5. Η Διαγώνιος Αλέα (2)
«Ο σταλαγμίτης έχει ένα "μ"», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ, που έδειχνε πολύ χλομός. «Μη μου κάνεις όμως ερωτήσεις τώρα, γιατί ζαλίζομαι».
Όταν, τέλος, το βαγόνι σταμάτησε μπροστά σε μια μικρή, κλειστή πόρτα, ο κατάχλομος Χάγκριντ βγήκε παραπατώντας κι ακούμπησε στον τοίχο για να συνέλθει.
Ο καλλικάντζαρος ξεκλείδωσε την πόρτα. Με το που την άνοιξε, ένας πυκνός πράσινος καπνός βγήκε από μέσα. Όταν ο καπνός άρχισε να διαλύεται, ο Χάρι άφησε να του ξεφύγει ένα επιφώνημα έκπληξης. Γιατί εκεί μέσα βρίσκονταν σωροί από χρυσά, ασημένια και χάλκινα νομίσματα!
«Όλα δικά σου», του είπε χαμογελώντας ο Χάγκριντ.
Αυτό που συνέβαινε, ήταν απίστευτο. Ο Χάρι ήταν σίγουρος πως οι Ντάρσλι δεν είχαν ιδέα γι' αυτόν το θησαυρό, διαφορετικά θα είχαν βρει κάποιο τρόπο για να του τον κλέψουν. Πόσες φορές δεν είχαν παραπονεθεί για το πόσα πολλά τους κόστιζε η διατροφή του! Κι όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε ένας μικρός θησαυρός που του ανήκε, θαμμένος κάτω από το Λονδίνο...
Ο Χάγκριντ βοήθησε τον Χάρι να βάλει αρκετά απ' τα νομίσματα σε μια τσάντα.
«Τα χρυσά νομίσματα είναι γαλέρες» του εξήγησε. «Τα ασημένια τα λένε δρεπάνια. Μια γαλέρα έχει δεκαεφτά δρεπάνια και κάθε δρεπάνι είκοσι εννέα μαστίγια. Έτσι λέγονται τα μικρά χάλκινα νομίσματα. Μην ανησυχείς, γρήγορα θα μάθεις να τα ξεχωρίζεις... Ωραία, λοιπόν, αυτά φτάνουν για τον πρώτο χρόνο. Τα υπόλοιπα θα μείνουν εδώ, ασφαλή...» Κατόπιν γύρισε στον καλλικάντζαρο. «Χρηματοκιβώτιο εφτακόσια δεκατρία», του είπε. «Και... μήπως μπορούμε να πηγαίνουμε πιο αργά;»
«Υπάρχει μόνο μία ταχύτητα», αποκρίθηκε εκείνος.
Το βαγόνι άρχισε πάλι να κατηφορίζει, πηγαίνοντας όλο και πιο γρήγορα. Ο αέρας γινόταν όλο και πιο παγωμένος. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να περνούν δίπλα από μια βαθιά χαράδρα. Ο Χάρι έσκυψε έξω απ' το βαγόνι για να δει καλύτερα, αλλά ο Χάγκριντ τον άρπαξε απ' το γιακά και τον τράβηξε πάλι μέσα.
Όταν έφτασαν μπροστά στο χρηματοκιβώτιο, είδαν πως το χρηματοκιβώτιο εφτακόσια δεκατρία δεν είχε κλειδαρότρυπα.
«Κάντε πίσω!» τους διέταξε ο καλλικάντζαρος.
Κατόπιν άγγιξε την πόρτα μ' ένα από τα μακριά δάχτυλά του κι η πόρτα εξαφανίστηκε.
Ο Χάρι ήταν σίγουρος πως κάτι το πολύτιμο θα πρέπει να βρισκόταν σ' αυτό το χρηματοκιβώτιο. Γεμάτος περιέργεια, έσκυψε και κοίταξε μέσα, αλλά το μόνο που είδε, ήταν ένα μικρό πακέτο, τυλιγμένο σ' ένα βρόμικο κομμάτι πανί. Σιωπηλός, ο Χάγκριντ πήρε το δέμα, το έκρυψε κάτω απ' το παλτό του και γύρισε στο βαγόνι. Ο Χάρι ήθελε πολύ να μάθει τι περιείχε το δέμα, αλλά καταλάβαινε πως ήταν άσκοπο να ρωτήσει.
«Εμπρός, πάμε», είπε ο Χάγκριντ. «Και μη μου μιλήσεις όσο θ' ανεβαίνουμε, Χάρι. Είναι καλύτερα να κρατάω το στόμα μου κλειστό...»
Λίγο αργότερα στέκονταν κι οι δυο έξω από την τράπεζα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια τους εξαιτίας της δυνατής λιακάδας. Ο Χάρι δεν ήξερε σε ποιο μαγαζί να πρωτοπάει, τώρα που είχε στα χέρια του μια σακούλα χρυσά νομίσματα. Και δεν του χρειαζόταν να υπολογίσει πόσες γαλέρες αντιστοιχούν στη βρετανική λίρα, για να καταλάβει πως κρατούσε στα χέρια του περισσότερα χρήματα απ' όσα είχε ποτέ δει στη ζωή του- περισσότερα κι απ' όσα είχε ποτέ δει στη ζωή του ο ξάδερφός του, ο Ντάντλι!
«Ας αρχίσουμε καλύτερα απ' τη στολή σου», είπε ο Χάγκριντ, δείχνοντας με το κεφάλι του ένα μαγαζί με την επιγραφή «Κυρία Μάλκιν: Μανδύες και μπέρτες για όλες τις περιστάσεις». «Δε μου λες, Χάρι», συνέχισε κατόπιν, «θα σε πείραζε να πεταχτώ ως το "Ραγισμένο Τσουκάλι", για να πιω κάτι; Αυτά τα βαγόνια της τράπεζας πάντα με ζαλίζουν...» Έδειχνε ακόμη χλομός.
Έτσι ο Χάρι μπήκε μόνος του στο κατάστημα της κυρίας Μάλκιν, νιώθοντας αρκετά νευρικός.
Η κυρία Μάλκιν ήταν μια κοντόχοντρη μάγισσα, ντυμένη στα μοβ. «Για τη σχολή "Χόγκουαρτς", χρυσό μου;» τον ρώτησε, καθώς ο Χάρι προσπαθούσε να της εξηγήσει. «Θα βρεις εδώ όλα όσα σου χρειάζονται. Έχω κι άλλον ένα νεαρό που κάνει αυτή τη στιγμή τα ψώνια του...»
Στο βάθος του μαγαζιού, ένα αγόρι με μακρουλό και χλομό πρόσωπο στεκόταν επάνω σ' ένα χαμηλό σκαμνί, ενώ μια δεύτερη μάγισσα κόνταινε με καρφίτσες το μακρύ μαύρο μανδύα του. Η κυρία Μάλκιν έβαλε τον Χάρι να σταθεί επάνω σ' ένα άλλο σκαμνί, δίπλα στο άλλο παιδί, του φόρεσε ένα μανδύα κι άρχισε να γυρίζει το στρίφωμα στο κατάλληλο μήκος.
«Γεια σου», του είπε το αγόρι. «Κι εσύ για το "Χόγκουαρτς";»
«Ναι», αποκρίθηκε ο Χάρι, κάνοντας τη σκέψη πως δεν του άρεσε η ναζιάρικη και μαζί βαριεστημένη φωνή του αγοριού.
«Ο πατέρας μου είναι εδώ δίπλα κι αγοράζει τα βιβλία μου. Η μαμά είναι στην αρχή του δρόμου και κοιτάζει τα μαγικά ραβδιά», συνέχισε το αγόρι. «Όταν τελειώσω από δω, θα τους πάω με το ζόρι για να δούμε τα σκουπόξυλα ταχύτητας. Δεν καταλαβαίνω γιατί οι πρωτοετείς στο σχολείο μας δεν επιτρέπεται να έχουν το σκουπόξυλό τους. Εγώ θα βάλω τον πατέρα μου να μου το αγοράσει και θα το φέρω κρυφά μέσα στο σχολείο».
Ακούγοντάς τον, ο Χάρι θυμήθηκε τον Ντάντλι.
«Εσύ έχεις το δικό σου σκουπόξυλο;» τον ρώτησε κατόπιν το αγόρι.
«Όχι», αποκρίθηκε ο Χάρι.
«Παίζεις καθόλου κουίντιτς;»
«Όχι», αποκρίθηκε ο Χάρι, ενώ αναρωτιόταν τι διάολο να ήταν αυτό το κουίντιτς.
«Εγώ παίζω... Κι ο μπαμπάς μου λέει πως θα είναι μεγάλη αδικία, αν δε με διαλέξουν στην ομάδα, για ν' αντιπροσωπεύω τον κοιτώνα μου. Δίκιο έχει! Εσύ ξέρεις σε ποιον κοιτώνα θα είσαι;»
«Όχι», είπε πάλι ο Χάρι, νιώθοντας όλο και πιο ηλίθιος κάθε λεπτό που περνούσε.
«Βέβαια κανείς ποτέ δεν το ξέρει στα σίγουρα, ώσπου να φτάσει στο σχολείο», συνέχισε το αγόρι. «Εγώ, όμως, πιστεύω πως θα με βάλουν στο Σλίθεριν. Γιατί όλη μου η οικογένεια εκεί έχει πάει... Φαντάσου να είσαι στο Χάφλπαφλ. Αν μ' έβαζαν εκεί, θα προτιμούσα να φύγω! Εσύ;»
«Μμμ...» αποκρίθηκε ο Χάρι, ενώ ευχόταν να μπορούσε να πει κάτι πιο ενδιαφέρον.
«Ε, για δες αυτόν τον τύπο!» φώναξε ξαφνικά ο νεαρός, δείχνοντας έξω απ' το παράθυρο.
Ο Χάρι κοίταξε κι είδε τον Χάγκριντ. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο, χαμογελώντας πλατιά και δείχνοντας δυο μεγάλα παγωτά χωνάκι, για να του δώσει να καταλάβει πως δεν μπορούσε να μπει μέσα.
«Αυτός είναι ο Χάγκριντ», είπε ο Χάρι, ευχαριστημένος που ήξερε κάτι που το άλλο αγόρι δεν ήξερε. «Δουλεύει στο "Χόγκουαρτς"».
«Α, ναι. Ακουστά τον έχω... Κάτι σαν υπηρέτης, δεν είναι;»
«Είναι ο δασοφύλακας», τον διόρθωσε ο Χάρι, που τον έβρισκε όλο και πιο αντιπαθητικό όσο η ώρα περνούσε.
«Ε... το ίδιο είναι... Άκουσα πως είναι πρωτόγονος! Ζει σε μια καλύβα κάπου στο πάρκο του σχολείου και κάθε τόσο μεθάει και προσπαθεί να κάνει μαγικά, με αποτέλεσμα να βάζει φωτιά στο κρεβάτι του...»
«Εγώ νομίζω πως είναι πολύ έξυπνος», αποκρίθηκε ψυχρά ο Χάρι.
«Αλήθεια;» ρώτησε ειρωνικά το αγόρι. «Και γιατί είναι μαζί σου; Πού είναι οι δικοί σου γονείς;»
«Έχουν πεθάνει», αποκρίθηκε κοφτά ο Χάρι, που δεν ένιωθε την παραμικρή διάθεση να του δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
«Α, λυπάμαι», αποκρίθηκε ο άλλος, δείχνοντας όμως πως δεν τον ένοιαζε καθόλου. «Ήταν όμως απ' το σινάφι μας, έτσι;»
«Ήταν μάγοι, αν αυτό θέλεις να πεις...»
«Η δική μου γνώμη είναι πως δεν πρέπει να δέχονται τους άλλους στο σχολείο μας. Δε συμφωνείς; Γιατί δεν είναι σαν κι εμάς και δεν ξέρουν ούτε τους τρόπους, ούτε τις συνήθειές μας. Μερικοί δεν έχουν καν ακούσει για το "Χόγκουαρτς" προτού πάρουν το γράμμα! Είναι πολύ καλύτερα να μείνει το σχολείο μας μόνο για τα παιδιά απ' τις παλιές οικογένειες μάγων... Αλήθεια, ποιο είναι το επίθετό σου;»
Προτού όμως ο Χάρι προλάβει ν' απαντήσει, η κυρία Μάλκιν είπε: «Τελειώσαμε, χρυσό μου».
Ο Χάρι, ευχαριστημένος που του δόθηκε η ευκαιρία να κόψει την κουβέντα, κατέβηκε βιαστικά απ' το σκαμνί.
«Λοιπόν, θα τα ξαναπούμε στο "Χόγκουαρτς"», του είπε το αγόρι με βαριεστημένη φωνή.
Λίγο αργότερα, καθώς έτρωγε το παγωτό που του είχε αγοράσει ο Χάγκριντ (σοκολάτα και φιστίκι, με καβουρδισμένα αμύγδαλα), ο Χάρι ήταν σιωπηλός.
«Τι τρέχει;» τον ρώτησε ο γίγαντας.
«Τίποτα», αποκρίθηκε ο Χάρι, ξέροντας πως δεν έλεγε την αλήθεια.
Πήγαν μετά σ' ένα άλλο μαγαζί, για ν' αγοράσουν περγαμηνή και πένες με φτερό. Το κέφι του Χάρι έφτιαξε λίγο, όταν βρήκε ένα μελάνι που άλλαζε χρώμα καθώς έγραφες μ' αυτό. Όταν βγήκαν απ' το μαγαζί, ρώτησε τον Χάγκριντ: «Τι είναι το κουίντιτς;»
«Διάολε, Χάρι, όλο ξεχνάω πόσα λίγα ξέρεις για μας!» αποκρίθηκε ο Χάγκριντ. «Σκέψου να μην ξέρεις τι είναι το κουίντιτς!...»
«Μη με κάνεις κι εσύ να νιώθω χειρότερα!» τον διέκοψε ο Χάρι. Και μετά του είπε για το χλομό αγόρι στης κυρίας Μάλκιν και την κουβέντα μαζί του.
«...και μετά είπε πως παιδιά από οικογένειες Μαγκλ δεν πρέπει να γίνονται δεκτά στο "Χόγκουαρτς", γιατί...»
«Μα εσύ δεν είσαι από οικογένεια Μαγκλ!» φώναξε ο Χάγκριντ. «Αν αυτό το παλιόπαιδο ήξερε ποιος πραγματικά είσαι... Μεγάλωσε ακούγοντας συνέχεια τ' όνομά σου... Αν εκείνος είναι πραγματικά από παλιά οικογένεια μάγων... Είδες πώς σε ήξεραν οι πελάτες στο "Ραγισμένο Τσουκάλι"; Εξάλλου τι μπορεί να ξέρει απ' αυτά ο μικρός; Μερικοί απ' τους καλύτερους μάγους που γνώρισα, ήταν οι πρώτοι μ' αυτό το χάρισμα σ' ολόκληρη την οικογένειά τους! Παράδειγμα η μητέρα σου. Κι είδες τι αδελφή είχε!»
«Ναι, αλλά αυτό το κουίντιτς, τι είναι;» ρώτησε ξανά ο Χάρι.
«Είναι το εθνικό μας σπορ- το σπορ των μάγων. Κάτι σαν... σαν το ποδόσφαιρο, ή το μπάσκετ στον κόσμο των Μαγκλ... Όλοι παρακολουθούν το κουίντιτς. Παίζεται στον αέρα, οι παίκτες είναι πάνω σε σκουπόξυλα... κι υπάρχουν τέσσερις μπάλες...»
«Και τι είναι το Σλίθεριν και το Χάφλπαφλ;»
«Είναι κοιτώνες του σχολείου. Υπάρχουν τέσσερις... Κι όλοι λένε πως στο Χάφλπαφλ βάζουν όλους τους χαζούς, αλλά...»
«Στοιχηματίζω πως θα βάλουν κι εμένα στο Χάφλπαφλ», παρατήρησε απογοητευμένος ο Χάρι.
«Καλύτερα στο Χάφλπαφλ, παρά στο Σλίθεριν», είπε με σιγουριά ο Χάγκριντ. «Γιατί όλοι οι μάγοι που... που πήραν το στραβό δρόμο, ξεκίνησαν από εκεί τις σπουδές τους. Κι ο Ξέρεις-Ποιος εκεί ήταν...»
«Δηλαδή ο Βολ... θέλω να πω ο Ξέρεις-Ποιος, σπούδασε στο "Χόγκουαρτς";» ρώτησε ο Χάρι
«Ναι. Πριν από πάρα πολλά χρόνια».
Κατόπιν ο Χάγκριντ κι ο Χάρι πήγαν ν' αγοράσουν τα βιβλία του Χάρι σ' ένα μεγάλο μαγαζί με φαρδιά ράφια ως το ταβάνι, γεμάτα βιβλία: βιβλία τεράστια, δεμένα με δέρμα, βιβλία μικρά σαν γραμματόσημα, βιβλία γεμάτα περίεργα σύμβολα, ακόμη και βιβλία με λευκές σελίδες. Ως κι ο Ντάντλι, που δε διάβαζε ποτέ τίποτα, θα ξετρελαινόταν μ' αυτά τα βιβλία, σκέφθηκε ο Χάρι. Κι ο Χάγκριντ χρειάστηκε να τον τραβήξει απ' το μπράτσο, για να τον πάρει μακριά από βιβλία με τίτλους όπως Μάγια και Αντι-μάγια. Μαγέψτε τους φίλους και νικήστε τους εχθρούς σας με τις πιο καινούριες κατάρες: τριχόπτωση, τρεμάμενα πόδια, γλωσσοδέτης και πολλά, πολλά άλλα, του καθηγητή Βεντίκτους Βιρίντιαν.
«Θα το 'θελα πολύ αυτό το βιβλίο, για να κάνω μάγια στον Ντάντλι!» δικαιολογήθηκε ο Χάρι.
«Δε λέω πως είναι άσχημη ιδέα, αλλά δεν πρέπει να κάνεις μάγια στον κόσμο των Μαγκλ», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ. «Κι εξάλλου, δεν μπορείς ακόμη να κάνεις αυτά τα μάγια. Σου χρειάζεται πρώτα πολλή μελέτη».
Ο Χάγκριντ δεν άφησε τον Χάρι ν' αγοράσει ούτε ένα τσουκάλι από ατόφιο χρυσάφι. «Γράφει από χαλκό στον κατάλογο σου», του θύμισε. Αγόρασαν όμως μια ωραία ζυγαριά για φίλτρα κι ένα χάλκινο τηλεσκόπιο, το οποίο μπορούσε να γίνει τόσο μικρό, ώστε να χωρά στην τσέπη. Μετά πήγαν στο φαρμακείο, που ήταν τόσο γεμάτο από ενδιαφέροντα πράγματα, ώστε κανείς δεν πρόσεχε την απαίσια μυρωδιά: ένα μίγμα από χαλασμένα αβγά και σάπιο λάχανο. Βαρέλια με περίεργα πυκνά υγρά βρίσκονταν εδώ κι εκεί, ενώ γυάλινα βάζα με ξερά βότανα και σκόνες σε ζωηρά χρώματα ήταν στοιβαγμένα στα ράφια. Αρμαθιές από δόντια και κέρατα κρέμονταν απ' το ταβάνι.
Ενώ ο Χάγκριντ ζητούσε απ' τον υπάλληλο μικρές ποσότητες απ' όλα τα βασικά υλικά για φίλτρα, ο Χάρι κοίταζε με ενδιαφέρον τ' ασημένια κέρατα από μονόκερο (τιμή 21 γαλέρες) και τα μικροσκοπικά, γυαλιστερά μάτια κατσαρίδας (τιμή 5 μαστίγια το μικρό χωνάκι).
'Οταν βγήκαν απ' το φαρμακείο, ο Χάγκριντ συμβουλεύθηκε πάλι τον κατάλογο του Χάρι.
«Μόνο το μαγικό ραβδί μάς μένει ν' αγοράσουμε», είπε κατόπιν. «Και... α, ναι... δε σου πήρα ακόμη δώρο για τα γενέθλιά σου...»
Ο Χάρι ένιωσε το πρόσωπό του να κοκκινίζει.
«Δεν είναι ανάγκη να...»
«Το ξέρω αυτό», τον διέκοψε ο γίγαντας. «Θα σου κάνω, λοιπόν, δώρο το ζώο σου. Όχι βάτραχο, δεν είναι πια της μόδας... και θα σε κοροϊδεύουν τ' άλλα παιδιά. Ούτε γάτα, δε μ' αρέσουν οι γάτες, με κάνουν να φταρνίζομαι... Θα σου πάρω, λοιπόν, μια κουκουβάγια! Όλα τα παιδιά στο σχολείο κουκουβάγιες θέλουν, γιατί είναι και χρήσιμες: κουβαλούν την αλληλογραφία σου κι άλλα πολλά...»
Είκοσι λεπτά αργότερα, οι δυο τους βγήκαν απ' το κατάστημα που πουλούσε κουκουβάγιες (ένα κατάστημα σκοτεινό και γεμάτο θροΐσματα φτερών και μεγάλα, λαμπερά μάτια). Ο Χάρι κρατούσε με προσοχή ένα κλουβί, που μέσα του βρισκόταν μια μεγάλη κάτασπρη κουκουβάγια, κοιμισμένη και με το κεφάλι κάτω απ' το ένα φτερό της. Η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη, που δεν μπορούσε να σταματήσει να λέει «ευχαριστώ», τραυλίζοντας σαν τον καθηγητή Κούιρελ.
«Εντάξει, εντάξει!» τον έκοψε ο Χάγκριντ. «Δε φαντάζομαι να πήρες και τόσα πολλά δώρα απ' τους Ντάρσλι στη ζωή σου... Λοιπόν, τώρα θα πάμε στου Ολιβάντερ. Είναι το καλύτερο μαγαζί για μαγικά ραβδιά κι εσύ πρέπει να 'χεις το καλύτερο ραβδί!»
Ένα μαγικό ραβδί! Ο Χάρι δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Αυτό το τελευταίο μαγαζί όπου μπήκαν, ήταν μακρύ και στενό. Μια ξεβαμμένη επιγραφή πάνω απ' την πόρτα έγραφε: «Ολιβάντερ, οι καλύτεροι κατασκευαστές μαγικών ραβδιών από το 382 π.Χ.» Στη μικρή βιτρίνα, επάνω σ' ένα σκονισμένο βελούδινο μαξιλάρι, ήταν ακουμπισμένο ένα μαγικό ραβδί.
Όταν ο Χάγκριντ κι ο Χάρι πέρασαν το κατώφλι, ένα κουδούνι ακούστηκε κάπου στο βάθος. Το μαγαζί δεν είχε κανένα έπιπλο, εκτός από μια παλιά κι ετοιμόρροπη καρέκλα, όπου ο Χάγκριντ κάθισε για να περιμένει. Ο Χάρι ένιωθε σαν να είχε μπει σε μια πολύ αυστηρή βιβλιοθήκη. Κατάπιε με προσπάθεια ένα σωρό καινούριες ερωτήσεις που ήθελε να κάνει και κοίταξε με περιέργεια γύρω του τα μακρόστενα κουτιά, που ήταν στοιβαγμένα σχεδόν ως το ταβάνι. Ένιωθε μια παράξενη ανατριχίλα, σαν η ατμόσφαιρα γύρω του να ήταν γεμάτη από μια μυστική, μαγική δύναμη.
«Καλησπέρα σας», ακούστηκε ξαφνικά πίσω του μια απαλή φωνή. Ο Χάρι αναπήδησε. Ο Χάγκριντ πρέπει ν' αναπήδησε κι αυτός, γιατί ακούστηκε ο κρότος της καρέκλας που έπεφτε στο πάτωμα.
Ένας γέρος άντρας στεκόταν μπροστά του και τα μεγάλα, ανοιχτόχρωμα μάτια του έλαμπαν σαν φεγγάρια μέσα στο μισοσκόταδο του μαγαζιού.
«Καλησπέρα», είπε ντροπαλά ο Χάρι.
«Α, ναι... Ναι, ναι...» αποκρίθηκε ο γέρος. «Το περίμενα πως θα σ' έβλεπα σύντομα, Χάρι Πότερ. Έχεις τα μάτια της μητέρας σου. Μου φαίνεται μόλις σαν χθες που ήταν κι εκείνη εδώ, για ν' αγοράσει το πρώτο μαγικό ραβδί της. Είκοσι πέντε εκατοστά μακρύ ήταν, πολύ ευλύγιστο, φτιαγμένο από ξύλο λυγαριάς. Πολύ κατάλληλο για μάγια...»
Ο γέρος έκανε ένα βήμα προς τον Χάρι κι εκείνος σκέφτηκε αυθόρμητα πως αυτά τα τεράστια, φωτεινά μάτια, που τα βλέφαρά τους δεν ανοιγόκλειναν, ήταν λίγο τρομακτικά.
«Ο πατέρας σου, πάλι», συνέχισε ο γέρος, «προτιμούσε ραβδιά από μαόνι. Στα τριάντα εκατοστά μήκος... Κι αυτά ευλύγιστα βέβαια, αλλά με περισσότερη δύναμη και πολύ κατάλληλα για μεταμορφώσεις... Είπα πως ο πατέρας σου προτιμούσε τέτοια ραβδιά, αλλά... στην πραγματικότητα είναι το ραβδί που διαλέγει το μάγο...»
Ο γέρος ήταν τώρα τόσο κοντά στον Χάρι, που ο Χάρι μπορούσε να βλέπει τον εαυτό του να καθρεφτίζεται σ' αυτά τα φωτεινά μάτια. Κατόπιν ο Ολιβάντερ σήκωσε το χέρι του κι ακούμπησε ένα μακρύ και σκελετωμένο δάχτυλο στο σημάδι στο μέτωπό του.
«Με λύπη παραδέχομαι», είπε, «πως εγώ πούλησα το ραβδί που σου έκανε αυτό το σημάδι. Τριάντα τρία εκατοστά ήταν κι από ιτιά... Δυνατό ραβδί, πολύ δυνατό... και σ' επικίνδυνα χέρια! Αν ήξερα τι θα έκανε, θα...»
Προς μεγάλη ανακούφιση του Χάρι, ο γέρος άφησε τη φράση του στη μέση, καθώς πρόσεξε τον Χάγκριντ.
«Ρούμπεους!» φώναξε. «Ρούμπεους Χάγκριντ! Τι ευχάριστη έκπληξη! Βελανιδιά ήταν... σαράντα εκατοστά και λίγο στραβό... έτσι;»
«Ναι, έτσι», συμφώνησε ο Χάγκριντ.
«Καλό ραβδί, το θυμάμαι καλά. Θα το 'σπασαν όμως στα δύο όταν σε απέβαλαν απ' το σχολείο...» παρατήρησε ο Ολιβάντερ κι η έκφραση στο ζαρωμένο πρόσωπό του έγινε ξαφνικά αυστηρή.
«Ναι, έτσι έγινε», παραδέχθηκε ντροπιασμένος ο Χάγκριντ. «Έχω όμως φυλάξει τα κομμάτια...»
«Δε φαντάζομαι να τα χρησιμοποιείς;» ρώτησε αυστηρά ο γέρος.
«Όχι! Όχι, βέβαια!» αποκρίθηκε βιαστικά ο Χάγκριντ, αλλά ο Χάρι πρόσεξε πως είχε σταυρώσει τα δυο δάχτυλά του, όπως κάνουν όσοι ανησυχούν για το ψέμα που λένε.
«Χμμ...» είπε ο Ολιβάντερ ρίχνοντάς του μια διαπεραστική ματιά. «Λοιπόν, Πότερ, ας δούμε τώρα τι μπορώ να κάνω για σένα...» Τράβηξε μετά απ' την τσέπη του μια ασημένια μεζούρα και ρώτησε: «Με ποιο χέρι θα κρατάς το ραβδί σου;»
«Δεξιόχειρας είμαι...» αποκρίθηκε σαστισμένος ο Χάρι.
«Τότε τέντωσε το δεξιό σου χέρι...»
Ο Ολιβάντερ τον μέτρησε πρώτα απ' τον ώμο ως τα δάχτυλα, μετά απ' τον καρπό ως τον αγκώνα, κατόπιν απ' τον ώμο ως το πάτωμα και τέλος από τη μασχάλη ως το γόνατο. Καθώς μετρούσε, του έλεγε: «Κάθε μαγικό ραβδί απ' το εργαστήριό μας, Χάρι Πότερ, έχει μια μαγική βάση που είναι φτιαγμένη από τρίχες μονόκερου, φτερά ουράς από φοίνικα και κομματάκια καρδιάς δράκου. Δυο μαγικά ραβδιά απ' του Ολιβάντερ δεν είναι ποτέ εντελώς ίδια, όπως και δυο μονόκεροι, φοίνικες ή δράκοι δεν είναι ποτέ ίδιοι. Ακόμη, κάθε ραβδί μας είναι προσαρμοσμένο στο μάγο που θα το χρησιμοποιήσει, πράγμα που σημαίνει πως κανένας μάγος δεν έχει τόσο καλά αποτελέσματα με το μαγικό ραβδί κάποιου άλλου μάγου!»
Ο Χάρι πρόσεξε πως η ασημένια μεζούρα, η οποία τώρα μετρούσε γύρω απ' το κεφάλι του, το έκανε μόνη της, ενώ ο γερο-Ολιβάντερ κατέβαζε διάφορα κουτιά απ' τα ράφια του.
«Εντάξει, φτάνει!» είπε σε μια στιγμή κι αμέσως η ασημένια μεζούρα κουλουριάστηκε στο πάτωμα. «Λοιπόν, Χάρι Πότερ, για δοκίμασε αυτό. Από ξύλο καρυδιάς είναι. Είκοσι τρία εκατοστά και πολύ ευλύγιστο. Πάρ' το και κούνησε το μερικές φορές...»
Ο Χάρι πήρε με το δεξιό χέρι του το λεπτό ραβδί και, νιώθοντας λίγο ανόητος, το κούνησε μια-δυο φορές. Αμέσως ο Ολιβάντερ το άρπαξε απ' το χέρι του.
«Όχι αυτό», είπε. «Δοκίμασε ετούτο... από έβενο και είκοσι ένα εκατοστά...»
Ο Χάρι έπιασε το δεύτερο ραβδί, αλλά με την πρώτη κιόλας κίνηση, ο γέρος το άρπαξε πάλι απ' το χέρι του. Του έδωσε κατόπιν ένα άλλο ραβδί, μετά ένα άλλο κι ένα άλλο, αλλά τίποτα δε φαινόταν να τον ικανοποιεί.
«Δύσκολος πελάτης», είπε, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του. «Δεν πειράζει όμως, είμαι σίγουρος πως θα βρούμε το κατάλληλο... Για να δούμε τώρα... ίσως αυτό... γιατί όχι; Ασυνήθιστη πρώτη ύλη... από ξύλο ελάτου είναι... είκοσι οκτώ εκατοστά, αλλά πολύ ευλύγιστο...»
Ο Χάρι πήρε το ραβδί στο χέρι του. Αμέσως ένιωσε μια παράξενη ζέστη στα δάχτυλά του. Καθώς σήκωσε ψηλά το ραβδί και το κατέβασε με δύναμη, μια βροχή από πράσινες και κόκκινες σπίθες έφυγαν απ' την άκρη του και φώτισαν για μια στιγμή το μισοσκότεινο δωμάτιο. Ο Χάγκριντ άφησε να του ξεφύγει ένα επιφώνημα θαυμασμού κι ο Ολιβάντερ φώναξε χαρούμενος: «Μπράβο! Αυτό είναι! Τι περίεργο όμως, τι περίεργο...»
Κατόπιν πήρε το ραβδί απ' το χέρι του Χάρι, το έβαλε στο κουτί του κι άρχισε να το τυλίγει μουρμουρίζοντας: «Περίεργο όμως, πολύ περίεργο...»
«Συγγνώμη, αλλά τι είναι τόσο περίεργο;» τον ρώτησε ο Χάρι.
«Θυμάμαι κάθε μαγικό ραβδί που έχω πουλήσει και σε ποιον», αποκρίθηκε ο γέρος... «Κι είναι πολύ περίεργο που σου ταιριάζει αυτό εδώ το ραβδί, αφού το σχεδόν όμοιο του, ο δίδυμος αδελφός του, ας πούμε, είναι εκείνο που σου έκανε αυτό το σημάδι στο μέτωπο...»
Ο Χάρι ξεροκατάπιε.
«Το ραβδί διαλέγει το μάγο», συνέχισε ο Ολιβάντερ. «Να μην το ξεχνάς ποτέ αυτό, Χάρι Πότερ... Και νομίζω πως μπορούμε να περιμένουμε μεγάλα κατορθώματα από σένα... ναι, μεγάλα... Γιατί κι αυτός ο... ο Ξέρεις-Ποιος... έκανε μεγάλα πράγματα... Τρομερά βέβαια, αλλά μεγάλα...»
Ο Χάρι ένιωσε ένα δυνατό ρίγος να τον διαπερνά ολόκληρον και σκέφθηκε πως δεν ήταν καθόλου σίγουρος αν συμπαθούσε αυτόν τον κύριο Ολιβάντερ. Μετά πλήρωσε 7 γαλέρες για το ραβδί του κι ο παράξενος γέρος με τα φωτεινά μάτια τους συνόδεψε ως την πόρτα του μαγαζιού του.
Ο απογευματινός ήλιος έγερνε προς τη δύση του, όταν ο Χάρι κι ο Χάγκριντ πήραν το δρόμο για να ξαναγυρίσουν στην αρχή της Διαγωνίου Αλέας. Πέρασαν πάλι το μαγικό άνοιγμα στον τοίχο και διέσχισαν το μπαρ «Ραγισμένο Τσουκάλι», που τώρα ήταν άδειο από πελάτες. Ο Χάρι δε μιλούσε καθώς περπατούσαν. Δεν πρόσεχε πόσο παράξενα τους κοίταζαν οι περαστικοί κι οι άλλοι επιβάτες του μετρό, έτσι φορτωμένοι όπως ήταν με τα παράξενα πακέτα τους και το κλουβί με την κοιμισμένη ακόμη, κάτασπρη κουκουβάγια. Ξαναγύρισε στην πραγματικότητα μόνον όταν ο Χάγκριντ τον οδήγησε στην πλατφόρμα απ' όπου θα ξεκινούσε το τρένο που θα τον έφερνε πίσω στους Ντάρσλι. Κάτι πήγε να πει τότε, αλλά ο γίγαντας τον πρόλαβε.
«Έχουμε λίγο καιρό, Χάρι, για ένα χάμπουργκερ. Ασφαλώς θα 'χεις πεινάσει...»
Μέσα στο σνακ-μπαρ, μασουλώντας το νόστιμο χάμπουργκερ, ο Χάρι ένιωθε παράξενα. Και προσπάθησε να το εξηγήσει στον Χάγκριντ.
«Αυτά ήταν τα καλύτερα γενέθλια της ζωής μου», είπε, «αλλά... να... όλοι αυτοί οι τύποι που συναντήσαμε σήμερα... όλοι με νομίζουν εξαιρετικό... εγώ όμως δεν ξέρω τίποτα από μαγείες και φίλτρα. Πώς μπορεί, λοιπόν, να περιμένουν μεγάλα πράγματα από μένα; Φαίνεται πως είμαι και διάσημος, αλλά εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ για ποιο πράγμα είμαι διάσημος... Γιατί δεν έχω ιδέα τι συνέβη όταν ο Βολ... θέλω να πω, τη νύχτα που πέθαναν οι γονείς μου...»
Ο Χάγκριντ έσκυψε προς το μέρος του. Κάτω απ' τα πυκνά κι ανακατωμένα γένια, το χαμόγελο του ήταν στ' αλήθεια πολύ γλυκό.
«Μην ανησυχείς, Χάρι», του είπε. «Θα τα μάθεις όλα και σύντομα μάλιστα. Όλοι ξεκινούν αρχικά απ' το "Χόγκουαρτς" και μετά οι καλοί αρχίζουν να ξεχωρίζουν... Θα τα καταφέρεις, πίστεψέ με... Προορίζεσαι για μεγάλα πράγματα κι αυτό είναι πάντα δύσκολο. Στο "Χόγκουαρτς", όμως, θα περάσεις καλά, σ' το ορκίζομαι. Κι εγώ καλά πέρασα... και περνώ ακόμη, για να πω την αλήθεια...»
Λίγο αργότερα ο Χάγκριντ έβαλε τον Χάρι και τα πακέτα του στο βαγόνι του τρένου. Προτού φύγει, του έδωσε κι έναν κλειστό φάκελο.
«Αυτό είναι το εισιτήριό σου για το "Χόγκουαρτς"», του είπε. «Την πρώτη Σεπτεμβρίου... Μην το ξεχάσεις!... Απ' το σταθμό του Κινγκς Κρος. Το γράφει και πάνω στο εισιτήριο! Αν έχεις προβλήματα με τους Ντάρσλι, στείλε μου ένα γράμμα με την κουκουβάγια σου. Θα ξέρει πού να με βρει... Και θα τα ξαναπούμε σύντομα, Χάρι...»
Το τρένο άρχισε να βγαίνει αργά απ' το σταθμό. Ο Χάρι δεν ήθελε να αποχωριστεί τον Χάγκριντ. Για αυτό κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι του τρένου και τον κοιτούσε, καθώς εκείνος στεκόταν στην πλατφόρμα κουνώντας του το χέρι. Μόλις όμως ο Χάρι ανοιγόκλεισε για πρώτη φορά τα βλέφαρά του, ο γίγαντας εξαφανίστηκε.