7. Το καπέλο της επιλογής (1)
Η πόρτα άνοιξε αμέσως και μια ψηλή γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και μανδύα στο χρώμα του σμαραγδιού, φάνηκε στο άνοιγμα. Το πρόσωπό της είχε πολύ αυστηρή έκφραση κι η πρώτη σκέψη του Χάρι βλέποντάς την, ήταν πως καλύτερα να μην της πήγαινε ποτέ κανείς κόντρα.
«Οι πρωτοετείς, καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ», είπε με σεβασμό ο Χάγκριντ.
«Σ' ευχαριστώ. Θα τους παραλάβω εγώ τώρα...»
Η καθηγήτρια άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Το χολ που φάνηκε μπροστά τους ήταν τόσο μεγάλο, που ολόκληρο το σπίτι των Ντάρσλι θα μπορούσε να χωρέσει άνετα μέσα, σκέφτηκε ο Χάρι. Οι πέτρινοι τοίχοι του φωτίζονταν από αναμμένους δαυλούς, όπως αυτοί στα υπόγεια της τράπεζας «Γκρίνγκοτς»· το ταβάνι ήταν τόσο ψηλό, που δεν το έβλεπες, και μια υπέροχη μαρμάρινη σκάλα, ακριβώς απέναντί τους, οδηγούσε στα επάνω πατώματα.
Όλα τα παιδιά ακολούθησαν σιωπηλά την καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ, όταν άρχισε να διασχίζει το χολ. Από ένα άνοιγμα στα δεξιά, ο Χάρι μπορούσε ν' ακούει το μουρμουρητό από πολλές φωνές — ασφαλώς τα μαθήματα είχαν αρχίσει για μερικούς —, αλλά η καθηγήτρια οδήγησε τους πρωτοετείς σ' ένα μικρό, άδειο δωμάτιο στ' αριστερά του χολ. Στριμώχτηκαν όλοι μέσα, κοιτάζοντας νευρικά γύρω τους.
«Καλωσορίσατε στο "Χόγκουαρτς"!» τους είπε η ΜακΓκόναγκαλ. «Το επίσημο δείπνο για την έναρξη του σχολικού έτους θ' αρχίσει σύντομα, προτού όμως πάρετε τη θέση σας στη μεγάλη τραπεζαρία, θα μοιραστείτε στους διάφορους κοιτώνες. Αυτή η επιλογή έχει μεγάλη σημασία, γιατί όσο θα βρίσκεστε εδώ, ο κοιτώνας του καθενός από σας κι όλοι όσοι μένουν σ' αυτόν, θα είναι κάτι σαν την οικογένειά σας μέσα στο "Χόγκουαρτς". Θα παρακολουθείτε τα μαθήματα μαζί με τους άλλους που θα μένουν στον κοιτώνα σας, θα κοιμόσαστε φυσικά εκεί, και θα περνάτε τις ελεύθερες ώρες σας στην κοινή αίθουσα αναψυχής».
«Οι τέσσερις κοιτώνες ονομάζονται Χάφλπαφλ, Γκρίφιντορ, Ράβενκλοου και Σλίθεριν», συνέχισε η καθηγήτρια. «Κάθε κοιτώνας έχει τη δική του λαμπρή ιστορία κι ο καθένας τους φιλοξένησε σημαντικούς μάγους και μάγισσες. Όσο ο καθένας από σας φοιτά στο "Χόγκουαρτς", τα σχολικά και αθλητικά επιτεύγματά του θα δίνουν βαθμούς στον κοιτώνα σας, ενώ κάθε φορά που θα παραβιάσετε κάποιον απ' τους κανονισμούς, ο κοιτώνας σας θα χάνει βαθμούς. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, ο κοιτώνας με τους περισσότερους βαθμούς θα κερδίζει το κύπελλο, κάτι που είναι μια μεγάλη τιμητική διάκριση. Ελπίζω ο καθένας σας να τιμήσει τον κοιτώνα για τον οποίο θα επιλεγεί. Η τελετή της επιλογής θ' αρχίσει σε λίγο. Φροντίστε, λοιπόν, να περιποιηθείτε λίγο τον εαυτό σας ενώ περιμένετε».
Το διαπεραστικό βλέμμα της καθηγήτριας σταμάτησε για λίγο στο μανδύα του Νέβιλ, που ήταν κουμπωμένος στραβά, και στη μουντζούρα στη μύτη του Ρον. Ο Χάρι προσπάθησε νευρικά να ισιώσει τ' ακατάστατα μαλλιά του.
«Θα ξαναγυρίσω όταν θα είμαστε έτοιμοι ν' αρχίσουμε», είπε η ΜακΓκόναγκαλ. «Σας παρακαλώ να περιμένετε ήσυχα».
Μόλις βγήκε από την αίθουσα, ο Χάρι κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό του.
«Με ποιον τρόπο μας διαλέγουν για τους διάφορους κοιτώνες;» ρώτησε κατόπιν τον Ρον.
«Με κάποιο τεστ, νομίζω», αποκρίθηκε εκείνος. «Ο αδελφός μου, ο Φρεντ, είπε πως πονάει πολύ, αλλά νομίζω ότι μου έκανε πλάκα...»
Η καρδιά του Χάρι αναπήδησε από φόβο. Ένα τεστ, μπροστά σ' ολόκληρο το σχολείο... Αφού δεν ήξερε ακόμη να κάνει μαγικά... Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει; Δεν περίμενε κάτι τέτοιο και μάλιστα από την πρώτη κιόλας μέρα στο σχολείο... Ανήσυχος, κοίταξε γύρω του και είδε πως και τα άλλα παιδιά έδειχναν τρομοκρατημένα. Κανένα δε μιλούσε πολύ, εκτός από την Ερμιόνη Γκρέιντζερ, η οποία επαναλάμβανε γρήγορα όλα τα ξόρκια που είχε μάθει απέξω. Ο Χάρι προτίμησε να μην την ακούει. Ποτέ ως τώρα δεν είχε νιώσει τόσο νευρικός, ποτέ, ούτε κι όταν έπρεπε να πάει στους Ντάρσλι ένα σημείωμα από το διευθυντή του σχολείου, όπου τους έλεγε ότι ο ανιψιός τους είχε κάνει μπλε την περούκα ενός από τους δασκάλους. Το βλέμμα του Χάρι ήταν συνέχεια στηλωμένο στην κλειστή πόρτα από την οποία θα έμπαινε σε λίγο η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ και θα τον οδηγούσε στην καταστροφή του...
Ξαφνικά μερικά παιδιά πίσω του άρχισαν να ουρλιάζουν κι ο Χάρι τινάχτηκε τρομαγμένος.
«Μα τι...»
Η φράση του όμως έμεινε στη μέση και ούρλιαξε κι αυτός δυνατά, από τρόμο, καθώς καμιά εικοσαριά φαντάσματα περνούσαν μέσα από τον ένα τοίχο και έμπαιναν στην αίθουσα. Γκρίζα και λίγο διάφανα, γλιστρούσαν μέσα στο δωμάτιο κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, χωρίς να δίνουν καμιά σημασία στους πρωτοετείς φοιτητές. Έμοιαζαν σαν να τσακώνονται. Μάλιστα το ένα από αυτά, ένας κοντόχοντρος καλόγερος, έλεγε: «Εγώ επιμένω πως πρέπει πάντα να ξεχνάμε και να συγχωρούμε. Νομίζω πως είναι καθήκον μας να του δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία...»
«Αγαπητέ μου καλόγερε, εγώ νομίζω πως δώσαμε στον Πιβς όλες τις ευκαιρίες που δικαιούται», αποκρίθηκε ένα άλλο από τα φαντάσματα. «Μ' αυτά που κάνει, θα μας βγάλουν κακό όνομα και... Μπα! Τι κάνετε εσείς εδώ;»
Το δεύτερο φάντασμα, αυτό που είχε μόλις απαντήσει στο πρώτο, φορούσε εφαρμοστή στολή ιππότη, μαύρη με δαντέλες στο λαιμό, και ήταν αυτό που πρόσεξε ξαφνικά τα τρομαγμένα παιδιά.
Κανένα δεν του απάντησε.
«Καινούριοι φοιτητές!» είπε ο χοντρός καλόγερος χαμογελώντας τους. «Φαντάζομαι πως θα περιμένετε για την επιλογή...»
Μερικά κεφάλια κουνήθηκαν καταφατικά.
«Ελπίζω να σας δω όλους στο Χάφλπαφλ!» συνέχισε ο καλόγερος. «Είναι ο παλιός μου κοιτώνας...»
«Ετοιμαστείτε!» ακούστηκε ξαφνικά μια αυστηρή φωνή. «Η τελετή της επιλογής αρχίζει!»
Η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ είχε ξαναγυρίσει στην αίθουσα και τα φαντάσματα έφυγαν βιαστικά, περνώντας μέσα από τον απέναντι τοίχο.
«Λοιπόν, μπείτε σε μια γραμμή», είπε η καθηγήτρια, «κι ακολουθήστε με».
Νιώθοντας ξαφνικά τα πόδια του πολύ βαριά, ο Χάρι μπήκε στη σειρά, πίσω από ένα αγόρι με ξανθά μαλλιά. Ο Ρον μπήκε πίσω του κι άρχισαν όλοι μαζί να βγαίνουν από το μικρό δωμάτιο, να διασχίζουν πάλι το χολ και να μπαίνουν στη μεγάλη τραπεζαρία.
Ο Χάρι δε θα είχε ποτέ φανταστεί ένα τόσο παράξενο κι εντυπωσιακό μέρος. Φωτιζόταν από χιλιάδες κεριά, που αιωρούνταν στον αέρα επάνω από τέσσερα μακριά τραπέζια, όπου οι υπόλοιποι φοιτητές κάθονταν κιόλας. Τα τραπέζια ήσαν στρωμένα με χρυσά πιάτα, μαχαιροπίρουνα και κύπελλα. Στο επάνω μέρος αυτού του τεράστιου δωματίου υπήρχε ένα ακόμη τραπέζι, όπου κάθονταν κιόλας όλοι οι καθηγητές. Η ΜακΓκόναγκαλ οδήγησε εκεί τους πρωτοετείς και τους έβαλε να σταθούν σε μια ίσια γραμμή, με τα πρόσωπά τους γυρισμένα προς τα γεμάτα τραπέζια και τους καθηγητές πίσω τους. Ο Χάρι σκέφτηκε πως τα δεκάδες πρόσωπα που τους κοίταζαν, έμοιαζαν με χλομά φανάρια μέσα στο φως των κεριών που τρεμόπαιζε. Αρκετά φαντάσματα ήταν σπαρμένα ανάμεσά τους. Περισσότερο για ν' αποφύγει αυτές τις εκατοντάδες περίεργα βλέμματα, ο Χάρι σήκωσε το δικό του βλέμμα ψηλά κι είδε από πάνω του ένα σκούρο ουρανό γεμάτο άστρα. Την ίδια στιγμή άκουσε την Ερμιόνη δίπλα του να ψιθυρίζει: «Έχουν κάνει μάγια, για να μοιάζει με τον αληθινό ουρανό. Το διάβασα στο βιβλίο Το Χόγκουαρτς κι η ιστορία του».
Στον Χάρι, όμως, φαινόταν εντελώς απίστευτο πως εκεί ψηλά υπήρχε ένα ταβάνι και πως η μεγάλη τραπεζαρία δεν ήταν ανοιχτή στον ουρανό.
Ο Χάρι πήρε βιαστικά το βλέμμα του από ψηλά, καθώς η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ έβαζε ένα σκαμνί με τέσσερα πόδια μπροστά στους πρωτοετείς φοιτητές. Επάνω στο σκαμνί ακούμπησε ένα μυτερό καπέλο μάγου, ένα καπέλο τριμμένο και πολύ βρόμικο. Η θεία Πετούνια, σκέφτηκε ο Χάρι, δε θα το κρατούσε ποτέ στο σπίτι της. Ίσως να έβγαζαν ένα λαγό απ' αυτό το καπέλο. Ένα τέτοιο κόλπο του φαινόταν πολύ κατάλληλο για... Στη συνέχεια πρόσεξε πως όλοι γύρω του κοιτούσαν το παράξενο καπέλο. Στήλωσε κι αυτός το βλέμμα του εκεί. Για μερικά δευτερόλεπτα η σιωπή γύρω ήταν απόλυτη. Μετά το καπέλο κουνήθηκε λίγο. Στο κάτω μέρος του άνοιξε μια σχισμή σαν στόμα και το καπέλο άρχισε να μιλά:
«Μπορεί να μη σας γεμίζω το μάτι, αλλά μην κρίνετε μόνο απ' την εμφάνιση.
Εγώ είμαι το καπέλο επιλογής του "Χόγκουαρτς" και πιο έξυπνο από μένα δεν υπάρχει πουθενά.
Βλέπω το καθετί μέσα στο μυαλό σας!
Δοκιμάστε με, λοιπόν, και θα σας πω σε ποιον κοιτώνα ταιριάζετε καλύτερα.
Μπορεί να ταιριάζετε στον Γκρίφιντορ, σπίτι των τολμηρών και γενναίων!
Μπορεί να ταιριάζετε στον Χάφλπαφλ, όπου όλοι είναι πιστοί, υπομονετικοί και δίκαιοι.
Μπορεί να ταιριάζετε στον Ράβενκλοου, όπου όλοι είναι σοφοί και μορφωμένοι.
Μπορεί, όμως, να ταιριάζετε στον Σλίθεριν, σπίτι των έξυπνων και πονηρών, που κάνουν τα πάντα, για να πετύχουν το σκοπό τους!
Δοκιμάστε με, λοιπόν, και μη φοβάστε!»
Όταν το καπέλο σταμάτησε να μιλά, όλοι το χειροκρότησαν. Εκείνο υποκλίθηκε δεξιά κι αριστερά και μετά έμεινε τελείως ακίνητο.
«Ώστε, λοιπόν, πρέπει να δοκιμάσουμε ένα καπέλο!» ψιθύρισε ο Ρον, ανακουφισμένος, στον Χάρι. «Θα τον σκοτώσω τον Φρεντ. Μου έλεγε συνέχεια πως πρέπει να παλέψουμε μ' έναν καλλικάντζαρο!»
Ο Χάρι προσπάθησε να χαμογελάσει. Ναι, το να δοκιμάσει ένα καπέλο ήταν ευκολότερο απ' το να κάνει μάγια. Θα προτιμούσε όμως να το δοκίμαζε χωρίς να τον κοιτάζει ολόκληρο το σχολείο. Γιατί ο Χάρι δεν ένιωθε αυτή τη στιγμή ούτε γενναίος, ούτε έξυπνος, ούτε σοφός, ούτε θαρραλέος, ούτε ικανός για τα πάντα προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Κι αν το καπέλο είχε αναφέρει έναν κοιτώνα για τους νευρικούς, ήταν σίγουρος πως μόνον αυτός του ταίριαζε.
Η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ στάθηκε τώρα μπροστά τους. Στα χέρια της κρατούσε μια μακριά περγαμηνή.
«Όποιος ακούει τ' όνομά του!» φώναξε, «θα βάζει στο κεφάλι του το καπέλο και θα κάθεται στο σκαμνί, για να γίνει η επιλογή του. Αρχίζω, λοιπόν. Άμποτ, Χάνα!»
Ένα ροδομάγουλο κορίτσι με ξανθές πλεξούδες βγήκε απ' τη γραμμή, φόρεσε το καπέλο, το οποίο της κατέβηκε ως τα μάτια, και κάθισε στο σκαμνί. Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή και μετά...
«Χάφλπαφλ!» φώναξε το καπέλο.
Τα παιδιά που κάθονταν στο δεξιό τραπέζι άρχισαν να χειροκροτούν ενθουσιασμένα, καθώς η Χάνα πήγε να καθίσει μαζί τους. Ο Χάρι είδε το φάντασμα του χοντρού καλόγερου να της κουνά χαρούμενος το χέρι του από μακριά.
«Βόουνς, Σούζαν!» φώναξε η καθηγήτρια.
«Χάφλπαφλ!» φώναξε πάλι το καπέλο κι η Σούζαν έτρεξε να καθίσει δίπλα στη Χάνα.
«Βουτ, Τέρι!»
«Ράβενκλοου!»
Τα παιδιά απ' το δεύτερο τραπέζι αριστερά άρχισαν να χειροκροτούν. Μερικά, μάλιστα, σηκώθηκαν όρθια κι έσφιξαν το χέρι του Τέρι, όταν πλησίασε για να καθίσει μαζί τους.
«Γκρέιντζερ, Ερμιόνη».
Η Ερμιόνη έτρεξε με λαχτάρα στο σκαμνί, κάθισε κι έχωσε βαθιά το καπέλο στο κεφάλι της.
«Γκρίφιντορ!» φώναξε το καπέλο κι ο Ρον έκανε μια γκριμάτσα στενοχώριας.
Όταν φώναξαν τον Νέβιλ Λονγκμπότομ, το αγόρι που όλο έχανε το βάτραχό του, ο μικρός παραπάτησε κι έπεσε προτού καν φτάσει στο σκαμνί. Όσο για το καπέλο, πάλι έκανε πολλή ώρα ν' αποφασίσει. Κι όταν, τέλος, φώναξε «Γκρίφιντορ!», ο Νέβιλ έφυγε τρέχοντας και φορώντας το ακόμη στο κεφάλι του, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να γυρίσει πίσω, ανάμεσα στα τρανταχτά γέλια όλων, και να δώσει το καπέλο στη Μορίν ΜακΝτούγκαλ.
Το επόμενο παιδί, η Μάντι Μπρόκλχαστ, πήγε κι αυτή στο Ράβενκλοου, αλλά η Λάβεντερ Μπράουν επελέγη κι αυτή για το Γκρίφιντορ και το τελευταίο τραπέζι στα δεξιά ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο Χάρι πρόσεξε τους δίδυμους αδελφούς του Ρον να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι.
Η επιλογή συνεχίστηκε. Η Μίλισεντ Μπούλστροουντ πήγε στο Σλίθεριν. Ο Χάρι σκέφθηκε πως μπορεί, βέβαια, να έφταιγε η φαντασία του, αλλά μετά από όσα είχε ακούσει, σχεδόν όλα τα παιδιά που κάθονταν σ' αυτό το τραπέζι τού φαίνονταν αντιπαθητικά.
Όταν ακούστηκε το όνομα Μαλφόι, το αγόρι προχώρησε περήφανα προς το σκαμνί. Η επιθυμία του ικανοποιήθηκε αμέσως: το καπέλο μόλις που άγγιξε το κεφάλι του κι αμέσως φώναξε: «Σλίθεριν!»
Ο Μαλφόι ξαναγύρισε κοντά στους φίλους του, τον Κράμπε και τον Γκόιλ, δείχνοντας πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του.
Ο Χάρι ένιωθε τώρα πραγματικά άρρωστος και το στομάχι του ήταν συνεχώς σφιγμένο απ' τη νευρικότητα. Θυμόταν το σχολείο, όπου, όταν γινόταν η επιλογή για τις διάφορες αθλητικές ομάδες, εκείνον τον διάλεγαν τελευταίον. Όχι γιατί δεν ήταν καλός, αλλά γιατί κανείς δεν ήθελε να δημιουργήσει στον Ντάντλι, τον εξάδελφό του, την παραμικρή υποψία ότι μπορεί να συμπαθούσε τον Χάρι.
«Μπλέτσλι, Τζάστιν».
«Χάφλπαφλ!»
Ο Χάρι πρόσεξε ότι το καπέλο άλλοτε φώναζε αμέσως το όνομα του κοιτώνα, κι άλλοτε έκανε μερικές στιγμές ώσπου ν' αποφασίσει. Ο Σίμους Μίλιγκαν, το ξανθό αγόρι δίπλα στον Χάρι, έμεινε καθισμένο στο σκαμνί σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό, προτού το καπέλο τον στείλει στο Γκρίφιντορ.
Ξαφνικά μια φρικτή σκέψη πέρασε απ' το μυαλό του Χάρι, μια απ' αυτές τις σκέψεις που έρχονται απρόσκλητες, όταν κάποιος είναι πολύ νευρικός. Τι θα γινόταν, αν εκείνον δεν τον διάλεγαν για κανένα κοιτώνα; Τι θα γινόταν, αν έμενε καθισμένος στο σκαμνί για ώρες, με το καπέλο σιωπηλό επάνω στο κεφάλι του; Ώσπου, κάποια στιγμή, η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ θα το άρπαζε και θα έλεγε πως ασφαλώς κάποιο λάθος είχε γίνει και πως ήταν καλύτερα να πάρει το τρένο για το σπίτι του...
Λίγα παιδιά έμεναν ακόμη για επιλογή.
«Μουν... Νοτ... Ουέσλι...». Ο Ρον ήταν σχεδόν κίτρινος απ' την αγωνία του όταν φόρεσε το καπέλο. Κράτησε την αναπνοή του ελπίζοντας. Κι αμέσως το καπέλο φώναξε: «Γκρίφιντορ»!
«Μπράβο, Ρον, πολύ καλά τα κατάφερες!» είπε ο Πέρσι Ουέσλι στον αδελφό του, ενώ ο Ρον έπεφτε εξαντλημένος στην καρέκλα δίπλα του.
Η φωνή της ΜακΓκόναγκαλ ακούστηκε πάλι: «Πάρκινσον, Πάτιλ και Πάτιλ», δυο δίδυμα κορίτσια, μετά «Σάλι-Αν Περκς» και τέλος...
«Πότερ, Χάρι».
Καθώς ο Χάρι έκανε δύο βήματα μπροστά, μερικά παιδιά άρχισαν να ψιθυρίζουν:
«Πότερ, έτσι είπε;»
«Ποιος; Ο Χάρι Πότερ;»
Το τελευταίο πράγμα που είδε ο Χάρι προτού το καπέλο σκεπάσει τα μάτια του, ήταν οι τεντωμένοι λαιμοί των παιδιών, που προσπαθούσαν να τον δουν καλύτερα. Την άλλη στιγμή βρισκόταν σε απόλυτο σκοτάδι. Περίμενε, ενώ η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε πως θα σπάσει.
«Χμμ...» άκουσε μια σιγανή φωνή στο ένα αφτί του. «Δύσκολο, πολύ δύσκολο... Βλέπω μεγάλο κουράγιο. Αλλά και γερό μυαλό... Και μεγάλο ταλέντο, ναι, βέβαια... μαζί με την επιθυμία ν' αποδείξεις την αξία σου... Πού να σε βάλω, λοιπόν;»
Ο Χάρι έσφιξε τις άκρες του σκαμνιού με τα δάχτυλά του και σκέφτηκε: «Όχι στο Σλίθεριν, όχι στο Σλίθεριν!»
«Όχι στο Σλίθεριν, ε;» είπε η φωνή. «Είσαι σίγουρος γι' αυτό; Θα μπορούσες να γίνεις καταπληκτικός... Το βλέπω μέσα στο κεφάλι σου και το Σλίθεριν θα σε βάλει στο σωστό δρόμο για να μεγαλουργήσεις... Αφού δε θέλεις όμως... καλύτερα να πας στο Γκρίφιντορ!»
Ο Χάρι άκουσε το καπέλο να φωνάζει την τελευταία λέξη, ώστε όλοι να την ακούσουν. Κατόπιν έβγαλε το καπέλο και με πόδια που έτρεμαν, προχώρησε προς το τραπέζι των παιδιών που είχαν επιλεγεί για το Γκρίφιντορ. Ένιωθε τόσο ανακουφισμένος που είχε γλιτώσει το Σλίθεριν, που δεν πρόσεξε καν ότι τον χειροκροτούσαν θερμά. Ο Πέρσι, ο επιμελητής, μάλιστα, σηκώθηκε όρθιος και του 'σφιξε δυνατά το χέρι, ενώ οι δίδυμοι Ουέσλι άρχισαν να φωνάζουν «Πήραμε τον Πότερ! Πήραμε τον Πότερ!». Ο Χάρι κάθισε δίπλα στο φάντασμα που είχε δει πρωτύτερα, αυτό με τη στολή ιππότη και τις δαντέλες στο λαιμό. Και το φάντασμα τον χτύπησε με συμπάθεια στον ώμο, δίνοντας στον Χάρι την εντύπωση πως είχε πέσει στον ώμο του ένας κουβάς παγωμένο νερό.
Τώρα ο Χάρι μπορούσε να βλέπει καλά το τραπέζι με το διδακτικό προσωπικό. Στην πιο κοντινή σ' αυτόν άκρη του καθόταν ο Χάγκριντ, που έπιασε το βλέμμα του και του χάρισε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Ο Χάρι χαμογέλασε κι αυτός. Κι εκεί, ακριβώς στη μέση του τραπεζιού, καθισμένος σε μια μεγάλη χρυσή καρέκλα, ήταν ο Άλμπους Ντάμπλντορ. Ο Χάρι τον αναγνώρισε αμέσως από τη φωτογραφία που είχε βρει μέσα στους σοκολατένιους βατράχους στο τρένο. Τα ασημένια μαλλιά και γένια του Ντάμπλντορ ήταν τα μόνα μέσα στη μεγάλη τραπεζαρία που γυάλιζαν τόσο όσο και τα φαντάσματα. Κοιτάζοντας λίγο πιο πέρα, ο Χάρι είδε και τον καθηγητή Κούιρελ, το νευρικό νέο άντρα από το μπαρ «Ραγισμένο Τσουκάλι». Έδειχνε πραγματικά πολύ περίεργος, μ' ένα τεράστιο μοβ τουρμπάνι στο κεφάλι του.