×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Ζέη, Άλκη - Το καπλάνι της βιτρίνας, 4.2 Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα. Έρχεται ο Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες

4.2 Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα. Έρχεται ο Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες

– Να τη! Να τη φάνηκε! ξεφώνισε ο Νώλης.

Η «Κρυσταλλία» μόλις άρχισε να ξεμυτίζει. Εμείς κουνούσαμε τα χέρια μας και τσιρίζαμε. «Νίιιικοοοοοοο! Νίιικοοοοοοο!». Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του μέσα από τη θάλασσα.

– Εεεεεεέι! Εεεεεεέι!

Ζύγωσε η «Κρυσταλλία», η βάρκα και είδαμε την Άρτεμη που φορούσε ένα ψάθινο καπέλο· γύρω γύρω στην κορδέλα του είχε ραμμένα ψεύτικα κερασάκια. Από πέρυσι το είχε παραγγείλει του Νίκου. Είχε πάει μια μέρα με τον κυρ Αντώνη στη χώρα κι είδε ένα κοριτσάκι να φορεί τέτοιο καπέλο.

– Να δεις τι σοβαρή που θα γίνω, έλεγε στον πατέρα της. Φτάνει να φορέσω καπέλο με κερασάκια.

Είχε δίκιο, γιατί τώρα που το φορούσε καθότανε ακίνητη, με το κεφάλι στητό, σαν την κυρία νομάρχου.

Δεν πρόλαβε να πηδήξει ο Νίκος στο μουράγιο και κρεμαστήκαμε απάνω του, μπερδευτήκαμε στα πόδια του, μιλούσαμε, ρωτούσαμε όλοι μαζί. Εκείνος πάλι, μας κοίταζε έναν έναν, πόσο ψηλώσαμε από πέρυσι.

Η θεία Δέσποινα δε μας άφησε να μπούμε μαζί του στο σπίτι.

– Πα πα πα! Μ' αυτά τα πόδια! έβαλε τις φωνές. Μόλις σφουγγάρισε η Σταματίνα.

Ξεκινήσαμε τότε να πάμε στα βραχάκια μας, να τον περιμένουμε. Ο Νίκος είπε, ότι δε θ' αργήσει να 'ρθει να μας βρει. Μα, την ώρα που κάναμε να ξεκινήσουμε, τον είδαμε που κοίταζε το Νώλη και συννέφιασε. Ο Νίκος έχει σμιχτά σμιχτά φρύδια, που του κατεβαίνουν ως τη μύτη, άμα είναι στεναχωρεμένος η θυμωμένος. Τα σουρώνει και θαρρείς του γεμίζουν όλο το πρόσωπο. Σαν πυκνά σύννεφα μοιάζουν, πριν ξεσπάσει η βροχή. Τότε εμείς λέμε: «Συννέφιασε ο Νικος».

– Ο Νώλης ας μείνει να με βοηθήσει να ξεμπερδέψω πιο γρήγορα, είπε κείνος.

Στο πέρα λιμανάκι ήτανε ένας μεγάλος βράχος, που σχημάτιζε μιάν άβαθη σπηλιά. Εκεί ήτανε τα βραχάκια μας. Ένας πιο μεγάλος βράχος, ίδιος θρόνος, και γύρω μικρά βραχάκια που τα 'χε λαξέψει η θάλασσα και μοιάζανε σαν πολυθρόνες. Ο Νίκος καθότανε στο θρόνο και μεις γύρω γύρω, καθένας στη δική του θέση. Όση ζέστη και να είχε, εκεί στη σπηλιά ήτανε πολύ δροσιά. Καθόμασταν και τσαλαβουτούσαμε τα πόδια μας στο νερό.

– Τι τον θέλει το Νώλη ο Νίκος; ρωτάει η Άρτεμη.

– Ίσως να του πει για το ταξίδι στην Αθήνα, λέει η Μυρτώ.

Εγώ δε μίλησα, μα ήξερε πως δεν τον ήθελε για το ταξίδι, γιατί ο Νίκος ποτέ δε συννεφιάζει, άμα έχει κάτι καλό να πει.

– Μπορεί να ψόφησε το καπλάνι, πετιέται η Πιπίτσα.

– Είσαι γρουσούζα, της λέει η Μυρτώ.

– Θα το πω στη θεία σου, πως με είπες γρουσούζα.

– Πες το και στο δεσπότη.

– Θα πω, πως είπες να το πω στο δεσπότη.

– Είσαι μαντατούρα, φωνάζει της Πιπίτσας η μικρούλα Αυγή, που πολύ σπάνια μιλούσε.

– Θα πω του μπαμπά να πάρει τη βαρέλα πίσω, κλαψούρισε η Πιπίτσα.

Αν δεν ερχότανε κείνη την ώρα ο Νίκος με το Νώλη, ξέρω πως θα τέλειωνε ο καβγάς. Θα πιανότανε η Πιπίτσα με τη Μυρτώ, η Μυρτώ θα νικούσε και η Πιπίτσα θα 'φευγε, για να γυρίσει σε λίγο με τη μαμά της. Η μαμά της όμως δε μάλωνε ποτέ τη Μυρτώ και μένα, κι ας την είχαμε πειράξει εμείς. Μάλωνε πάντα τα παιδιά από τα τσαρδάκια, ως και την Αυγή ακόμα. Όσο κι αν φωνάζαμε μείς με τη Μυρτώ, πως δε φταίνε τα παιδιά, αλλά η Μυρτώ, η μαμά της Πιπίτσας δε μας άκουε. Γι' αυτό καλά έκανε ο Οδυσσέας που, μόλις γύριζε εκείνη την πλάτη, της έβγαζε τη γλώσσα. Είχε που είχε φάει την κατσάδα.

Ο Νίκος κάθισε στο θρόνο. Κοίταζα το Νώλη και μου φάνηκαν τα μάτια του κόκκινα, σαν να είχε κλάψει.

– Λοιπόν, θα μας πεις για το καπλάνι; ρώτησε η Μυρτώ.

Ο Νίκος έβαλε τα γέλια.

– Κοίταξες, λέει στη Μυρτώ, τα κανιά σου που γινανε δυό μέτρα το καθένα, και ζητάς ακόμα παραμύθια. Φέτος, θα σας λέω μονάχα αληθινές ιστορίες. Μα τώρα πάμε πρώτα να κολυμπήσουμε.

Πόσο διασκεδαστικά είναι σαν κολυμπάμε με το Νίκο! Άρχισε να μας μαθαίνει ένα κολύμπι, μ' ένα παράξενο όνομα: το λένε κρόουλ. Μεγαλώσαμε, λέει, για να κολυμπάμε ακόμα σαν σκυλάκια.

Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στην άμμο και τότε ο Νώλης ρώτησε:

– Τι αληθινές ιστορίες θα μας πεις φέτος, Νίκο;

Ο Νίκος δε απάντησε αμέσως, μόνο κοιτούσε πέρα, κατά το πέλαγος, σαν να συλλογιότανε κάτι. Έσμιξε πάλι τα φρύδια, «συννέφιασε», και τέλος είπε:

– Θα σας έλεγα αληθινές ιστορίες για χώρες μακρινές· ιστορίες για σοφούς και για ανθρώπους σαν κι εμάς· για πράγματα, που ούτε τα βάνει ο νους σας. Μα δεν μπορώ. 'Ίσως του χρόνου... Ίσως αργότερα...

– Πες μας, πες μας! Γιατί δεν μπορείς; παρακαλούμε κι ανυπομονούμε μαζί.

– Όχι, επιμένει εκείνος. Θα σας μιλήσω για άλλα πράγματα.

Εμείς απομείναμε να τον κοιτάμε, να δούμε τι θ' άποφασίσει να μας διηγηθεί, κι εκείνος πήρε με τη φούχτα του άμμο, την κοσκίνισε, έτσι που να πέφτει ψιλή ψιλή, ανάμεσα από τα δάχτυλά του και, τέλος, έμεινε στην παλάμη του ένα κομματάκι γυαλί, από σπασμένη μποτίλια, στρογγυλεμένο από τη θάλασσα. Έμοιαζε με πετράδι. Ο Νίκος το κοίταζε, το 'παιζε στο χέρι του και ξαφνικά «ξεσυννέφιασε» και μας λέει χαρούμενα:

– Θέλετε να σας μάθω πως γίνεται τούτο το γυαλί... Η, άμα θέλετε... (πήρε από το κεφάλι του Νώλη το δίκοχο, που είχε φτιάξει από εφημερίδα)... πως γίνεται και το χαρτί.

– Γιατί; Το χαρτί γίνεται; απόρησε ο Οδυσσέας.

– Όλα τα πράγματα από κάτι γίνονται, εξηγεί ο Νίκος. Θα σας πω, λοιπόν, πως το καπλάνι έφτιαξε χαρτί.

Μια μέρα που το καπλάνι έβλεπε με το γαλάζιο μάτι και το μαύρο είχε αποκοιμηθεί για καλά, άρχισε να τριγυρνάει στις πολιτείες και τα σοκάκια και να μαζεύει παλιοκούρελα. Πήγαινε στους κήπους, μάζευε φλούδες από τους κορμούς των δέντρων και τις έχωνε σε μεγάλα σακούλια. Τα 'φερε και τ' απίθωσε μπροστα σ' ένα μακρύ κτίριο με καμινάδες. Στην πρόσοψη κρεμότανε μια πινακίδα με μεγάλα γράμματα, που έλεγε: χαρτοποιία.

– Τι θα πει αυτό; ρωτήσαμε μείς.

– Θα πει «ποιώ χάρτην», που θα 'λεγε κι ο παππούς. Δηλαδή, φτιάχνω χαρτί.

Τότε βγήκε ένας άνθρωπος στην πόρτα, μάζεψε τα σακούλια, τα πήρε μέσα, τ' άδειασε σ' ένα μεγάλο καζάνι κι αρχίσανε να βράζουνε μαζί: κουρέλια και φλούδες κι ένα σωρό σκουπιδάκια, που είχε μαζέψει το καπλάνι. Έγινε ένας πηχτός πολτός. Ο άνθρωπος τον ξάπλωσε, ανάμεσα σε κάτι κυλίνδρους, που τον πατίκωναν, ώσπου έγινε σαν... φύλλο χαρτί.

– Μα τι; το χαρτί γίνεται από κουρέλια και σκουπίδια; ξαφνιάστηκε ο 'Οδυσσέας.

– Ναι, απαντά ο Νίκος.

– Και το τρύπιο μου το βρακί μπορεί να γίνει... τετράδιο;

– Βέβαια μπορεί, γελάει ο Νίκος.

– Βαρετικό παραμύθι, χασμουρήθηκε η Πιπίτσα.

Σ' όλους μας, όμως, άρεσε. Τώρα, άμα διαβάζουμε κανένα βιβλίο, θα ξέρουμε πως μπορεί να 'χει κι ένα κομματάκι από το τρύπιο βρακί του Οδυσσέα.

Το μεσημέρι, στο τραπέζι, μάθαμε πως ο Νίκος δεν μπορεί να πάρει το Νώλη στην Αθήνα, γιατί είναι πολύ σκούρα τα πράγματα.

– Γιατί, σαν είναι σκούρα τα πράγματα, δεν μπορείς να πάρει το Νώλη; ρώτησα εγώ.

Τότε ο Νίκος είπε ένα μεγάλο ψέμα.

– Γιατί, μπορεί... να πάω ταξίδι.

Το καταλάβαμε αμέσως πως ήτανε ψέμα, γιατί, πριν απαντήσει, η θεία Δέσποινα τον κοίταξε με κείνο το «καρφωτό» βλέμμα, όπως λέγαμε με τη Μυρτώ, κι εκείνος κόμπιασε για ν' απαντήσει. Ύστερα η θεία Δέσποινα του είπε:

– Θα το φας το κεφάλι σου.

– Ο βασιλιάς σας να 'ναι καλά κι η δικτατορία που θα φέρει, είπε ο Νίκος.

– Σούτ..., τον έκοψε η θεία Δέσποινα.

Ο παππούς είπε πάλι κάτι για τον «χρυσούν αιώνα», τη Δημοκρατία και τον Περικλή κι όταν ο Νίκος ξανάπε κάτι για δικτατορία, η θεία Δέσποινα σηκώθηκε βιαστικά κι έκλεισε το παράθυρο.

– Να περάσει και κανείς απέξω! λέει έξω φρένων.

– Αυτές κουτουλάνε στο πιάτο τους! μας ξύπνησε η φωνή της Σταματίνας.

– Γιατί θα φάει το κεφάλι του ο Νίκος; ρώτησα τη Μυρτώ, μόλις πέσαμε στα κρεβάτια μας.

Μα κείνη την είχε πάρει κιόλας ο ύπνος.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE