×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, Ι. Τα παιδικά χρόνια του Το… – Text to read

Tolkien - Τα Παιδιά του Χούριν, Ι. Τα παιδικά χρόνια του Τούριν (1)

Avanzato 2 di greco lesson to practice reading

Inizia a seguire questa lezione ora

Ι. Τα παιδικά χρόνια του Τούριν (1)

Τα παιδικά χρόνια του Τούριν

Ο Χάντορ ο Χρυσομάλλης ήταν άρχοντας των Εντάιν και πολύ αγαπητός στους Έλνταρ. Στη διάρκεια της ζωής του κυβερνούσε υπό την ηγεμονία του Φινγκόλφιν, ο οποίος του είχε παραχωρήσει μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή του Χίθλουμ, του επονομαζόμενου Ντορλόμιν. Η κόρη του, η Γκλόρεδελ παντρεύτηκε τον Χάλντιρ, γιο του Χάλμιρ, του άρχοντα των Ανθρώπων του Μπρέθιλ. Και στην ίδια γιορτή ο γιος του, ο Γκάλντορ ο Υψηλός, παντρεύτηκε τη Χάρεθ, την κόρη του Χάλμιρ.

Ο Γκάλντορ και η Χάρεθ απέκτησαν δύο γιους, τον Χούριν και τον Χούορ. Ο Χούριν ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος στην ηλικία, αλλά μικρότερος στο ανάστημα από τους άλλους άντρες της φυλής του. Σ' αυτό είχε μοιάσει στο λαό της μητέρας του, αλλά σε όλα τ' άλλα ήταν σαν τον Χάντορ, τον παππού του, δυνατός στο σώμα και με φλογερό χαρακτήρα. Η φωτιά έκαιγε μέσα του άσβηστη και σταθερή και είχε μεγάλη αντοχή και θέληση.

Από όλους τους Ανθρώπους του Βορρά αυτός γνώρισε περισσότερο τη σοφία των Νόλντορ. Ο Χούορ ο αδελφός του ήταν ψηλός, ο ψηλότερος απ' όλους τους Εντάιν εκτός από το γιο του τον Τούορ, και ταχύς δρομέας. Αν όμως ο αγώνας δρόμου ήταν μακρύς και δύσκολος, ο Χούριν ήταν αυτός που θα έφτανε πρώτος, γιατί έτρεχε εξίσου γρήγορα στο τέλος του αγώνα όσο και στην αρχή. Υπήρχε μεγάλη αγάπη ανάμεσα στα αδέλφια, και στα νεανικά τους χρόνια σπάνια χωρίζονταν ο ένας από τον άλλο.

Ο Χούριν παντρεύτηκε τη Μόργουεν, την κόρη του Μπάραγκουντ, γιου του Μπρέγκολας, από τον Οίκο του Μπέορ, κι έτσι η Μόργουεν ήταν στενή συγγενής με τον Μπέρεν τον Μονόχειρα. Ήταν μελαχρινή και ψηλή, και για το φωτεινό της βλέμμα και την ομορφιά του προσώπου της την αποκαλούσαν Έλεδγουεν, “όμορφη σαν Ξωτικό”. Αλλά ήταν κάπως αυστηρή στη διάθεση και περήφανη. Τα δεινά του Οίκου του Μπέορ έθλιβαν την καρδιά της, γιατί είχε έρθει στο Ντορλόμιν εξόριστη από το Ντορ θόνιον μετά την καταστροφή της Μπράγκολλαχ.

Τούριν λεγόταν το πρώτο παιδί του Χούριν και της Μόργουεν και γεννήθηκε τη χρονιά που ο Μπέρεν έφτασε στο Ντόριαθ και βρήκε τη Λούθιεν Τινούβιελ, την κόρη του Θίνγκολ. Η Μόργουεν έκανε στον Χούριν και μια κόρη που την ονόμασαν Ούργουεν, αλλά όλοι όσοι τη γνώρισαν στη σύντομη ζωή της τη φώναζαν Λάλαϊθ, που σήμαινε Γέλιο.

Ο Χούορ παντρεύτηκε τη Ρίαν, εξαδέλφη της Μόργουεν, κόρη του Μπέλεγκουντ, γιου του Μπρέγκολας. Ήταν σκληρή η μοίρα που όρισε να γεννηθεί η Ρίαν σε τέτοιες εποχές, γιατί είχε τρυφερή καρδιά και δεν αγαπούσε ούτε το κυνήγι ούτε τον πόλεμο.

Έδινε την αγάπη της πιο πολύ στα δέντρα και τα λουλούδια των αγρών και τραγουδούσε κι έγραφε τραγούδια. Ήταν παντρεμένη με τον Χούορ δύο μήνες μόνο όταν αυτός πήγε με τον αδελφό του στη Νίρναεθ Αρνοέντιαντ και από τότε δεν τον ξανάδε.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Χούριν και τον Χούορ τις μέρες της νιότης τους. Λένε ότι για ένα διάστημα οι γιοι του Γκάλντορ ζούσαν στο Μπρέθιλ ως θετοί γιοι του Χάλντιρ του θείου τους. Πήγαιναν συχνά στη μάχη με τους Ανθρώπους του Μπρέθιλ ενάντια στους Ορκ, που τώρα λεηλατούσαν τα βόρεια σύνορα της χώρας τους. Γιατί ο Χούριν, αν και μόνο δεκαεφτά χρονών, ήταν δυνατός και ο Χούορ, ο μικρότερος, ήταν κιόλας εξίσου ψηλός όσο οι περισσότεροι άντρες αυτού του λαού.

Μια μέρα ο Χούριν και ο Χούορ βγήκαν με μια ομάδα ανιχνευτών αλλά έπεσαν σε ενέδρα των Ορκ και σκόρπισαν, και τα αδέλφια καταδιώχθηκαν μέχρι το πέρασμα του Μπρίθιαχ. Εκεί θα τους έπιαναν ή θα τους σκότωναν, αν δεν ήταν ακόμη ισχυρή η δύναμη του Ούλμο στα νερά του Σίριον. Λένε ότι μια ομίχλη σηκώθηκε από τον ποταμό και τους έκρυψε από τους εχθρούς τους κι έτσι ξέφυγαν περνώντας από το Μπρίθιαχ στο Ντίμπαρ. Εκεί, μέσα στους λόφους κάτω από τις απότομες πλαγιές των Κρισσαέγκριμ, περιπλανήθηκαν με μεγάλες κακουχίες μέχρι που έχασαν τον προσανατολισμό τους από τις παγίδες εκείνης της περιοχής και δεν ήξεραν πώς να συνεχίσουν ή πώς να επιστρέψουν. Τότε τους αντιλήφθηκε ο Θορόντορ και έστειλε δύο από τους Αετούς του να τους βοηθήσουν. Οι Αετοί τους σήκωσαν στον αέρα και τους μετέφεραν πέρα από τα Κυκλωτικά Βουνά στη μυστική κοιλάδα του Τουμλάντεν και την κρυφή πόλη της Γκοντόλιν που δεν είχε δει ως τότε Άνθρωπος.

Εκεί ο βασιλιάς Τούργκον τους καλοδέχτηκε μόλις έμαθε την καταγωγή τους. αφού ο Χάντορ ήταν Φίλος των Ξωτικών, και, επιπλέον, ο Ούλμο είχε συμβουλέψει τον Τούργκον να φερθεί καλά στα τέκνα αυτού του Οίκου, ο οποίος μπορούσε να τον βοηθήσει σε ανάγκη. Ο Χούριν και ο Χούορ φιλοξενήθηκαν στο ανάκτορο σχεδόν ένα χρόνο. Και λέγεται ότι σ' αυτό το διάστημα ο Χούριν, που είχε εύστροφο και πρόθυμο μυαλό, κέρδισε πολλά από τη γνώση των Ξωτικών και έμαθε επίσης κάτι από τις σκέψεις και τους σκοπούς του βασιλιά. Γιατί ο Τούργκον συμπάθησε πολύ τους γιους του Γκάλντορ και μιλούσε πολύ μαζί τους και ήθελε να τους κρατήσει στην Γκοντόλιν από αγάπη και όχι εξαιτίας του νόμου του, που έλεγε ότι όποιος ξένος βρει το δρόμο για το κρυμμένο βασίλειο ή δει την πόλη, είτε ήταν Ξωτικό είτε Άνθρωπος, δεν θα 'φευγε ποτέ από κει μέχρι να άρει ο βασιλιάς την απαγόρευση και να βγει από την κρυμμένη πόλη ο λαός.

Αλλά ο Χούριν και ο Χούορ ήθελαν να επιστρέψουν στους δικούς τους και να μοιραστούν τους πολέμους και τα δεινά που τώρα τους μάστιζαν. Και ο Χούριν είπε στον Τούργκον:

“Κύριέ μου, δεν είμαστε παρά θνητοί Άνθρωποι, διαφορετικοί από τους Έλνταρ. Οι Έλνταρ μπορούν να περιμένουν πολλά χρόνια για να πολεμήσουν με τους εχθρούς τους κάποια μέρα μακρινή. Για μας όμως ο χρόνος είναι σύντομος και η ελπίδα και η δύναμή μας γρήγορα μαραζώνουν. Επί πλέον, δεν βρήκα με το δρόμο για την Γκοντόλιν και δεν γνωρίζουμε πού βρίσκεται αυτή η πόλη. Γιατί μεταφερθήκαμε εδώ από τον αέρα έντρομοι και έκθαμβοι, και ευτυχώς τα μάτια μας ήταν σκεπασμένα”. Τότε ο Τούργκον ικανοποίησε την επιθυμία του και είπε:

“Με τον ίδιο τρόπο που ήρθατε, με τον ίδιο θα φύγετε, αν θέλει ο Θορόντορ. Θλίβομαι με αυτή την αναχώρηση. Όμως, σε λίγον καιρό, όπως τον μετρούν οι Έλνταρ, μπορεί να συναντηθούμε πάλι”.

Ο Μαέγκλιν όμως, ο γιος της αδελφής του βασιλιά, που διέθετε ισχύ μέσα στην Γκοντόλιν, δεν λυπήθηκε καθόλου με την αναχώρησή τους. Τον ενοχλούσε η εύνοια που τους έδειχνε ο βασιλιάς, γιατί ο ίδιος δεν είχε καμιάν αγάπη για τους Ανθρώπους, και είπε στον Χούριν:

“Το έλεος του βασιλιά είναι μεγάλο όσο δεν μπορείς να φανταστείς και μερικοί μπορεί να αναρωτηθούν γιατί αναιρείται ο αυστηρός νόμος για δυο αχρεία παιδιά Ανθρώπων. Θα ήταν προτιμότερο να μην είχαν άλλη επιλογή και να μείνουν εδώ υπηρέτες μας μέχρι το τέλος της ζωής τους”.

“Το έλεος του βασιλιά είναι όντως μεγάλο” απάντησε ο Χούριν. ”αλλά αν ο λόγος μας δεν αρκεί, τότε θα δώσουμε όρκο”. Και τα αδέλφια ορκίστηκαν να μην αποκαλύψουν ποτέ τα μυστικά του Τούργκον και να κρατήσουν κρυφά όλα όσα είχαν δει στο βασίλειό του. Μετά έφυγαν και οι Αετοί τους πήραν τη νύχτα και τους άφησαν στο Ντορλόμιν πριν από τα χαράματα. Οι συγγενείς τους αγαλλίασαν όταν τους είδαν, γιατί οι αγγελιαφόροι από το Μπρέθιλ είχαν φέρει την είδηση ότι τα αδέλφια είχαν χαθεί. Αλλά αυτά δεν αποκάλυψαν ούτε και στον πατέρα τους ακόμη πού ήταν. Το μόνο που είπαν ήταν ότι τους έσωσαν από την έρημο οι Αετοί και τους έφεραν πίσω στο σπίτι τους. Αλλά ο Γκάλντορ τους είπε:

“Ζούσατε, λοιπόν, ένα χρόνο στην έρημο; Ή σας φιλοξένη σαν οι Αετοί στις φωλιές τους; Παρ' όλα αυτά βρήκατε τροφή και καλά ενδύματα και επιστρέφετε σαν νεαροί πρίγκιπες. όχι σαν περιπλανώμενοι της ερήμου”.

“Αρκέσου, πατέρα”. είπε ο Χούριν, “στο ότι επιστρέψαμε. Γιατί αυτό επιτράπηκε μόνο χάρη σε όρκο σιωπής. Και αυτός ο όρκος μας δεσμεύει ακόμη”. Τότε ο Γκάλντορ δεν τους έκανε άλλες ερωτήσεις, αλλά κι αυτός και πολλοί άλλοι κατάλαβαν την αλήθεια. Γιατί και ο όρκος σιωπής και οι Αετοί έδειχναν τον Τούργκον, σκέφτηκαν όλοι.

Έτσι οι μέρες περνούσαν και η σκιά του φόβου του Μόργκοθ μεγάλωνε. Όμως το τετρακοσιοστό εξηκοστό ένατο έτος μετά την επιστροφή των Νόλντορ στη Μέση-γη αναπτερώθηκαν οι ελπίδες Ξωτικών και Ανθρώπων, καθώς ανάμεσά τους ξαπλώθηκε η φήμη για τα κατορθώματα του Μπέρεν και της Λούθιεν και ο εξευτελισμός του Μόργκοθ πάνω στον ίδιο του το θρόνο στην Άνγκμπαντ, και μερικοί έλεγαν ότι ο Μπέρεν και η Λούθιεν ζουν ακόμη ή ότι έχουν επιστρέψει από τους Νεκρούς. Εκείνη τη χρονιά επίσης τα σχέδια του Μαέδρος είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, και με την αναβίωση της δύναμης των Έλνταρ και των Εντάιν η προέλαση του Μόργκοθ αναχαιτίστηκε και οι Ορκ απωθήθηκαν πίσω στο Μπελέριαντ. Τότε μερικοί άρχισαν να μιλούν για τις νίκες που θα 'ρθουν και για μια επανόρθωση της ήττας στη Μάχη της Μπράγκολλαχ, όταν ο Μαέδρος, διοικώντας τις ενωμένες στρατιές, θα αναγκάσει τον Μόργκοθ να κρυφτεί στα έγκατα της γης και θα σφραγίσει τις Πύλες της Άνγκμπαντ.

Οι πιο συνετοί όμως ήταν ακόμη ανήσυχοι φοβούνταν ότι ο Μαέδρος είχε αποκαλύψει πρόωρα την αυξανόμενη δύναμή του και ότι ο Μόργκοθ θα είχε έτσι το χρόνο να κάνει σχέδια εναντίον του. ”Κάποιο καινούργιο κακό θα εκκολάπτεται πάντα στην Άνγκμπαντ, κακό που δεν μπορούν να το φανταστούν τα Ξωτικά και οι Άνθρωποι”, έλεγαν. Και το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, για να επαληθευτούν τα λόγια τους, έπεσε άνεμος κακός κάτω από ένα μολυβί ουρανό. Τον ονόμασαν Μοχθηρή Ανάσα γιατί ήταν θανατηφόρος και πολλοί αρρώστησαν και πέθαναν το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς στις βόρειες εκτάσεις που συνορεύουν με τον Ανφάουγκλιθ και τα θύματα ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους τα παιδιά ή οι νέοι των οίκων των Ανθρώπων.

Εκείνη τη χρονιά, στην αρχή της άνοιξης, ο Τούριν, ο γιος του Χούριν, ήταν μόνο πέντε ετών και η Ούργουεν η αδελφή του τριών. Τα μαλλιά της ήταν σαν τα κίτρινα κρίνα της χλόης όταν έτρεχε στα χωράφια και το γέλιο της σαν το εύθυμο κελάρυσμα του ποταμού που κατέβαινε τραγουδώντας από τους λόφους και περνούσε δίπλα από τα τείχη του οίκου του πατέρα της. Το ποτάμι το έλεγαν Νεν Λάλαϊθ και από αυτό όλοι μέσα στο σπίτι αποκαλούσαν το παιδί Λάλαϊθ και η καρδιά τους ήταν χαρούμενη όταν την είχαν κοντά τους.

Τον Τούριν όμως τον αγαπούσαν λιγότερο. Ήταν μελαχρινός σαν τη μητέρα του και έδειχνε ότι θα γίνει σαν κι αυτήν και στη διάθεση, γιατί δεν ήταν εύθυμος και μιλούσε λίγο, αν και έμαθε να μιλά νωρίς και έδειχνε πάντα μεγαλύτερος από τα χρόνια του. Ο Τούριν δεν ξεχνούσε εύκολα την αδικία ή το χλευασμό. Είχε επίσης μέσα του τη φωτιά του πατέρα του και μπορούσε να γίνει απότομος και άγριος, αλλά λυπόταν εύκολα και τα δεινά ή η θλίψη των πλασμάτων μπορεί να του έφερναν δάκρυα. Ήταν και σ' αυτό σαν τον πατέρα του, γιατί η Μόργουεν ήταν αυστηρή με τους άλλους όσο και με τον εαυτό της. Ο Τούριν αγαπούσε τη μητέρα του, γιατί του φερόταν ντόμπρα και ξεκάθαρα, τον πατέρα του όμως τον έβλεπε ελάχιστα, γιατί ο Χούριν έλειπε συχνά για πολύν καιρό με το στρατό του Φίνγκοv που φρουρούσε τα ανατολικά σύνορα του Χίθλουμ και, όταν γύριζε, η γοργή ομιλία του, γεμάτη παράξενες λέξεις, αστεία και υπονοούμενα, σάστιζε τον Τούριν και του 'φερνε ανησυχία.

Εκείνη την εποχή όλη η ζεστασιά της καρδιάς του ήταν για τη Λάλαϊθ την αδελφή του. Αλλά σπάνια έπαιζε μαζί της προτιμούσε να τη φρουρεί κρυμμένος και να την παρακολουθεί να τρέχει στο γρασίδι ή κάτω από τα δέντρα τραγουδώντας τα τραγούδια που τα παιδιά των Εντάιν είχαν φτιάξει πριν από πολύν καιρό, τότε που η γλώσσα των Ξωτικών ήταν ακόμη πρόσφατη στα χείλη τους.

“Όμορφη σαν Ξωτικό παιδί είναι η Λάλαϊθ” , έλεγε ο Χούριν στη Μόργουεν. "Αλλά πιο σύντομη, δυστυχώς. Και γι' αυτό, ακόμη πιο όμορφη ίσως ή πιο αγαπητή”. Και ο Τούριν, ακούγοντας αυτά τα λόγια τα σκεφτόταν, αλλά δεν μπορούσε να τα καταλάβει, γιατί δεν είχε δει ποτέ παιδί Ξωτικών. Εκείνη την εποχή δεν ζούσε κανένας Έλνταρ στη γη του πατέρα του και Ξωτικά είχε δει μόνο μία φορά, όταν ο βασιλιάς Φίνγκον και πολλοί από τους άρχοντές του διέσχισαν το Ντορ-λόμιν και πέρασαν τη γέφυρα του Νεν Λάλαϊθ, αστράφτοντας στα ασημιά και τα λευκά.

Μα πριν αλλάξει ο χρόνος βγήκαν αληθινά τα λόγια του πατέρα του. Η Μοχθηρή Ανάσα έφτασε στο Ντορ-λόμιν και ο Τούριν αρρώστησε και έμεινε στο κρεβάτι για πολύν καιρό με πυρετό και σκοτεινά όνειρα. Και όταν έγινε καλά, γιατί αυτή ήταν η μοίρα του και η δύναμη της ζωής μέσα του, ρώτησε για τη Λάλαϊθ. Αλλά η παραμάνα του τού απάντησε:

“Μην ξαναμιλήσεις για τη Λάλαϊθ, γιε του Χούριν. Κι αν θέλεις νέα της αδελφής σου, της Ούργουεν, πρέπει να ρωτήσεις τη μητέρα σου”.

Όταν ήρθε να τον δει η Μόργουεν, ο Τούριν της είπε:

“Δεν είμαι πια άρρωστος και θέλω να δω την Ούργουεν. Αλλά γιατί δεν πρέπει να την πω Λάλαϊθ ποτέ ξανά;”

“Γιατί η Ούργουεν πέθανε και το γέλιο σίγασε μέσα σ' αυτό το σπίτι”, του απάντησε η μητέρα του. ”Εσύ ζεις όμως, γιε της Μόργουεν. Όπως ζει και ο Εχθρός που μας το έκανε αυτό”. Δεν προσπάθησε να τον παρηγορήσει, όπως δεν είχε προσπαθήσει να παρηγορήσει και τον εαυτό της, υπομένοντας το πένθος της σιωπηλά και με παγερή καρδιά. Όμως ο Χούριν πένθησε ανοιχτά και πήρε την άρπα του για να γράψει ένα θρήνο, αλλά δεν μπορούσε κι έσπασε την άρπα και βγαίνοντας έξω σήκωσε το χέρι του προς το Βορρά φωνάζοντας:

“Μάστιγα της Μέσης-γης, μακάρι να σ' έβλεπα πρόσωπο με πρόσωπο και να σ' άφηνα ανάπηρο όπως έκανε ο άρχοντάς μου ο Φινγκόλφιν!”

Τη νύχτα μόνος, ο Τούριν έκλαιγε πικρά. αν και δεν ανάφερε ποτέ ξανά το όνομα της αδελφής του στη Μόργουεν. Μόνο σ' ένα φίλο στράφηκε εκείνη την εποχή και σ' αυτόν μίλησε για τη θλίψη του και του είπε πόσο άδειο ήταν τώρα το σπίτι. Ήταν ένας υπηρέτης στην υπηρεσία του Χούριν που λεγόταν Σάντορ, κουτσός κι ασήμαντος. Παλιά ήταν ξυλοκόπος, αλλά από κακοτυχία ή κακό χειρισμό του τσεκουριού έκοψε το δεξί του πόδι και το κομμένο του άκρο συρρικνώθηκε. Ο Τούριν τον έλεγε Λάμπανταλ. που σημαίνει “Πηδηχτοπόδης”, και το όνομα αυτό δεν δυσαρεστούσε τον Σάντορ γιατί του είχε δοθεί με ευσπλαχνία και όχι χλευαστικά. Ο Σάντορ δούλευε στα εξωτερικά κτίρια, έφτιαχνε ή διόρθωνε πράγματα μικρής αξίας που ήταν απαραίτητα στο σπίτι γιατί είχε κάποια επιδεξιότητα στην επεξεργασία του ξύλου. Και ο Τούριν του έφερνε ό,τι του 'λειπε για να μην κουράζεται με το ανάπηρο πόδι του και μερικές φορές του πήγαινε κρυφά κάποιο εργαλείο ή κάποιο κομμάτι ξύλο που έβρισκε παραπεταμένο αν πίστευε ότι μπορεί να φανεί χρήσιμο στο φίλο του.

Τότε ο Σάντορ χαμογελούσε, αλλά τον παρακαλούσε να επιστρέψει τα δώρα του εκεί που τα βρήκε.

”Δίνε γενναιόδωρα, αλλά δίνε μόνο πράγματα δικά σου”, του έλεγε. Αντάμειβε όπως μπορούσε την καλοσύνη του παιδιού, σκαλίζοντάς του φιγούρες ανθρώπων και ζώων. Αλλά εκείνο που άρεσε περισσότερο στον Τούριν ήταν οι αφηγήσεις του. Γιατί ο Σάντορ ήταν νέος την εποχή της Μπράγκολλαχ και του άρεσε τώρα να μιλά για κείνο το σύντομο διάστημα της νιότης του πριν από τον ακρωτηριασμό του.

“'Ηταν μεγάλη μάχη, λένε, γιε του Χούριν. Εκείνη τη χρονιά με κάλεσαν στο στρατό από τη δουλειά μου στο δάσος. Αλλά δεν πήρα μέρος στην Μπράγκολλαχ, αλλιώς μπορεί να τραυματιζόμουν πιο τιμημένα. Γιατί φτάσαμε πολύ αργά και το μόνο που καταφέραμε ήταν να πάρουμε πίσω τη σορό του παλιού άρχοντα, του Χάντορ, που έπεσε φρουρώντας το βασιλιά Φινγκόλφιν. Μετά έγινα στρατιώτης και ήμουν πολλά χρόνια στο Έιθελ Σίριον, το μεγάλο οχυρό των βασιλιάδων των Ξωτικών. Ή μπορεί τώρα να μου φαίνεται ότι ήταν πολλά τα χρόνια, γιατί ήταν βαρετά και πολύ λίγα πράγματα έγιναν που να ξεχωρίζουν. Όταν έκανε επίθεση ο Μαύρος Βασιλιάς, ήμουν στο Έιθελ Σίριον και ο Γκάλντορ, ο πατέρας του πατέρα σου, ήταν αρχηγός εκεί στη θέση του βασιλιά, σκοτώθηκε σ' εκείνη την επίθεση, και είδα τον πατέρα σου να παίρνει τον τίτλο του και να αναλαμβάνει την αρχηγία, αν και ήταν πολύ νέος. Μέσα του υπήρχε μια φωτιά που έκανε το ξίφος να καίει στο χέρι του, έλεγαν. Πίσω του απωθήσαμε τους Ορκ και από τότε δεν έχουν τολμήσει να πλησιάσουν τα τείχη. Αλίμονο όμως, η αγάπη μου για τη μάχη κορέστηκε, γιατί είχα δει πολύ χυμένο αίμα και πολλά τραύματα και κατάφερα να φύγω για να επιστρέψω στα δάση που λαχταρούσα. Και εκεί τραυματίστηκα. Γιατί ένας άνθρωπος που τρέχοντας φεύγει μακριά απ' το φόβο του μπορεί να ανακαλύψει ότι απλώς συντόμεψε το δρόμο για να τον συναντήσει”.

Έτσι μιλούσε ο Σάντορ στον Τούριν, καθώς εκείνος μεγάλωνε. Και ο Τούριν άρχισε να κάνει πολλές ερωτήσεις που ο Σάντορ δυσκολευόταν να απαντήσει. Σκεφτόταν ότι άλλοι, πιο κοντινοί συγγενείς του Τούριν, θα 'πρεπε να τον διδάξουν γι' αυτά τα πράγματα. Μια μέρα ο Τούριν του είπε:

“Έμοιασε πραγματικά η Λάλαϊθ με παιδί των Ξωτικών όπως έλεγε ο πατέρας μου; Και τι εννοούσε όταν είπε ότι ήταν πιο σύντομη;”

“Έμοιασε πολύ”, απάντησε ο Σάντορ, “γιατί στα πρώτα χρόνια τους τα παιδιά των Ανθρώπων και των Ξωτικών μοιάσουν. Αλλά τα παιδιά των Ανθρώπων μεγαλώνουν πιο γρήγορα και η νιότη τους περνάει γοργά. Αυτή είναι η μοίρα μας”.

Τότε ο Τούριν τον ρώτησε:

“Τι είναι μοίρα;”

“ Για τη μοίρα των Ανθρώπων” , είπε ο Σάντορ, “πρέπει να ρωτήσεις εκείνους που είναι πιο σοφοί από τον Λάμπανταλ. Όμως, είναι φανερό σε όλους ότι φθειρόμαστε γρήγορα και πεθαίνουμε. Και πολλοί πεθαίνουν ακόμη πιο γρήγορα από κακοτυχία. Τα Ξωτικά όμως δεν φθείρονται και δεν πεθαίνουν, παρά μόνο από μεγάλο τραύμα. Από τα τραύματα και τα δεινά που τσακίζουν τους Ανθρώπους τα Ξωτικά θεραπεύονται. Και ακόμη και όταν καταστρέφεται το σώμα τους, επιστρέφουν ξανά, λένε μερικοί. Μ' εμάς δεν είναι έτσι”.

“Δηλαδή η Λάλαϊθ δεν θα ξαναγυρίσει;” είπε ο Τούριν. ”Πού πήγε;”

“Δεν θα ξαναγυρίσει”, απάντησε ο Σάντορ. ”Αλλά το πού πήγε δεν το ξέρει κανείς. Ή τουλάχιστον δεν το ξέρω εγώ”.

“Έτσι ήταν πάντα; Ή μήπως υποφέρουμε από κάποια κατάρα του φαύλου Βασιλιά σαν τη Μοχθηρή Ανάσα;”

“Δεν ξέρω. Υπάρχει ένα σκοτάδι πίσω μας, από το οποίο έχουν διασωθεί ελάχιστες αφηγήσεις. Οι πατέρες των πατέρων μας μπορεί να είχαν πράγματα να πουν, αλλά δεν τα είπαν. Ακόμη και τα ονόματά τους έχουν ξεχαστεί. Τα βουνά στέκουν ανάμεσα σ' εμάς και τη ζωή που άφησαν πίσω τους οι πρόγονοί μας φεύγοντας για να σωθούν ποιος ξέρει από τι”.

“Φοβούνταν;” ρώτησε ο Τούριν.

“Μπορεί” , είπε ο Σάντορ. ”Μπορεί να φύγαμε από φόβο για το Σκοτάδι, για να το βρούμε πάλι εδώ μπροστά μας, και να μην έχουμε πια πουθενά να διαφύγουμε πέρα από τη Θάλασσα”.

“Δεν φοβόμαστε πια”, είπε ο Τούριν, ”Δεν φοβόμαστε όλοι. Ο πατέρας μου δεν φοβάται και δεν θα φοβάμαι κι εγώ. Ή τουλάχιστον θα φοβάμαι και δεν θα το δείχνω, όπως η μητέρα μου”.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE