×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 6. Το ταξίδι από την πλατφόρμα 9 και 3/4 (2)

6. Το ταξίδι από την πλατφόρμα 9 και 3/4 (2)

Κι ενώ τα δυο παιδιά μιλούσαν, το τρένο είχε βγει απ' το Λονδίνο. Περνούσε τώρα από καταπράσινα χωράφια, μερικά με αγελάδες. Ο Ρον κι ο Χάρι έμειναν για λίγο σιωπηλοί, κοιτάζοντάς τες.

Κατά τις δωδεκάμιση ακούστηκε ένας θόρυβος στο διάδρομο, η πόρτα του βαγονιού άνοιξε και μια γυναίκα με ροδαλό πρόσωπο τους ρώτησε: «Τίποτα για κολατσιό, παιδιά;» Ο Χάρι, που δεν είχε φάει πρωινό, πετάχτηκε αμέσως όρθιος. Τ' αφτιά του Ρον, όμως, κοκκίνισαν πάλι και μουρμούρισε πως είχε σάντουιτς μαζί του. Ο Χάρι βγήκε στο διάδρομο.

Ποτέ ως τώρα στη ζωή του δεν είχε χαρτζιλίκι για γλυκά.

Τώρα που οι τσέπες του ήταν γεμάτες χρυσά κι ασημένια νομίσματα, ήταν έτοιμος ν' αγοράσει όσες σοκολάτες έβλεπε μπροστά του. Η ροδομάγουλη γυναίκα, όμως, δεν είχε σοκολάτες· είχε μόνο άγνωστα στον Χάρι γλυκά, με περίεργα ονόματα, όπως κολοκυθόπιτες, φτερά νυχτερίδας κι άλλα παρόμοια. Μη θέλοντας ν' αφήσει τίποτα χωρίς να το δοκιμάσει, ο Χάρι αγόρασε απ' όλα και πλήρωσε τη γυναίκα με 11 ασημένια δρεπάνια και 7 χάλκινα μαστίγια.

Όταν ο Χάρι ξαναμπήκε μέσα κι έριξε όλα τα γλυκά επάνω σ' ένα άδειο κάθισμα, ο Ρον τον κοίταξε κατάπληκτος.

«Θα πεινάς πολύ», παρατήρησε.

«Ξελιγωμένος είμαι», αποκρίθηκε ο Χάρι, κόβοντας μια μεγάλη δαγκωνιά από μια κολοκυθόπιτα.

Ο Ρον έβγαλε απ' την τσέπη του ένα κακοτυλιγμένο πακέτο, το άνοιξε και κοίταξε τα τέσσερα μικρά σάντουιτς που είχε μέσα. Μετά άνοιξε το ένα, κοίταξε το περιεχόμενο του και μουρμούρισε λυπημένος: «Πάντα ξεχνάει πως δε μ' αρέσει το κρέας κονσέρβας...»

«Θέλεις να το αλλάξεις μ' ένα απ' αυτά;» τον ρώτησε ο Χάρι, δίνοντας του το πιο μεγάλο απ' τα παράξενα γλυκά.

«Τι να το κάνεις εσύ αυτό το σάντουιτς; Είναι ξερό...» αποκρίθηκε ο Ρον, χαμηλώνοντας το βλέμμα του. «Η μαμά μου δεν έχει πολύ ελεύθερο καιρό... με πέντε παιδιά... καταλαβαίνεις...»

«Δεν πειράζει, πάρ' το!» επέμεινε ο Χάρι, που ως τώρα δεν είχε ποτέ στη ζωή του ούτε κάτι να προσφέρει, ούτε κάποιον για να του το προσφέρει. Και του φαινόταν πολύ ευχάριστο να κάθεται τώρα με τον Ρον μασουλώντας όλα τα περίεργα πράγματα που είχε αγοράσει, ενώ τα σάντουιτς είχαν κιόλας ξεχαστεί.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε κάποια στιγμή τον Ρον, δείχνοντας του ένα κουτί με σοκολατένιους βατράχους. «Δεν είναι αληθινοί βάτραχοι, έτσι;» συνέχισε, έχοντας αρχίσει να πιστεύει πως τίποτα πια δε θα του φαινόταν περίεργο.

«Όχι, βέβαια», αποκρίθηκε ο Ρον. «Κοίταξε, όμως, ποια κάρτα είναι μέσα στο κουτί. Μου λείπει ο Αγρίππας και...»

«Ποιος σου λείπει;»

«Α, ναι, ξέχασα πως εσύ δε θα το ξέρεις. Οι σοκολατένιοι βάτραχοι, λοιπόν, έχουν μέσα σε κάθε κουτί μια κάρτα με τη φωτογραφία κάποιου διάσημου μάγου, ή μάγισσας... κι εμείς τα παιδιά τις μαζεύουμε αυτές τις φωτογραφίες... Εγώ έχω καμιά πεντακοσαριά... αλλά μου λείπουν ο Αγρίππας και ο Πτολεμαίος».

Ο Χάρι άνοιξε το κουτί με τους σοκολατένιους βατράχους και τράβηξε την κάρτα. Η φωτογραφία έδειχνε έναν άντρα με γυαλιά με μισούς φακούς, με μακριά και γαμψή μύτη και με μακριά κι ασημένια μαλλιά, μουστάκια και γένια. Κάτω απ' τη φωτογραφία ήταν το όνομα Άλμπους Ντάμπλντορ.

«Ποιος είναι ο Άλμπους Ντάμπλντορ;» ρώτησε ο Χάρι.

«Μη μου πεις πως δεν έχεις ακούσει ποτέ για τον Ντάμπλντορ;» είπε μ' απορία ο Ρον. «Μου δίνεις άλλον ένα βάτραχο; Ευχαριστώ...»

Ο Χάρι γύρισε τη φωτογραφία από την ανάποδη κι άρχισε να διαβάζει:

Άλμπους Ντάμπλντορ, γενικός διευθυντής της Σχολής Χόγκουαρτς. Θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος μάγος της σύγχρονης εποχής. Ο Ντάμπλντορ είναι ιδιαίτερα γνωστός για τη νίκη του επί του κακού μάγου Γκρίντελβαλντ, το 1945, για την ανακάλυψη των δώδεκα χρήσεων του αίματος των δράκων και για την πρωτοποριακή εργασία του στην αλχημεία, μαζί με το συνεργάτη του Νικόλας Φλαμέλ. Ο καθηγητής Ντάμπλντορ λατρεύει τη μουσική δωματίου και το μπόουλινγκ.

Ο Χάρι γύρισε πάλι τη φωτογραφία από την καλή κι είδε πως η μορφή του Ντάμπλντορ είχε εξαφανιστεί.

«Χάθηκε!» είπε κατάπληκτος.

«Ε, τι περιμένεις; Έχει πολλές ασχολίες, δεν μπορεί να περάσει εδώ ολόκληρη τη μέρα του», αποκρίθηκε ο Ρον. «Θα ξαναγυρίσει, όμως. Αχ, πάλι τη Μοργκάνα βρήκα κι έχω τουλάχιστον άλλες έξι δικές της φωτογραφίες... Μήπως τη θέλεις εσύ; Μπορείς ν' αρχίσεις τη δική σου συλλογή».

Το βλέμμα του Ρον γύρισε αμέσως στους σοκολατένιους βατράχους που είχαν απομείνει.

«Πάρε όσους θέλεις», του είπε ο Χάρι. «Ξέρεις κάτι, όμως; Στον κόσμο των Μαγκλ οι άνθρωποι μένουν για πάντα στις φωτογραφίες τους...»

«Αλήθεια;» ρώτησε κατάπληκτος ο Ρον. «Δηλαδή δεν κουνιούνται καθόλου; Απίστευτο!»

Το βλέμμα του Χάρι έπεσε πάλι στη φωτογραφία που κρατούσε ακόμη στο χέρι του και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, όταν είδε τη μορφή του Ντάμπλντορ να ξαναγυρίζει επάνω στο χαρτί και να του χαρίζει ένα μικρό χαμόγελο. Ο Ρον απέναντί του ενδιαφερόταν περισσότερο να τρώει τους βατράχους, παρά να κοιτάζει τις φωτογραφίες των διάσημων μάγων και μαγισσών, αλλά ο Χάρι δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω τους. Σε λίγο, εκτός απ' τον Ντάμπλντορ, είχε και τις φωτογραφίες της Μοργκάνα, του Χένγκιστ, του Άλμπερικ, της Κίρκης, του Παράκελσου και του Μέρλιν. Τελευταία ήταν η φωτογραφία της Κλιόντνα, μάγισσας των Δρυΐδων, η οποία όμως εκείνη τη στιγμή έξυνε τη μύτη της. Έτσι ο Χάρι προτίμησε να μην την κοιτάξει. Στη συνέχεια ο Χάρι πήρε στα χέρια του ένα κουτί που έγραφε απ' έξω Φασολάκια του Μπέρτι, όλες οι γεύσεις κι άρχισε να το ανοίγει.

«Καλύτερα να είσαι προσεκτικός μ' αυτά», τον συμβούλεψε ο Ρον. «Όταν γράφει "όλες οι γεύσεις" αληθινά εννοεί όλες τις γεύσεις. Έχει τις συνηθισμένες —σοκολάτα, βανίλια, μέντα και λοιπά — αλλά έχει και τις ασυνήθιστες, όπως σπανάκι, συκώτι και ψαρόσουπα. Ο αδελφός μου, ο Τζορτζ, έφαγε κάποτε ένα φασολάκι που είχε γεύση στάχτης!»

Ο Χάρι πήρε απ' το κουτί ένα καταπράσινο φασόλι, το δάγκωσε κι έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.

«Μπλιαχ! Βραστό λάχανο!»

Τα δυο παιδιά διασκέδασαν πολύ τρώγοντας τα φασόλια με τις διαφορετικές γεύσεις. Ο Χάρι δοκίμασε φράουλα, ψητό ψωμί, καφέ και σαρδέλα κι είχε το κουράγιο να δοκιμάσει ένα σκούρο γκρίζο φασόλι, το οποίο ο Ρον δεν τολμούσε ούτε ν' αγγίξει και το οποίο αποδείχθηκε πως είχε τη γεύση πιπεριού.

Έξω απ' το παράθυρο του τρένου, το τοπίο που διέσχιζαν γινόταν όλο και πιο άγριο. Τα καταπράσινα λιβάδια και τα κοπάδια από αγελάδες είχαν τώρα δώσει τη θέση τους σε πυκνά δάση, άγριους ποταμούς και βραχώδεις λόφους.

Κάποια στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Μετά η πόρτα άνοιξε κι ο Χάρι είδε πάλι το στρογγυλοπρόσωπο αγόρι το οποίο είχε προσπεράσει στην πλατφόρμα 9 και 3/4. Έδειχνε πάλι έτοιμο να κλάψει.

«Συγγνώμη», είπε με φωνή που έτρεμε. «Μήπως είδατε ένα βάτραχο;»

Όταν κι οι δυο κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια τους, ο μικρός άρχισε να κλαίει.

«Τον έχασα πάλι!» είπε μέσα απ' τους λυγμούς του. «Όλο μου φεύγει!»

«Θα ξαναγυρίσει», τον παρηγόρησε ο Χάρι.

«Μπορεί», παραδέχθηκε ο μικρός. «Αν τύχει και τον δείτε όμως...»

Άφησε μισοτελειωμένη τη φράση του κι έφυγε.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνει έτσι», παρατήρησε ο Ρον. «Αν είχα φέρει βάτραχο μαζί μου, θα φρόντιζα να τον χάσω το γρηγορότερο, για να τον ξεφορτωθώ. Βέβαια ο Σκάμπερς δεν είναι και ο καλύτερος...»

Και με μια περιφρονητική κίνηση, έδειξε το μεγάλο αρουραίο που κοιμόταν ακόμη στα γόνατά του.

«Και να 'χε ψοφήσει, δε θα βλέπαμε καμιά διαφορά!» συνέχισε με περιφρόνηση. «Χτες προσπάθησα να τον κάνω κίτρινο, αλλά τα μάγια δεν έπιασαν. Ξέρεις τι έκανα; Θα σου δείξω...»

Αφού έψαξε για λίγο μέσα στην παλιά βαλίτσα του, ο Ρον έβγαλε ένα πολύ ταλαιπωρημένο μαγικό ραβδί, γρατσουνισμένο σε πολλές μεριές και με κάτι άσπρο να γυαλίζει στη μια του άκρη.

«Οι τρίχες του μονόκερου που έχει από μέσα άρχισαν να φαίνονται», παρατήρησε ντροπιασμένος. «Τέλος πάντων...»

Μιλώντας, σήκωσε ψηλά το ραβδί, αλλά την ίδια στιγμή η πόρτα άνοιξε πάλι. Το αγόρι που είχε χάσει το βάτραχό του φάνηκε πάλι στο άνοιγμα, αυτή τη φορά μ' ένα συνομήλικο κορίτσι στο πλευρό του. Το κορίτσι φορούσε κιόλας τη στολή του σχολείου.

«Είδε κανείς ένα βάτραχο;» ρώτησε το κορίτσι. «Ο Νέβιλ έχασε το δικό του». Η φωνή της ήταν δυνατή κι επιτακτική. Είχε πυκνά καστανά μαλλιά και τα μπροστινά της δόντια ήταν μεγάλα.

«Του είπαμε κιόλας ότι δεν τον είδαμε», αποκρίθηκε ο Ρον.

Η κοπέλα, όμως, κοιτούσε τώρα το σηκωμένο ραβδί του.

«Α, κάνεις μάγια», είπε. «Για να δούμε, λοιπόν...» Και κάθισε σ' ένα άδειο κάθισμα.

Ο Ρον έδειξε σαστισμένος. Κατόπιν ξερόβηξε και είπε:

«Εντάξει. Αρχίζω λοιπόν. Ηλιαχτίδες, μαργαρίτες, ξανθές σταφίδες, κάντε κίτρινο αυτόν το χαζό αρουραίο!»

Ταυτόχρονα κουνούσε το μαγικό ραβδί του, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ο Σκάμπερς συνέχισε να είναι γκρίζος και να κοιμάται βαθιά.

«Είσαι σίγουρος πως έκανες σωστά τα μάγια;» ρώτησε το κορίτσι. «Εγώ έχω δοκιμάσει μερικά απλά μάγια, έτσι για εξάσκηση, κι όλα πέτυχαν. Και να σκεφθείς πως κανείς στην οικογένειά μου δεν έχει μαγικές ικανότητες! Ξαφνιάστηκα πολύ όταν ήρθε το γράμμα. Εγώ βέβαια πολύ χάρηκα, γιατί είναι το καλύτερο σχολείο για μάγους στον κόσμο... Έχω κιόλας μάθει τα περισσότερα βιβλία μας απέξω... Είμαι σίγουρη πως έτσι θα κερδίσω πολύ χρόνο. Αλήθεια, εγώ είμαι η Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Εσείς ποιοι είσαστε;»

Ο Χάρι κοίταξε μ' απορία τον Ρον κι ανακουφίστηκε, όταν κατάλαβε, απ' τη σαστισμένη έκφραση στο πρόσωπο του Ρον, πως κι εκείνος δεν είχε μάθει απέξω κανένα βιβλίο.

«Με λένε Ρον Ουέσλι», μουρμούρισε ο Ρον.

«Κι εμένα Χάρι Πότερ...»

«Αλήθεια;» είπε η Ερμιόνη. «Τα ξέρω όλα για σένα, φυσικά... Έχω πάρει μερικά γενικά βιβλία για τη μαγεία και σε αναφέρουν στη Σύγχρονη ιστορία της μαγείας, στην Άνοδο και την πτώση των μαγικών τεχνών και στα Μεγάλα μαγικά γεγονότα του 20ού αιώνα».

«Αλήθεια;» ρώτησε ο Χάρι, νιώθοντας λίγο ζαλισμένος.

«Και βέβαια! Μα δεν το ήξερες;» ρώτησε μ' απορία η Ερμιόνη. «Αν εγώ ήμουν στη θέση σου, θα είχα ψάξει σ' όλα τα βιβλία, για να μάθω τι λένε για μένα. Ξέρει κανείς από τους δυο σας σε ποιον κοιτώνα θα πάει; Έχω ρωτήσει από εδώ κι από κει κι ελπίζω να με βάλουν στο Γκρίφιντορ. Είναι ο καλύτερος, απ' ό,τι άκουσα... Άκουσα πως και ο ίδιος ο Ντάμπλντορ ήταν κάποτε στο Γκρίφιντορ, αλλά φαντάζομαι πως και στο Ράβενκλοου δε θα είναι κι άσχημα... Τέλος πάντων, εμείς πρέπει να συνεχίσουμε το ψάξιμο για το βάτραχο του Νέβιλ. Όσο για σας, καλύτερα ν' αλλάξετε ρούχα, γιατί δε θ' αργήσουμε να φτάσουμε».

Κι έφυγε βιαστικά, τραβώντας το βουρκωμένο Νέβιλ πίσω της.

«Σ' όποιον κοιτώνα και να με βάλουν, ελπίζω να βάλουν εκείνη σε άλλον», είπε ο Ρον, τοποθετώντας πάλι το μαγικό ραβδί στη βαλίτσα του. «Όσο γι' αυτό το ξόρκι που δεν έπιασε... Ο Τζορτζ μου το είπε. Ασφαλώς θα ήξερε πως δεν άξιζε τίποτα!»

«Σε ποιον κοιτώνα είναι τ' αδέλφια σου;» ρώτησε ο Χάρι.

«Στο Γκρίφιντορ», αποκρίθηκε ο Ρον και ξανάγινε σκυθρωπός. «Ο μπαμπάς κι η μαμά μου ήταν κι αυτοί εκεί, όταν φοιτούσαν στο "Χόγκουαρτς", και δεν ξέρω πώς θα τους φανεί, αν βάλουν εμένα αλλού... Νομίζω πως στο Ράβενκλοου δε θα είναι κι άσχημα, αλλά φαντάσου να με βάλουν στο Σλίθεριν...»

«Αυτός ήταν ο κοιτώνας του Βολ... θέλω να πω, του Ξέρεις-Ποιου...»

«Ναι», αποκρίθηκε ο Ρον και το πρόσωπό του έγινε ακόμη πιο σκυθρωπό.

Ο Χάρι αναρωτιόταν τώρα τι κάνει ένας μάγος όταν τελειώσει τις σπουδές του.

«Και τι κάνουν τα δυο μεγάλα αδέλφια σου, αφότου έφυγαν απ' το "Χόγκουαρτς";» ρώτησε τον Ρον.

«Ο Τσάρλι είναι στη Ρουμανία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές για τους δράκους. Κι ο Μπιλ είναι στην Αμερική Δουλεύει στο υποκατάστημα που έχει εκεί η τράπεζα "Γκρίνγκοτς"!... Αλήθεια, διάβασες τι έγινε στο "Γκρίνγκοτς"; Ασφαλώς όχι, γιατί δε θα έρχεται η εφημερίδα μας, ο Ημερήσιος Προφήτης, σε σπίτια των Μαγκλ... Κάποιος, λοιπόν, προσπάθησε να ληστέψει ένα από τα χρηματοκιβώτια υψίστης ασφαλείας...»

«Αλήθεια; Και τι έγινε;»

«Τίποτα! Θέλω να πω, κανείς δεν έπιασε το ληστή, ή τους ληστές, και γι' αυτό η είδηση είναι τόσο μεγάλη. Ο μπαμπάς μου λέει πως θα πρέπει να ήταν κάποιος πολύ δυνατός σκοτεινός μάγος, για να μπορέσει να ξεγελάσει το σύστημα ασφαλείας του "Γκρίνγκοτς". Απ' την τράπεζα, όμως, δήλωσαν πως δεν κλάπηκε τίποτα... Πάντως όλοι φοβούνται όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μην τυχόν κι ο Ξέρεις-Ποιος κρύβεται πίσω απ' την απόπειρα...»

Ο Χάρι έμεινε σιωπηλός. Είχε αρχίσει να νιώθει ένα τσίμπημα φόβου στην καρδιά κάθε φορά που άκουγε για τον Ξέρεις-Ποιον. Ασφαλώς αυτό θα οφειλόταν στο ότι, τώρα, ήταν κι αυτός μέρος του κόσμου της μαγείας... ενώ τα πράγματα ήταν πιο εύκολα γι' αυτόν όταν μπορούσε να λέει «Βόλντεμορτ» και να μην ανησυχεί για τίποτα.

«Ποια ομάδα κουίντιτς υποστηρίζεις;» τον ρώτησε ξαφνικά ο Ρον.

«Μα... δεν ξέρω καμιά», ομολόγησε ο Χάρι.

«Αλήθεια; Α, περίμενε λίγο και θα δεις πόσο θα σου αρέσει.. . Είναι το καλύτερο παιχνίδι στον κόσμο...»

Κι άρχισε αμέσως να εξηγεί για τις τέσσερις μπάλες και τις θέσεις που έχουν οι εφτά παίκτες, περιγράφοντας διάσημα παιχνίδια που είχε δει με τα αδέλφια του, καθώς και το είδος του σκουπόξυλου που θα 'θελε ν' αγοράσει, αν είχε τα χρήματα. Κάποια στιγμή, όμως, η πόρτα του βαγονιού άνοιξε πάλι κι αυτή τη φορά δεν ήταν το αγόρι που είχε χάσει το βάτραχό του, ούτε η Ερμιόνη Γκρέιντζερ.

Τρία αγόρια μπήκαν μέσα κι ο Χάρι αναγνώρισε αμέσως το ένα από αυτά. Ήταν το υπεροπτικό, χλομό αγόρι που είχε συναντήσει στο κατάστημα της κυρίας Μάλκιν, όταν αγόραζε τα ρούχα του. Ο νεαρός κοιτούσε τώρα τον Χάρι με πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πριν.

«Είναι αλήθεια;» ρώτησε απότομα. «Σ' όλο το τρένο λένε πως ο Χάρι Πότερ είναι σ' αυτό το βαγόνι. Ώστε, λοιπόν, εσύ είσαι;»

«Ναι», αποκρίθηκε ο Χάρι, κοιτάζοντας εξεταστικά τα άλλα δυο αγόρια. Ήταν και τα δυο μεγαλόσωμα κι έδειχναν γεμάτα κακία. Έτσι όπως στέκονταν δεξιά κι αριστερά απ' το χλομό αγόρι, έμοιαζαν σαν σωματοφύλακές του.

«Α, αυτοί οι δύο είναι ο Κράμπε και ο Γκόιλ», είπε το χλομό αγόρι, όταν πρόσεξε ότι ο Χάρι τους κοιτούσε. «Και το δικό μου όνομα είναι Μαλφόι. Ντράκο Μαλφόι...»

Ο Ρον ξερόβηξε σιγανά, σαν να προσπαθούσε να κρύψει ένα ξαφνικό, κοροϊδευτικό γέλιο. Ο Ντράκο Μαλφόι τον κοίταξε απειλητικά.

«Τ' όνομά μου σου φαίνεται αστείο;» ρώτησε. «Όσο για σένα, δε χρειάζεται να ρωτήσω ποιος είσαι. Ο πατέρας μου μου είπε πως οι Ουέσλι έχουν κόκκινα μαλλιά, φακίδες και πιο πολλά παιδιά απ' όσα μπορούν να θρέψουν...» Κατόπιν γύρισε πάλι το βλέμμα του στον Χάρι. «Πότερ, γρήγορα θα μάθεις πως μερικές οικογένειες μάγων είναι πολύ καλύτερες από άλλες», του είπε. «Δεν είναι καλό, λοιπόν, να πιάνεις φιλίες μ' όποιον κι όποιον. Εγώ μπορώ να σε βοηθήσω να...»

Κι άπλωσε το χέρι του, αλλά ο Χάρι δεν το έσφιξε.

«Νομίζω πως μπορώ μόνος μου να ξεχωρίσω τους κακούς», του είπε ψυχρά.

Ο Ντράκο Μαλφόι δεν κοκκίνισε, αλλά ένα ελαφρό ροζ χρώμα έβαψε τα χλομά μάγουλά του.

«Εγώ, στη θέση σου, θα ήμουν πιο προσεκτικός, Πότερ», αποκρίθηκε αργά. «Γιατί, αν δε γίνεις πιο ευγενικός, μπορεί να 'χεις κι εσύ την ίδια τύχη με τους γονείς σου. Κι εκείνοι δεν ήξεραν ποιο ήταν το συμφέρον τους... Αν πιάσεις φιλίες με σκουπίδια σαν τους Ουέσλι κι εκείνον τον Χάγκριντ, θα γίνεις κι εσύ όμοιος τους...»

Ο Χάρι κι ο Ρον πετάχτηκαν αμέσως όρθιοι. Το πρόσωπο του Ρον ήταν τώρα τόσο κόκκινο όσο και τα μαλλιά του.

«Για ξαναπές το αυτό!» φώναξε.

«Θέλεις, δηλαδή, να τα βάλεις μαζί μας;» ρώτησε κοροϊδευτικά ο Μαλφόι.

«Εκτός αν κι οι τρεις σας φύγετε αμέσως!» αποκρίθηκε ο Χάρι, προσπαθώντας να δείξει πιο θαρραλέος απ' όσο ένιωθε, γιατί ο Κράμπε και ο Γκόιλ ήσαν πολύ πιο μεγαλόσωμοι απ' αυτόν και τον Ρον.

«Εμείς όμως δεν έχουμε καμιά διάθεση να φύγουμε, έτσι παιδιά; Άσε που τελειώσαμε όλα τα φαγητά μας κι εσείς έχετε πολλά ακόμη...»

Μιλώντας, ο Γκόιλ άπλωσε το χέρι του στους σοκολατένιους βατράχους. Ο Ρον όρμησε προς το μέρος του, προτού όμως προλάβει να τον αγγίξει, ο Γκόιλ έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

Ο αρουραίος Σκάμπερς κρεμόταν τώρα από ένα δάχτυλό του, με τα κοφτερά δόντια του βαθιά χωμένα στο δέρμα του Γκόιλ. Ο Κράμπε κι ο Μαλφόι έκαναν τρομαγμένοι πίσω κι ο Γκόιλ άρχισε να στριφογυρίζει γρήγορα το χέρι του, ώσπου ο αρουραίος ξεκόλλησε απ' αυτό κι έπεσε κάτω. Οι τρεις τους γύρισαν αμέσως την πλάτη τους κι έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ίσως να νόμιζαν πως υπήρχαν κι άλλοι αρουραίοι κρυμμένοι μέσα στα γλυκίσματα, ή να είχαν ακούσει τα βήματα που πλησίαζαν, γιατί λίγες στιγμές αργότερα η Ερμιόνη Γκρέιντζερ μπήκε στο βαγόνι.

«Μα τι έγινε εδώ;» ρώτησε βλέποντας τα γλυκά πεσμένα στο πάτωμα και τον Ρον να σηκώνει τον Σκάμπερς απ' την ουρά του.

«Φοβάμαι πως λιποθύμησε», είπε κατόπιν ανήσυχος στον Χάρι. «Α, όχι... βλέπω πως αναπνέει κανονικά... Τότε πρέπει να ξανακοιμήθηκε...»

Κι αυτό ακριβώς είχε κάνει ο Σκάμπερς.

«Έχεις ξανασυναντήσει τον Μαλφόι;» ρώτησε κατόπιν τον Χάρι ο Ρον.

Εκείνος του διηγήθηκε για τη συνάντησή τους στο μαγαζί ρούχων στη Διαγώνιο Αλέα.

«Έχω ακούσει για την οικογένειά του», είπε ο Ρον. «Ήταν απ' τους πρώτους που ξαναγύρισαν με το μέρος μας, αφού εξαφανίστηκε ο Ξέρεις-Ποιος. Κι είπαν πως τους είχε κάνει μάγια, γι' αυτό τον ακολούθησαν... Ο μπαμπάς μου όμως δεν το πιστεύει. Λέει πως ο πατέρας του Μαλφόι δε χρειαζόταν δικαιολογία για να πάει με τη Δύναμη του Σκοταδιού...» Κατόπιν, γυρίζοντας προς την Ερμιόνη, ρώτησε με υπερβολική ευγένεια: «Μήπως μπορούμε να σε βοηθήσουμε σε κάτι;»

«Ήρθα να σας πω να βιαστείτε και να φορέσετε τους μανδύες σας, γιατί μόλις πήγα ως την ατμομηχανή, ρώτησα τον οδηγό και μου είπε πως όπου να 'ναι φτάνουμε», απάντησε εκείνη. «Δε φαντάζομαι να μπλεχτήκατε σε κανένα καβγά... γιατί τότε θα έχετε φασαρίες προτού καν φτάσουμε στο σχολείο...»

«Ο Σκάμπερς μπλέχτηκε σε καβγά, όχι εμείς», αποκρίθηκε ο Ρον ρίχνοντάς της μια ενοχλημένη ματιά. «Θα σε πείραζε τώρα να φύγεις, για να μπορέσουμε ν' αλλάξουμε;»

«Πολύ καλά!» είπε πειραγμένη η Ερμιόνη. «Εγώ ήρθα να σας ειδοποιήσω για το καλό σας... Και... το ξέρεις πώς έχεις μια μουντζούρα στη μύτη σου;»

Και λέγοντας αυτά, του γύρισε την πλάτη κι έφυγε, χωρίς να δει το άγριο βλέμμα που της έριξε ο Ρον. Ο Χάρι κοίταξε απ' το παράθυρο. Έξω είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μπορούσε ακόμη να ξεχωρίζει βουνά και δάση, κάτω από έναν ουρανό που άρχιζε να γίνεται μπλε. Το τρένο πράγματι είχε αρχίσει να κόβει ταχύτητα.

Ο Χάρι κι ο Ρον έβγαλαν τα μπουφάν και φόρεσαν τις μακριές μαύρες ρόμπες τους. Η ρόμπα του Ρον ήταν λίγο κοντή κι από κάτω φαίνονταν τα αθλητικά του παπούτσια.

Έξω στο διάδρομο ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή: «Φτάνουμε στο "Χόγκουαρτς" σε πέντε λεπτά. Παρακαλούμε να αφήσετε τις αποσκευές σας στο τρένο και θα τις παραλάβετε αργότερα στο σχολείο».

Το στομάχι του Χάρι άρχισε να σφίγγεται από ξαφνική ανησυχία, ενώ είδε πως κι ο Ρον είχε τώρα γίνει κατάχλομος. Τα δυο αγόρια γέμισαν τις τσέπες τους μ' όσα γλυκά είχαν απομείνει και βγήκαν στο διάδρομο.

Το τρένο έκοψε κι άλλο ταχύτητα και σε λίγο σταμάτησε. Όλοι όρμησαν στις ανοιχτές πόρτες και βγήκαν σε μια μικρή και σκοτεινή πλατφόρμα.

Ο Χάρι ανατρίχιασε, όταν τον χτύπησε ο παγωμένος αέρας της νύχτας. Από μακριά μια αναμμένη λάμπα φάνηκε να έρχεται προς το μέρος τους κι ο Χάρι άκουσε μια γνώριμη φωνή να λέει: «Οι πρωτοετείς από δω! Από δω οι πρωτοετείς! Όλα εντάξει, Χάρι;»

Το μεγάλο κι αναμαλλιασμένο κεφάλι του Χάγκριντ φάνηκε πάνω απ' τη λάμπα. Το τριχωτό πρόσωπό του φωτιζόταν από ένα πλατύ χαμόγελο.

«Εμπρός, ελάτε μαζί μου!» φώναξε. «Όλοι οι πρωτοετείς μαζί μου! Προσέξτε μη σκοντάψετε...»

Γλιστρώντας και πέφτοντας ο ένας επάνω στον άλλο, μια ομάδα από παιδιά ακολούθησε τον Χάγκριντ σε κάτι που έμοιαζε με στενό και κατηφορικό μονοπάτι. Δεξιά κι αριστερά τους το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό, που ο Χάρι σκέφτηκε πως πρέπει να περνούσαν μέσα από δέντρα. Κανείς δε μιλούσε. Ο Νέβιλ, το αγόρι που όλο έχανε το βάτραχό του, ρούφηξε τη μύτη του μερικές φορές.

«Ένα λεπτό ακόμη και θα δείτε το "Χόγκουαρτς"!» τους φώναξε ο Χάγκριντ, γυρίζοντας το κεφάλι του προς τα πίσω. «Να, εδώ, μετά απ' αυτή τη στροφή...»

Λίγες στιγμές αργότερα ένα δυνατό «Ααααα!» βγήκε από τα στόματα όλων.

Το στενό μονοπάτι είχε τελειώσει ξαφνικά στην όχθη μιας μεγάλης λίμνης, που τα νερά της έλαμπαν κατάμαυρα. Απέναντι ήταν ένα ψηλό βουνό και στην κορυφή του, λάμποντας με όλα του τα παράθυρα φωτισμένα, υψωνόταν ένα τεράστιο κάστρο, με πολλούς πύργους και ψηλές καμινάδες.

«Όχι περισσότεροι από τέσσερις σε κάθε βάρκα!» φώναξε ο Χάγκριντ, δείχνοντάς τους έναν αληθινό στόλο από μικρές βάρκες που γλιστρούσαν στα ήρεμα νερά της λίμνης.

Όταν οι βάρκες έφτασαν στην όχθη, τα παιδιά άρχισαν να μπαίνουν μέσα. Κανένα δε μίλησε στη διάρκεια της σύντομης διαδρομής, καθώς το τεράστιο κάστρο ερχόταν όλο και πιο κοντά τους, δείχνοντας τώρα ακόμη μεγαλύτερο.

«Κάτω τα κεφάλια!» φώναξε ο Χάγκριντ, καθώς οι βάρκες πλησίαζαν στους πρόποδες του λόφου όπου ήταν χτισμένο το κάστρο. Όλα τα παιδιά χαμήλωσαν τα κεφάλια τους κι οι βάρκες πέρασαν κάτω από μια κουρτίνα πυκνού κισσού, που έκρυβε ένα φαρδύ άνοιγμα στην πλαγιά του λόφου. Βρίσκονταν τώρα σ' ένα φαρδύ και σκοτεινό τούνελ, που φαινόταν να οδηγεί ακριβώς κάτω απ' το κάστρο. Οι βάρκες σταμάτησαν στην προκυμαία ενός υπόγειου, μικρού λιμανιού και τα παιδιά βγήκαν επάνω σε βότσαλα και μικρές πέτρες.

«Ε, εσύ εκεί πέρα!» φώναξε ο Χάγκριντ, που έψαχνε τις βάρκες για να βεβαιωθεί πως ήταν όλες άδειες. «Δικός σου είναι αυτός ο βάτραχος;»

«Τρέβορ!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Νέβιλ κι άπλωσε με λαχτάρα τα χέρια του.

Σε λίγο, ακολουθώντας τον Χάγκριντ και τη λάμπα του, τα παιδιά άρχισαν να προχωρούν σ' έναν ανηφορικό διάδρομο, που τους έβγαλε στο βρεγμένο γρασίδι μιας πρασιάς, ακριβώς μπροστά από το κάστρο. Ανέβηκαν κατόπιν μερικά φαρδιά και μαρμάρινα σκαλοπάτια και στριμώχτηκαν όλα μπροστά στην τεράστια και σκαλιστή ξύλινη πόρτα.

«Είσαστε όλοι εδώ;» φώναξε ο Χάγκριντ. «Κι εσύ, μικρέ, έχεις ακόμη το βάτραχό σου;»

Μετά ο Χάγκριντ σήκωσε τη σφιγμένη γροθιά του και χτύπησε τρεις φορές την πόρτα.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE