών των γλωσσών
μπορεί να δυσκολεύονται να αποταμιεύσουν για το μέλλον.
Οι γλώσσες που μιλιούνται
στις χώρες που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του γραφήματος
δεν απαιτούν κάτι τέτοιο από τους ομιλητές τους.
Είναι οι λεγόμενες «γλώσσες χωρίς μέλλοντα».
Στα σουηδικά, μια γλώσσα χωρίς μέλλοντα, θα λέγαμε:
«Τρώω το βραδινό μου με έναν φίλο τώρα και τρώω το βραδινό μου με έναν φίλο αύριο».
Το ρήμα παραμένει το ίδιο.
Επομένως, σε αυτές τις γλώσσες μιλά κανείς για το μέλλον
όπως θα μιλούσε για το παρόν.
Ο πανομοιότυπος τρόπος με τον οποίο μιλάμε για το παρόν και το μέλλον
μας κάνει να τα αισθανόμαστε και να τα σκεφτόμαστε επίσης πανομοιότυπα.
Έτσι, κάνουμε πιο πολλά στο παρόν που έχουν επιπτώσεις στο μέλλον.
Και δεν είναι μόνο αυτό.
Σε ένα ερωτηματολόγιο που δόθηκε σε ένα δείγμα ανθρώπων από διάφορες χώρες,
το οποίο ρωτούσε διάφορα πράγματα, όπως την κοινωνική και οικονομική θέση,
τις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ.
βρέθηκε ότι οι ομιλητές των γλωσσών χωρίς μέλλοντα
είχαν μικρότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκοι,
μικρότερες πιθανότητες να καπνίζουν,
περισσότερες πιθανότητες να χρησιμοποιούν προφυλακτικό.
Τι κοινό έχουν αυτές οι συμπεριφορές;
Όλες αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στα μελλοντικά οφέλη.
Θέλετε να καπνίζετε λιγότερο και να αποταμιεύετε περισσότερα χρήματα;
Ορίστε, μπορείτε να μάθετε γιαπωνέζικα ή σουηδικά,
και θα είστε σε πολύ καλό δρόμο.
Αυτό πρέπει βέβαια να αποδειχθεί με εργαστηριακές δοκιμές,
με επιστημονικό τρόπο, αλλά με οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα.
Τυπικά, θεωρούμε ως οφέλη εκμάθησης μιας δεύτερης ή ξένης γλώσσας,
ότι μας δίνει καλύτερες προοπτικές για δουλειά,
ή μας επιτρέπει να κινούμαστε στα ταξίδια μας, να ζητήσουμε οδηγίες,
ή να κάνουμε μια παραγγελία σε ένα εστιατόριο.
Σίγουρα, αυτά είναι σημαντικά πράγματα.
Αλλά η ανταμοιβή είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όσο θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε.
Η εκμάθηση νέων γλωσσών
είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το μυαλό των άλλων ανθρώπων,
να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς πρόκειται να συμπεριφερθούν,
γιατί συμπεριφέρονται έτσι,
και γιατί αυτή η συμπεριφορά μπορεί να διαφέρει από τη δική μας.
Μπορείτε να αλλάξετε τους άλλους.
Το καταπληκτικό είναι
ότι μαθαίνοντας νέες γλώσσες, αλλάζουμε και τη δική μας συμπεριφορά,
και γινόμαστε πιο ευέλικτοι και ευπροσάρμοστοι σε νέες συνθήκες.
Μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας.
Όταν σκεφτόμαστε σε μια άλλη γλώσσα, αλλάζει η συμπεριφορά μας,
έχουμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε καλύτερα,
να καταλάβουμε καλύτερα τις διαφορετικές απόψεις.
Είμαστε όμως μόλις στην αρχή ενός θαυμαστού καινούριου κόσμου.
Στο εργαστήριό μου στο Λάνκαστερ, ο στόχος μου και των συνεργατών μου
είναι να εκπαιδεύσουμε τους ανθρώπους, όχι σε ολόκληρες γλώσσες,
αλλά σε συγκεκριμένα στοιχεία της γλώσσας,
όπως η σήμανση ή όχι του μέλλοντα,
κάτι που μπορεί να αλλάξει ή να ενισχύσει ορισμένες συμπεριφορές,
όπως την ικανότητά μας για αποταμίευση.
Οι μικρές αλλαγές μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά,
και αν το σκεφτείτε, κάπως έτσι λειτουργεί η εξέλιξη.
Σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από ποικιλότητα,
η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα με τη γρήγορη εκμάθηση νέων συμπεριφορών
αυξάνει τις πιθανότητες να επιβιώσουμε, να γίνουμε καλύτεροι οργανισμοί.
Αν μπορούμε να το κάνουμε αυτό στο μυαλό μας,
τότε θα έχουμε στ' αλήθεια χτίσει έναν απόρθητο Πύργο της Βαβέλ.
Ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκρότημα)