×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
Iscriviti gratis
image

Ζέη, Άλκη - Το καπλάνι της βιτρίνας, 4.1 Η «απελπισία» μας...

4.1 Η «απελπισία» μας...

4.1 Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα. Έρχεται ο Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες.

Όλες οι μέρες περνάνε γρήγορα γρήγορα, που δεν τις καταλαβαίνουμε. Μονάχα το Σάββατο και η Κυριακή θαρρείς και βαστούνε ολόκληρη βδομάδα η καθεμιά. Ίσως, γιατί είναι η απελπισία μας. Δε φτάνουν όλα τ' άλλα, μα τις Κυριακές περνούμε όλο τ' απόγευμα με την Πιπίτσα (το μεγάλο μπελά) στο σπίτι της και καθόμαστε ήσυχα ήσυχα στη βεράντα, κοντά στους μεγάλους, παίζοντας πεντόβολα. Τι άλλο να κάνουμε πλάι στις μαμάδες και τους μπαμπάδες μας που παίζουνε χαρτιά, η συζητάνε κάτι μεγαλίστικα βαρετά πράγματα.

Όταν ξυπνήσαμε από το μεσημεριανό ύπνο - βέβαια! κοιμόμασταν και το μεσημέρι, σαν ήτανε ο μπαμπάς στο Λαμαγάρι - κι είδαμε πλάι μας στην καρέκλα κάτι τεράστιους φιόγκους από οργαντίνα, που μας έκαναν, σαν τους φορούσαμε, να μοιάζουμε με κουτιά σοκολάτας - θυμηθήκαμε πως ήτανε Κυριακή και πως η απελπισία μας συνεχιζότανε απελπιστικά. Πήγαμε στη βεράντα της Πιπίτσας και βαριόμασταν να την ακούμε να λέει, πόσα βολάν έχει το φουστάνι που της ράψανε για τα γενέθλιά της. Ο Νώλης και τ' άλλα παιδιά περνούσανε και ξαναπερνούσανε, επίτηδες, κάτω από τη βεράντα και χάλαγαν τον κόσμο στο παιχνίδι. Κάποια στιγμή είπανε να παίξουνε κρυφτό κι άρχισε ο Νώλης να τα «βγάζει», για να δούνε ποιος θα τα φυλάξει. Αντί όμως, να πει το: «Πέντε φούσκες στον αέρα - μάνα, πατέρα, μπουμ Αμπερούμ», που το λέγαμε πάντα, σαν τα «βγάζαμε», άλλαξε τα λόγια κι έλεγε κοιτάζοντας κιόλας να δει αν τον βλέπουμε:

Πέντε φιόγκοι στον αέρα,

Μάνα, πατέρα, μπουμ!

Αμπερούμ!

- Θα του δείξω εγώ αύριο, μουρμουρίζει η Μυρτώ και τραβάει τους φιόγκους της να τους χώσει στην τσέπη.

Η μαμά, φαίνεται, κάτι πήρε είδηση, γιατί μας λυπήθηκε και είπε να μας κάνει μια βόλτα στη θάλασσα.

- Μην πάτε μακριά, λέει ο μπαμπάς, γιατί σκοτείνιασε. Μη γλιστρήσετε σε κανένα βράχο.

Ευτυχώς που η Πιπίτσα δεν ήρθε μαζί μας, γιατί ο μπαμπάς της, που κι αυτός ερχότανε τα Σαββατοκύριακα, είπε πως... δεν τη χόρτασε!

Πήγαμε προς το μουράγιο, μα δε βρήκαμε κανένα από τα παιδιά. Ποιος ξέρει που τρέχανε. Μπορεί να πήγανε πουθενά με τη βάρκα του κυρ Αντώνη. Και μείς; Καρφωμένες, σαν άρρωστες, στη βεράντα, με το μεγάλο μπελά. Ήμασταν όλο φούρκα και ξεσπάσαμε στη μαμά!

- Τι μας θρονιάσατε σαν κοκόνες!

- Πάνε όλες οι Κυριακές!

- Δεν είμαστε πιά μωρά!

Η μαμά δεν απαντάει. Κάθεται και κοιτάει πέρα τη θάλασσα. Είναι πολύ μικρή, μια σταλιά, που δεν μπορούμε να τη λογαριάσουμε σαν μαμά.

Η μαμά της Πιπίτσας - μάλιστα! Παχουλή παχουλή, με διπλό πηγούνι. Η δίκιά μας είναι αδύνατη, κοντούλα, λίγο ακόμα κι η Μυρτώ θα την ξεπεράσει στο μπόι.

- Τι μαμά είναι αυτή, λέει η Μυρτώ, που φοράει τριάντα τέσσερα και μισό παπούτσι. (Η Μυρτώ φοράει 35 νούμερο).

Θα θέλαμε κι εμείς μια μαμά παχουλή, να φοράει κορσέ με μπανέλες και κορδόνια, που περνάνε σε καψούλες... Είχαμε δει μια μέρα τη μαμά της Πιπίτσας, που φορούσε έναν τέτοιο κορσέ, τριανταφυλλί χρώμα.

Όποιος μας βλέπει μαζί με τη μαμά την παίρνει για μεγαλύτερη αδελφή μας. Αφού κι εμείς κοντεύουμε να το πιστέψουμε. Εγώ νομίζω πως θα το 'θελε να 'ναι αδελφή μας, να τρέχει μαζί μας στα βραχάκια για καβούρια, αντί να κάθεται με τις ώρες στη βεράντα της Πιπίτσας. Τη λυπάμαι την καημενούλα, γιατί, για κείνη, όλες οι μέρες θα 'ναι απελπισία. Μα, φαίνεται, πως κι οι μεγάλοι δεν την πολυλογαριάζουν για μαμά, γιατί, αν της ζητήσουμε άδεια για κάτι, δε φτάνει να πει μόνο εκείνη το «ναι». Πρέπει να ρωτήσουμε και κανέναν... μεγάλο. Τον παππού, τον μπαμπά η τη θεία Δέσποινα.

- Κοιτάξτε, λέει η μαμά και μας δείχνει πέρα τη θάλασσα, πως κολυμπάει το σκυλί!

Ήτανε το λυκόσκυλο της Πιπίτσας.

- Έτσι και πιο καλά κολυμπούσε το καπλάνι, συνεχίζει.

Γυρίσαμε και την κοιτάξαμε απορημένες.

- Το είδα μια φορά πριν το σκοτώσουν, λέει. Ήμουν σαν τη Μέλια. Το κυνηγούσαν και κείνο έδωσε μια βουτιά και ρίχτηκε στη θάλασσα.

- Κι υστέρα, μαμά;

- Ύστερα, χάθηκε από τα μάτια μας. Είπανε πως ξαναπέρασε στην απέναντι όχθη - στην Τουρκία - από κει που είχε έρθει.

Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μας πει, τώρα μόνο, πως είχε δει το καπλάνι ζωντανό.

- Η θεία Δέσποινα λέει, πως ερχότανε στο νησί μας να φάει τα πρόβατα.

- Δεν του 'φτάνε ολόκληρη η Τουρκία; ρώτησε η Μυρτώ.

Η μαμά τότε μας έδειξε πέρα μακριά στον ορίζοντα μια στεριά, που μόλις ξεχώριζε.

- Εκεί, λέει, στα παράλια της Τουρκίας, ήτανε κάποτε μια πόλη Ελληνική, που τη λέγανε με το παράξενο όνομα Σμύρνη. Όταν ήτανε πόλεμος, οι Τούρκοι την κάψανε, πέρα ως πέρα, κι η πολιτεία ερημώθηκε. Η φωτιά απλώθηκε ίσαμε τα δάση και τα βουνά. Ίσως, τότε, το καπλάνι να ξέφυγε τρομαγμένο, να 'πεσε στη θάλασσα και να κολύμπησε ως το νησί μας. Μήπως κι οι άνθρωποι το ίδιο δεν κάνανε; Μπαίνανε στις βάρκες και τα καράβια και περνούσαν στο νησί μας να σωθούν. Είχε γεμίσει η προκυμαία κόσμο, που δεν είχε που να πάει και ξημεροβραδιαζότανε στο δρόμο.

- Εσύ τη θυμάσαι, μαμά, αυτή την ιστορία;

- Βέβαια, λέει εκείνη. Θυμάμαι, μάλιστα, σαν να ήτανε χτες, τη μέρα που χτύπησε την πόρτα μας η Σταματίνα.

- Η Σταματίνα; είπαμε κι οι δυο με μια φωνή!

- Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μη μας έχει πει την ιστορία της Σταματίνας; Θύμωσε η Μυρτώ και κλότσησε το σεντόνι της.

Ήτανε πολύ ώρα που είχαμε ξαπλώσει στα κρεβάτια μας, μα δεν έλεγε να μας πάρει ο ύπνος. Πολλά και περίεργα ακούσαμε σήμερα, τόσο που κοντέψαμε να πούμε, πως αυτή η Κυριακή δεν ήτανε απελπισία.

- Κι εγώ που της μίλησα άσχημα χτες της Σταματίνας, κοντεύει να κλάψει η Μυρτώ.

- Κι εγώ που είπα «ουφ, άσε με!» σαν φώναζε να πάρω το ζακετάκι μου, γιατί φυσούσε, μουρμούρισα κι εγώ.

Μα πού να ξέραμε, αφού μας νομίζανε τόσο μικρές και κανείς δε μας είπε ποτέ, ότι η Σταματίνα είχε δικιά της οικογένεια και δυο κοριτσάκια σαν και μας, που χάθηκαν στην καμένη πολιτεία. Πού να ξέρουμε, πως σώθηκε μονάχα αυτή και πέρασε στο νησί μας, σαν το καπλάνι, τριγύριζε μερόνυχτα στους δρόμους κι ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας, της άνοιξε ο παππούς και την πήρε μέσα. Από τότε δεν ξανάφυγε.

Σαν ήρθε η Σταματίνα να στεριώσει τα παραθυρόφυλλα, μη φυσήξει αέρας τη νύχτα, εμείς κρεμαστήκαμε στο λαιμό της και τη φιλούσαμε.

- Θέλεις να σου χαρίσω το σπίτι που θα μου αφήσει η θεία Δέσποινα σαν πεθάνει; λέει η Μυρτώ.

- Εγώ θα σου δώσω τον χαρτοφύλακα του μπαμπά, εκείνον τον πέτσινο με το ελάφι. Θα μου τον αφήσει ο μπαμπάς, όταν πεθάνει.

- Χριστός και Παναγία! τι πάθατε βραδιάτικα με τα θανατικά και τα χαρίσματα; σταυροκοπιέται εκείνη.

ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέραμε να πούμε τι είμαστε. Κι αποκοιμηθήκαμε χωρίς να απαντήσει η μια στην άλλη.

Περιμέναμε το Νίκο. Επιτέλους πιά. Κόντευε να βγει ο Ιούνης. Το βαπόρι πριν λίγη ώρα είχε μπει στο λιμάνι, στη χώρα. Το βλέπαμε να φτάνει από πέρα και ξεχωρίζαμε τα άσπρα γράμματα, που ήτανε γραμμένα στο φουγάρο του: ΦΡΙΝΤΩΝ. Έτσι το λένε.

Από στιγμή σε στιγμή θα φαινότανε η «Κρυσταλλία». Πήγε ο κυρ Αντώνης στη χώρα να παραλάβει το Νίκο και να τον φέρει στο Λαμαγάρι. Παρ' όλα τα παρακάλια που του κάναμε, δε δέχτηκε να πάρει κανένα μας μαζί του. Ούτε όταν του δώσαμε το λόγο μας πως δε θα τσακωθούμε ποιος θα πρωτοπάει, αλλά θα βάλουμε κόμπο.

- Καλά, μη με παίρνεις, του φώναξε η Άρτεμη, μόλις ξεκίνησε η «Κρυσταλλία». Κι εγώ δε θα σου μαγειρεύω πιά, ούτε θα σου πλένω, ούτε θα σε μπαλώνω.

- Δεν πειράζει, γέλασε ο κυρ Αντώνης. Κι εγώ θα παντρευτώ στη χώρα, να σου φέρω μητριά στο σπίτι.

- Για φέρε! Και πάω τώρα να πέσω από τα βράχια να πνιγώ, τσίριξε εκείνη.

Τότε η «Κρυσταλλία» έκανε μια βόλτα και γύρισε πάλι στο μουράγιο. Η Άρτεμη πήδηξε μέσα.

- Ζαβολιάρα, μουρμούρισε ο Νώλης.

Ο κυρ Αντώνης κοιτάει αμίλητος, με σουφρωμένα τα φρύδια, που κανείς δεν τόλμησε να του ζητήσει να πάει κι αυτός μαζί.

Δεν ξέρω γιατί, μα όλα τα παιδιά από τα τσαρδάκια έχουνε κάτι λυπητερές ιστορίες. Πιο λυπητερές κι από του Δαβίδ Κόπερφηλδ. Πολύ θα 'θελα, σα μεγαλώσω, να γινόμουνα συγγραφέας και να τις γράψω. Η Μυρτώ όμως έχει διαβάσει κάπου, πως συγγραφέας δε γίνεται, αλλά γεννιέται κανείς.

Κοίταζα την «Κρυσταλλία» που ξεμάκραινε κι άρχισα να συλλογιέμαι: Τι κρίμα! Αν είχα γεννηθεί συγγραφέας, θα 'γραφα τρεις λυπητερές ιστορίες

Πρώτη λυπητερή Ιστορία - ΆΡΤΕΜΗ Πολλές φορές, σαν κοντεύει να δύσει ο ήλιος, η Άρτεμη λέει στη Μυρτώ και σε μένα: «Πάμε στο βράχο της μάνας μου».

Είναι ένας ψηλός απότομος βράχος, που στην κορφή του έχει φυτρώσει μια μικρή αγριοροδιά. Κάτω, στο βάθος, απλώνεται η θάλασσα, που το νερό της καθώς το κοιτάμε από ψηλά φαίνεται βαθύ και σκοτεινό. Από κει, πέρυσι το χειμώνα, έπεσε η μαμά της Άρτεμης και πνίγηκε. Ήτανε άρρωστη κι ο κυρ Αντώνης ήθελε να πουλήσει τη βάρκα του, για να βάλει τη γυναίκα του στο νοσοκομείο. Μα κείνη δεν το 'θελε αυτό, γιατί «η βάρκα δίνει ψωμί», έτσι έλεγε.

«... Κι έπεσε από τα βράχια, για να 'χει ψωμί η πολυαγαπημένη της κόρη...». Έτσι θα 'γραφα. Μπορεί όμως το «πολυαγαπημένη» να το 'σβηνα και να 'γραφα μόνο «το παιδί της» η «η Άρτεμη».

Όταν φτάσουμε στο βράχο, η Άρτεμη στέκεται στην άκρη άκρη κι αρχίζει να δέρνεται και να χτυπιέται.

- Άχου, μάνα μου, γιατί μας το 'κανες!

Εμείς οι δυό φοβόμαστε τόσο, που αγκαλιάζουμε τη ροδιά.

Στο τσαρδάκι της Άρτεμης δεν έχει ούτε κρεβάτι. Όταν δεν κοιμάται με τον κυρ Αντώνη στη βάρκα, πέφτει κατάχαμα στην κουρελού. Μονάχα στον ένα τοίχο σε μια χρυσή κορνίζα είναι ένα κάδρο που παριστάνει τη θεία Δέσποινα, σαν ήτανε νέα, με φόρεμα χορού. Αυτό το κάδρο το είχαμε στην αποθήκη, γιατί όλοι λέγανε πως ήτανε κακοζωγραφισμένο. Ο Νίκος, μάλιστα, πείραζε τη θεία Δέσποινα και το έλεγε το «σκιάχτρο». Μια μέρα, που η Σταματίνα καθάριζε την αποθήκη, το 'βγαλε στην αυλή. Η Άρτεμη έκανε χίλια παρακάλια να της το δώσουν.

- Τώρα έχουμε και μείς το έπιπλό μας, έλεγε σαν το κουβαλούσε στο τσαρδάκι τους.

Η Άρτεμη φοράει όλα τα περσινά φορέματα της Μυρτώς που της μίκραιναν η πάλιωσαν. Άμα φοράει η Μυρτώ κανένα φόρεμα που αρέσει πολύ στην Άρτεμη εκείνη της λέει:

- Μαρή Μυρτώ, μην κάθεσαι στον ήλιο και ξεβάψουνε τα λουλούδια.

Η «Κρυσταλλία» αργούσε να φανεί. Φαίνεται, ο Νίκος πήγε στο σπίτι στη χώρα να δει τη μαμά και τον μπαμπά. Τα παιδιά αρχίσανε να παίζουνε «παξιμάδια», για να περάσει η ώρα. Του Νώλη το πετράδι έκανε δώδεκα πήδους... Έριξα κι εγώ μια φορά, μα έκανε μονάχα τρεις. Δεν μπορούσα να παραβγώ με το Νώλη και τη Μυρτώ που δεν έκαναν κάτω από δέκα.

Πήγα και κάθισα στην άκρη του μουράγιου, να σκεφτώ τη:

Δεύτερη λυπητερή Ιστορία (με χαρούμενο τέλος) - ΝΩΛΗΣ ………,,….Λένε, πως άμα κολυμπάς στα πολύ βαθιά νερά, στο βυθό της θάλασσας, εκεί που φυτρώνουνε τα σφουγγάρια, μπορεί να σε χτυπήσει μια αλλόκοτη δύναμη που τη λένε ρεύμα. Τότε, μπορεί να μην περπατήσεις πιά σ' όλη σου τη ζωή.

Ο πατέρας του Νώλη ψάρευε σε τέτοιες βαθιές και μακρινές θάλασσες σφουγγάρια. Τώρα περπατάει με δεκανίκια. Όλη μέρα κάθεται σε μια καρέκλα, έξω από το τσαρδάκι τους, με τα χέρια κρεμασμένα και κοιτάει, πέρα, το πέλαγος.

Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να μιλάει. Εγώ τον φοβάμαι και μια φορά είδα στον ύπνο μου, πως αντί χέρια είχε δυο τεράστια σφουγγάρια. Η μαμά του Νώλη δουλεύει στις αποθήκες του μπαμπά της Πιπίτσας. Πλένει βαρέλια. Άμα τελειώσει τη δουλειά, τη φωνάζει η μαμά της Πιπίτσας να σφουγγαρίσει κι όλο το σπίτι τους, τις αυλές και τις βεράντες. Δεν ξέρω γιατί, μα αυτό, λέει ο Νίκος το λένε εκμετάλλευση.

Πιστεύω να τον πάει ο Νίκος το Νώλη στην Αθήνα. Κι έτσι η θλιβερή ιστορία θα τελειώσει, που ο Νώλης γίνεται διάσημος μουσικός, ο μπαμπάς του γιατρεύεται κι η μαμά του δε θα πλένει πιά βαρέλια, αλλά θα φοράει άσπρα γάντια σαν την κυρία νομάρχου.

Τρίτη λυπητερή ιστορία (πιο λυπητερή απ' όλες) - ΟΔΥΣΣΕΑΣ και ΑΥΓΗ Πως να 'ναι άραγε η φυλακή; Ένα σκοτεινό δωμάτιο - μια σταλιά - κι ένα μικρούτσικο παραθυράκι, όλο κάγκελα. Ούτε φως να βλέπεις, ούτε ήλιο. Γιατί το παραθυράκι είναι ψηλά ψηλά, που δε φτάνει να δεις απέξω. Ο Οδυσσέας μας ζωγράφισε στην άμμο το παραθυράκι με τα κάγκελα, όταν γύρισε απ' τη χώρα, που είχε πάει στη φυλακή να δει τον πατέρα του... Ψάρευε με δυναμίτη ο πατέρας του και τον έβαλαν φυλακή, γιατί απαγορεύεται. Μα, αλλιώς, πιάνει λίγα ψάρια και δεν βγαίνει το ψωμί. Ο Οδυσσέας λέει, πως όλοι οι ψαράδες έτσι κάνουνε. Όποιος έχει και πληρώσει το χωροφύλακα, δεν τον πιάνουν.

Η μαμά τους τούς άφησε κι έφυγε στη χώρα. Έρχεται καμιά φορά, πολύ σπάνια, και φέρνει της Αυγής κανένα μικρούτσικου κουκλάκι. Ο Οδυσσέας όμως κρύβεται και δε θέλει να τη δει.

- Αφού μας παράτησε, λέει.

Σαν τον δούμε να τρέχει στην ακρογιαλιά και να κρύβεται κάτω από μια παλιά, αναποδογυρισμένη βάρκα, καταλαβαίνουμε πως ήρθε η μαμά του στο Λαμαγάρι.

Ύστερα από λίγο την ακούμε που τον ψάχνει και φωνάζει:

- Οδυσσέεεαααααα! Που είσαι, καμάρι μου;

- Μην τον είδατε; μας ρωτάει.

Μα εμείς γνέφουμε όχι.

Ο Οδυσσέας και η Αυγή μένουμε με τη γιαγιά τους

- Θα 'ναι κι εκατό χρονώ. Πλένει τα ρούχα στη θάλασσα και καθώς τα κοπανάει μ' ένα μεγάλο κόπανο, μιλάει μόνη της και λέει:

- Γιε μ', γιέ μ'. Έι μπου. Έι μπου...

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE