×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno - Settimana Prolungata Fino al 50% di sconto
image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 5. Η Διαγώνιος Αλέα (1)

5. Η Διαγώνιος Αλέα (1)

Ο Χάρι ξύπνησε νωρίς το άλλο πρωί. Αν και καταλάβαινε πως είχε ξημερώσει, κρατούσε τα μάτια του κλειστά.

«Ήταν όνειρο!» έλεγε αποφασιστικά στον εαυτό του. «Ονειρεύτηκα πως ένας γίγαντας με τ' όνομα Χάγκριντ ήρθε να μου πει πως θα πάω σ' ένα σχολείο για μάγους. Κι όταν ανοίξω τα μάτια μου, θα βρεθώ στο σπίτι του θείου Βέρνον, στην αποθήκη μου...»

Ξαφνικά ένα δυνατό ταπ-ταπ ακούστηκε.

«Και να η θεία Πετούνια, που μου χτυπά την πόρτα για να ξυπνήσω», σκέφτηκε ο Χάρι κι η καρδιά του βούλιαξε. Και πάλι, όμως, δεν άνοιξε τα μάτια. Γιατί το όνειρο που είχε δει ήταν τόσο ευχάριστο...

Ταπ.

Ταπ.

Ταπ.

«Εντάξει», μουρμούρισε ο Χάρι. «Σηκώνομαι».

Ανασηκώθηκε, άνοιξε τα μάτια και το βαρύ μαύρο παλτό του Χάγκριντ έπεσε από πάνω του. Η καλύβα ήταν γεμάτη από το φως του ήλιου. Η καταιγίδα είχε περάσει. Ο Χάγκριντ κοιμόταν ακόμη στο βουλιαγμένο καναπέ και μια κουκουβάγια χτυπούσε με το ένα πόδι της το τζάμι κρατώντας μια εφημερίδα στο ράμφος της.

Ο Χάρι πετάχτηκε όρθιος. Ένιωθε τόσο ευτυχισμένος, που νόμιζε πως θα σκάσει. Πήγε ίσια στο παράθυρο και το άνοιξε. Η κουκουβάγια μπήκε μέσα κι άφησε την εφημερίδα να πέσει επάνω στον Χάγκριντ, ο οποίος όμως δεν ξύπνησε. Μετά η κουκουβάγια κάθισε πάνω στο παλτό του Χάγκριντ κι άρχισε να το τσιμπά.

«Όχι. Άσ' το αυτό!» φώναξε ο Χάρι.

Κουνώντας δυνατά τα χέρια του, προσπάθησε να διώξει την κουκουβάγια, αλλά εκείνη του ανοιγόκλεισε απειλητικά το ράμφος της και συνέχισε να τσιμπά το παλτό.

«Χάγκριντ!» φώναξε ανήσυχος ο Χάρι. «Είναι μια κουκουβάγια εδώ και...»

«Πλήρωσέ την», αποκρίθηκε ο γίγαντας, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια του.

«Τι;»

«Θέλει πληρωμή, επειδή έφερε την εφημερίδα. Ψάξε στις τσέπες μου...»

Το παλτό του Χάγκριντ φαινόταν να είναι γεμάτο τσέπες· άλλες ήταν γεμάτες με αρμαθιές κλειδιά, άλλες με σκάγια για κυνηγετικό όπλο, άλλες με κομμάτια σπάγκου, καραμέλες μέντας, μέχρι και φακελάκια τσάι... Τέλος ο Χάρι κατάφερε να βρει μερικά παράξενα νομίσματα.

«Δώσ' της πέντε μαστίγια», είπε νυσταγμένα ο Χάγκριντ.

«Μαστίγια;»

«Αυτά τα μικρά, από χαλκό...»

Ο Χάρι μέτρησε πέντε απ' τα μικρά χάλκινα νομίσματα. Η κουκουβάγια του άπλωσε το ένα πόδι της, για να πάρει τα χρήματα και να τα βάλει σ' ένα μικρό δερμάτινο πουγκί που ήταν δεμένο σ' αυτό. Κατόπιν πέταξε έξω απ' το ανοιχτό παράθυρο. Ο Χάγκριντ χασμουρήθηκε δυνατά, έτριψε τα μάτια του κι ανακάθισε.

«Καλύτερα να ξεκινήσουμε, Χάρι», είπε, «γιατί έχουμε πολλά να κάνουμε σήμερα. Πρέπει να πάμε στο Λονδίνο και να ψωνίσουμε όλα σου τα πράγματα για το σχολείο...»

Ο Χάρι, όμως, κοιτούσε ακόμη τα περίεργα νομίσματα. Είχε μόλις σκεφθεί κάτι που σκίαζε την ευτυχία του.

«Εεε... Χάγκριντ», είπε.

«Ναι», αποκρίθηκε ο γίγαντας φορώντας τις μακριές μπότες του.

«Εγώ δεν έχω καθόλου χρήματα... Κι άκουσες χθες το θείο Βέρνον: δε θα πληρώσει για να πάω σε σχολή και να μάθω μαγικά...»

«Μη σε νοιάζει γι' αυτό», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ, ενώ σηκωνόταν όρθιος κι άρχιζε να ξύνει με δύναμη το κεφάλι του. «Νομίζεις πως οι γονείς σου δε σου άφησαν τίποτα;»

«Μα αφού το σπίτι τους καταστράφηκε...»

«Δεν είχαν το χρυσάφι τους στο σπίτι, μικρέ! Κι ο δικός μας πρώτος σταθμός σήμερα θα είναι το "Γκρίνγκοτς" — η τράπεζα των μάγων! Φάε τώρα ένα λουκάνικο. Και κρύα νόστιμα είναι... Όσο για μένα, δε θα 'λεγα όχι σ' ένα κομμάτι κέικ. Είναι, βλέπεις, τα γενέθλιά σου...»

«Δηλαδή», ρώτησε ο Χάρι, «οι μάγοι έχουν δική τους τράπεζα;»

«Μόνο μία: την τράπεζα "Γκρίνγκοτς". Τη διευθύνουν οι καλλικάντζαροι».

«Οι καλλικάντζαροι;»

«Ναι. Και είναι τρελός όποιος προσπαθήσει να τη ληστέψει. Να είσαι σίγουρος γι' αυτό. Ποτέ μην τα βάζεις με τους καλλικάντζαρους, Χάρι. Το "Γκρίνγκοτς" είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο... εκτός, βέβαια, απ' το "Χόγκουαρτς". Θα πάμε, λοιπόν, πρώτα στο "Γκρίνγκοτς", γιατί έχω κι εγώ μια δουλειά εκεί... για τον Ντάμπλντορ... δουλειά του σχολείου...» Ο Χάγκριντ ύψωσε περήφανα το κεφάλι του και συνέχισε: «Εμένα στέλνει ο Ντάμπλντορ για όλες τις σημαντικές δουλειές: να βρω εσένα... να περάσω απ' την τράπεζα... Ξέρει, βλέπεις, πως μπορεί να μ' εμπιστεύεται...» Κατόπιν ο γίγαντας έριξε μια εξεταστική ματιά γύρω του. «Έτοιμος;» ρώτησε. «Πάμε, λοιπόν».

Ο Χάρι ακολούθησε τον Χάγκριντ έξω στο βράχο. Ο ουρανός ήταν τώρα πεντακάθαρος κι ο ήλιος έλαμπε. Η βάρκα που είχε νοικιάσει ο θείος Βέρνον ήταν ακόμη εκεί, γεμάτη νερό από τη χθεσινή καταιγίδα.

«Εσύ πώς ήρθες εδώ;» ρώτησε ο Χάρι ψάχνοντας γύρω του για μια δεύτερη βάρκα.

«Πετώντας», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ.

«Πετώντας;»

«Ναι. Αλλά τώρα θα γυρίσουμε με τη βάρκα. Δεν επιτρέπεται να κάνω μαγικά τώρα που σ' έχω μαζί μου».

Μπήκαν κι οι δυο στη γεμάτη νερό βάρκα, ενώ ο Χάρι κοιτούσε επίμονα τον Χάγκριντ, προσπαθώντας να τον φανταστεί να πετάει.

«Μου φαίνεται χαμένος κόπος να τραβήξουμε κουπί», είπε ο Χάγκριντ, ρίχνοντας άλλη μια λοξή ματιά στον Χάρι. «Αν... αν κάνω τα πράγματα να πάνε πιο γρήγορα... θα σε πείραζε να μην το πεις στο σχολείο;»

«Σου δίνω το λόγο μου!» αποκρίθηκε ο Χάρι, πολύ πρόθυμος να δει κι άλλα μαγικά.

Ο Χάγκριντ έβγαλε πάλι τη ροζ ομπρέλα και χτύπησε δυο φορές με την άκρη της την πρύμνη της βάρκας. Αμέσως το νερό εξαφανίστηκε από το εσωτερικό της και ξεκίνησε μεμιάς για την ακτή.

«Γιατί είναι τρελός όποιος προσπαθεί να ληστέψει την τράπεζα "Γκρίνγκοτς";» ρώτησε κατόπιν ο Χάρι.

«Ξόρκια... κατάρες...» αποκρίθηκε αφηρημένα ο Χάγκριντ, ανοίγοντας την εφημερίδα του. «Λένε πως έχουν δράκους για να φυλάνε τα μεγάλα χρηματοκιβώτια... Κι έπειτα, δεν είναι καθόλου εύκολο να φτάσεις στην "Γκρίνγκοτς"· τα γραφεία της απλώνονται ολόκληρα χιλιόμετρα κάτω απ' το Λονδίνο! Βρίσκονται πιο βαθιά κι απ' το μετρό. Ακόμη κι αν καταφέρεις να φτάσεις ως εκεί, θα πεθάνεις από την πείνα, προσπαθώντας να βγεις έξω...»

Σιωπηλός, ο Χάρι στριφογύριζε στο μυαλό του όλες αυτές τις πληροφορίες, ενώ ο Χάγκριντ διάβαζε την εφημερίδα του, τον Ημερήσιο Προφήτη. Απ' το θείο Βέρνον είχε μάθει πως οι άνθρωποι θέλουν την ησυχία τους όταν διαβάζουν εφημερίδα, κάτι που σήμερα του φαινόταν ακατόρθωτο! Γιατί ποτέ στη ζωή του δεν ήθελε να κάνει τόσες πολλές ερωτήσεις!

«Το Υπουργείο Μαγείας πάλι τα 'κανε θάλασσα», μουρμούρισε ο Χάγκριντ. «Συνηθισμένα πράγματα...»

«Υπάρχει και Υπουργείο Μαγείας;» ρώτησε ο Χάρι, προτού προλάβει να συγκρατήσει τον εαυτό του.

«Και βέβαια!» αποκρίθηκε ο γίγαντας. «Ήθελαν, μάλιστα, τον Ντάμπλντορ για υπουργό, αλλά εκείνος δεν αφήνει με τίποτα το σχολείο. Έτσι ο γερο-Κορνήλιος Φατζ πήρε τη θέση. Ένας ανίκανος με τα όλα του! Γι' αυτό βομβαρδίζει καθημερινά τον Ντάμπλντορ με κουκουβάγιες, ζητώντας συμβουλές...»

«Καλά, μα τι κάνει το Υπουργείο Μαγείας;»

«Η πρώτη του δουλειά είναι να κρατά κρυφό απ' τους Μαγκλ πως υπάρχουν μάγοι και μάγισσες σ' όλη τη χώρα...»

«Γιατί;»

«Γιατί; Δεν το καταλαβαίνεις, Χάρι, πως τότε όλοι θα ζητούσαν μαγικές λύσεις στα προβλήματά τους; Όχι, είναι καλύτερα να μένουμε κρυφοί».

Την ίδια στιγμή η βάρκα ακούμπησε απαλά στην άκρη της προκυμαίας. Ο Χάγκριντ δίπλωσε την εφημερίδα του. Ανέβηκαν κι οι δυο μαζί τα πέτρινα σκαλοπάτια ως τον δρόμο.

Καθώς οι δυο τους διέσχιζαν τη μικρή πόλη πηγαίνοντας προς το σιδηροδρομικό σταθμό, πολλοί περαστικοί κοίταζαν μ' απορία τον Χάγκριντ. Ο Χάρι τους δικαιολογούσε απόλυτα, γιατί ο Χάγκριντ όχι μόνο ήταν δυο φορές πιο ψηλός από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά και κάθε τόσο έδειχνε τα πιο κοινότυπα πράγματα, όπως παραδείγματος χάριν ένα παρκόμετρο, λέγοντας δυνατά: «Το βλέπεις αυτό, Χάρι; Τι σκαρφίζονται αυτοί οι Μαγκλ!...»

«Χάγκριντ», είπε σε μια στιγμή λαχανιασμένος ο Χάρι, καθώς έτρεχε για να τον προλάβει, «είναι αλήθεια πως δράκοι φυλάνε την τράπεζα "Γκρίνγκοτς";»

«Ναι, έτσι λένε», αποκρίθηκε εκείνος. «Για να σου πω την αλήθεια, πολύ θα 'θελα να είχα ένα δράκο!»

«Θα 'θελες ένα δράκο;»

«Ναι. Από παιδί τον ήθελα. Α, φτάσαμε...»

Μπήκαν στο σταθμό, όπου έμαθαν πως ένα τρένο για το Λονδίνο έφευγε σε πέντε λεπτά. Ο Χάγκριντ, ο οποίος δεν καταλάβαινε καθόλου τη σημασία αυτού που αποκαλούσε τα «λεφτά των Μαγκλ», έδωσε μερικά χαρτονομίσματα στον Χάρι, για να βγάλει τα εισιτήρια.

Μέσα στο βαγόνι οι άλλοι επιβάτες τους κοίταζαν συνέχεια. Ο Χάγκριντ έπιασε μόνος του δυο καθίσματα κι ατάραχος άρχισε να πλέκει κάτι που έμοιαζε με τεράστιο κίτρινο αντίσκηνο.

«Έχεις ακόμη το γράμμα σου, Χάρι;» τον ρώτησε κάποια στιγμή, ενώ μετρούσε προσεκτικά τους πόντους.

Ο Χάρι έβγαλε απ' την τσέπη του το φάκελο από περγαμηνή και του τον έδειξε.

«Ωραία. Γιατί γράφει μέσα όλα όσα θα σου χρειαστούν».

Ο Χάρι άνοιξε το φάκελο κι έβγαλε από μέσα ένα δεύτερο κομμάτι χαρτί, που δεν το είχε προσέξει το προηγούμενο βράδυ. Το άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει:

Στολή

Οι πρωτοετείς φοιτητές θα χρειαστούν:

1) Τρία ζεύγη από απλούς μανδύες εργασίας (μαύρους).

2) Ένα απλό μυτερό καπέλο (μαύρο) για καθημερινή χρήση.

3) Ένα ζευγάρι προστατευτικά γάντια (δέρμα δράκου ή κάτι παρόμοιο).

4) Μια χειμωνιάτικη μπέρτα (μαύρη, με ασημένιο κούμπωμα).

Παρακαλώ, σημειώσατε ότι όλα τα ρούχα των φοιτητών πρέπει να έχουν ετικέτες με το όνομά τους.

Βιβλία

Όλοι οι φοιτητές πρέπει να έχουν ένα αντίτυπο των παρακάτω:

Εγχειρίδιο βασικής μαγείας, Τάξη Α', της Μιράντα Γκόσακ.

Ιστορία της μαγείας, της Μπατίλντα Μπάγκσοτ.

Μαγικές θεωρίες, του Άνταλμπερτ Γουάφλιν.

Οδηγός αρχαρίων για μεταμορφώσεις, του Έμεριχ Σουίτς.

Χίλια μαγικά βότανα και μανιτάρια, της Φίλιντα Σπόαρ.

Μαγικά ποτά και φίλτρα, του Αρσένιο Τζίγκερ.

Φανταστικά ζώα και πού βρίσκονται, του Νιουτ Σκάμαντερ.

Οι σκοτεινές δυνάμεις: οδηγός αυτοπροστασίας, του Κουέντιν Τριμπλ.

Άλλα εξαρτήματα

1 ραβδί

1 τσουκάλι (από μέταλλο, μέγεθος 2)

1 σειρά ποτήρια, ή μικρά μπουκάλια

1 τηλεσκόπιο

1 χάλκινη ζυγαριά και βαρίδια

Επίσης οι φοιτητές μπορούν να φέρουν στο σχολείο μία κουκουβάγια, ή μία γάτα, ή ένα βάτραχο.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΟΤΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΕΤΕΙΣ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΣΚΟΥΠΟΞΥΛΑ

«Μπορούμε όλα αυτά να τα αγοράσουμε στο Λονδίνο;» ρώτησε ο Χάρι.

«Αν ξέρεις πού να πας», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ.

Ποτέ πριν ο Χάρι δεν είχε πάει στο Λονδίνο. Όσο για τον Χάγκριντ, αν και φαινόταν να ξέρει πού πηγαίνει, ήταν ολοφάνερο πως ήταν ασυνήθιστος να ταξιδεύει με το συνηθισμένο τρόπο. Δυσκολεύτηκε να περάσει από τον αυτόματο έλεγχο εισιτηρίων στο μετρό και μέσα στο βαγόνι παραπονιόταν δυνατά πως τα καθίσματα ήταν στενά και το τρένο πολύ αργό.

«Δεν καταλαβαίνω πώς οι Μαγκλ τα καταφέρνουν χωρίς μαγεία», είπε ο Χάγκριντ καθώς ανέβαιναν τη χαλασμένη κυλιόμενη σκάλα, που τους έφερε σ' έναν πολυσύχναστο δρόμο, γεμάτο καταστήματα.

Ο Χάγκριντ ήταν τόσο τεράστιος, που όλοι παραμέριζαν μπροστά του για να περάσει. Το μόνο που είχε να κάνει ο Χάρι, ήταν να τον ακολουθεί από κοντά. Πέρασαν μπροστά από βιβλιοπωλεία και δισκάδικα, μαγαζιά που πουλούσαν χάμπουργκερ, κινηματογράφους, καφενεία και μπαρ, αλλά δεν είδαν πουθενά κάποιο μαγαζί που να δείχνει ότι πουλάει μαγικά ραβδιά. Ο δρόμος ήταν ένας συνηθισμένος δρόμος, γεμάτος από συνηθισμένους ανθρώπους. Ήταν δυνατόν να υπάρχουν σωροί από χρυσάφι, θαμμένοι βαθιά κάτω απ' αυτόν; αναρωτήθηκε ο Χάρι. Υπήρχαν στ' αλήθεια μαγαζιά που πουλούσαν σκουπόξυλα και βιβλία με ξόρκια; Μήπως όλ' αυτά ήταν ένα μεγάλο αστείο, που οι Ντάρσλι έκαναν εις βάρος του; Αν ο Χάρι δεν ήταν απόλυτα σίγουρος πως οι Ντάρσλι δεν είχαν καθόλου χιούμορ, μπορεί και να το πίστευε. Όμως, παρ' όλα τα απίστευτα που τους είχε διηγηθεί μέχρι τώρα ο Χάγκριντ, ο Χάρι τον εμπιστευόταν.

«Φτάσαμε», είπε ξαφνικά ο Χάγκριντ, σταματώντας. «Το "Ραγισμένο Τσουκάλι" είναι πολύ γνωστό μέρος...»

Ήταν ένα μικρό καφέ-μπαρ, που φαινόταν λίγο βρόμικο. Αν ο Χάγκριντ δεν του το είχε δείξει, ο Χάρι δε θα το είχε προσέξει. Όσοι περνούσαν βιαστικά απ' έξω, δεν του έριχναν ούτε μια ματιά. Το βλέμμα τους γλιστρούσε απ' το μεγάλο βιβλιοπωλείο στη μια πλευρά του, στο μεγάλο δισκάδικο στην άλλη, λες και το «Ραγισμένο Τσουκάλι» δεν υπήρχε. Ο Χάρι, μάλιστα, είχε την περίεργη εντύπωση πως μόνο εκείνος και ο Χάγκριντ μπορούσαν να το δουν. Προτού, όμως, προλάβει να μιλήσει γι' αυτό, ο γίγαντας τον είχε οδηγήσει μέσα.

Μολονότι γνωστό, αυτό το καφέ-μπαρ ήταν σκοτεινό και πολύ παλιό. Μερικές ηλικιωμένες γυναίκες κάθονταν σε μια γωνιά, πίνοντας μικρά φλιτζάνια με σέρι. Μια απ' αυτές κάπνιζε μια μακριά πίπα. Ένας μικρόσωμος άντρας με ψηλό καπέλο κουβέντιαζε με τον μπάρμαν, που ήταν εντελώς φαλακρός και έμοιαζε με φώκια. Ο σιγανός θόρυβος απ' τις κουβέντες σταμάτησε μόλις μπήκαν μέσα. Όλοι έδειχναν να ξέρουν τον Χάγκριντ και του χαμογέλασαν χαιρετώντας τον, ενώ ο μπάρμαν πήρε ένα ποτήρι και ρώτησε: «Το συνηθισμένο σου, Χάγκριντ;»

«Όχι, Τομ, δεν μπορώ να πιω τώρα. Έχω βγει για δουλειά του σχολείου», αποκρίθηκε ο γίγαντας, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο του Χάρι, πράγμα που έκανε τα γόνατα του Χάρι να λυγίσουν.

«Μα τα γένια μου!» είπε ο μπάρμαν, σκύβοντας για να δει καλύτερα το μικρό. «Μήπως είναι... ο... Γίνεται να...»

Μέσα στο «Ραγισμένο Τσουκάλι» δεν ακουγόταν τώρα ο παραμικρός θόρυβος.

«Ο Χάρι Πότερ!» είπε κατόπιν ο μπάρμαν. «Τι μεγάλη τιμή!»

Μετά βγήκε τρέχοντας πίσω απ' τον πάγκο του μπαρ, άρπαξε το χέρι του Χάρι και το 'σφιξε δυνατά, ενώ δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια του.

«Καλωσορίσατε, κύριε Πότερ!» του είπε. «Καλωσορίσατε!»

Ο Χάρι δεν ήξερε τι να πει. Όλοι τον κοίταζαν. Ο Χάγκριντ δίπλα του χαμογελούσε γεμάτος περηφάνια. Σχεδόν αμέσως, όλοι οι θαμώνες του μπαρ είχαν σηκωθεί όρθιοι και πλησίαζαν για να του σφίξουν το χέρι.

«Ντόρις Κόκφορντ, κύριε Πότερ. Δεν το πιστεύω πως, επιτέλους, σας γνωρίζω...»

«Χαίρομαι για τη γνωριμία, κύριε Πότερ. Χαίρομαι πολύ...»

«Πάντα ήθελα να σας σφίξω το χέρι...»

«Δε φαντάζεστε πόσο χαίρομαι, κύριε Πότερ! Ντιγκλ με λένε, Δαίδαλος Ντιγκλ...»

«Εσάς σας έχω ξαναδεί!» φώναξε ξαφνικά ο Χάρι, καθώς το ψηλό καπέλο του Ντιγκλ έπεσε κάτω απ' την ταραχή του. «Μια φορά, σε κάποιο μαγαζί, μου κάνατε μια υπόκλιση...»

«Με θυμάται!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Ντιγκλ. «Το ακούσατε; Με θυμάται!»

Ένας νέος άντρας τον πλησίασε κατόπιν διστακτικά. Ο Χάρι πρόσεξε πως το ένα μάτι του έπαιζε νευρικά.

«Καθηγητά Κούιρελ!» είπε με χαρά ο Χάγκριντ. «Χάρι, ο κύριος Κούιρελ θα είναι ένας απ' τους καθηγητές σου στο "Χόγκουαρτς"...»

«Π-π-π-πότερ, δε φαντάζεσαι π-π-π-πόσο χαίρομαι π-π- που σε γνωρίζω!»

«Και τι μάθημα κάνετε, κύριε καθηγητά;»

«Α-α-α-άμυνα εναντίον τ-τ-των σκοτεινών τ-τ-τ-τεχνών», μουρμούρισε ο καθηγητής, σαν να προτιμούσε να μη μιλά γι' αυτό. «Όχι, δηλαδή, πως εσύ το χρειάζεσαι, Π-π-π-πότερ!» Και γέλασε νευρικά. «Φαντάζομαι πως θα ήρθες για να προμηθευτείς όσα σου χρειάζονται... Κι εγώ π-π-π-πρέπει ν' αγοράσω ένα καινούριο βιβλίο για β-β-β-βρικόλακες».

Οι άλλοι θαμώνες, όμως, δεν άφησαν τον καθηγητή Κούιρελ να μονοπωλήσει περισσότερο τον Χάρι. Τον παραμέρισαν και περικύκλωσαν πάλι το μικρό. Τότε ο Χάγκριντ αναγκάστηκε να υψώσει τη φωνή του, για ν' ακουστεί παρά το θόρυβο.

«Πρέπει να πηγαίνουμε, φίλοι. Έχουμε πολλά ψώνια να κάνουμε. Πάμε, Χάρι...»

Μετά ο Χάγκριντ προχώρησε προς το πίσω μέρος της μακρόστενης και μισοσκότεινης αίθουσας, παραμέρισε μια κουρτίνα κι οδήγησε τον Χάρι σε μια μικρή αυλή, τριγυρισμένη από ψηλό τοίχο. Η αυλή ήταν άδεια, εκτός από δυο σκουπιδοτενεκέδες.

«Σ' το είπα, έτσι;» είπε κατόπιν στον Χάρι χαμογελώντας του. «Σ' το είπα πως είσαι διάσημος! Ακόμη κι ο καθηγητής Κούιρελ έτρεμε που σε γνώρισε. Βέβαια πάντα τρέμει...»

«Είναι πάντα τόσο νευρικός;» ρώτησε ο Χάρι.

«Α, ναι, ο καημένος... Ήταν μια χαρά, όσο καιρό μελετούσε μόνο τα βιβλία. Μετά, όμως, πήρε ένα χρόνο άδεια, για να κάνει πρακτική εξάσκηση και τότε... Λένε πως συνάντησε βρικόλακες στο Μαύρο Δάσος κι από τότε δεν είναι πια ο ίδιος. Φοβάται τους φοιτητές, φοβάται τα θέματα που διδάσκει, τα φοβάται όλα... Τώρα, πού είναι η ομπρέλα μου;»

Βρικόλακες; Μαύρο Δάσος; Ο Χάρι είχε αρχίσει να ζαλίζεται. Στο μεταξύ ο Χάγκριντ μετρούσε τα τούβλα του τοίχου ακριβώς επάνω από έναν σκουπιδοτενεκέ.

«Τρία στο πλάι... δύο επάνω...» μουρμούριζε. «Εντάξει... Τραβήξου λίγο πίσω, Χάρι...»

Μετά χτύπησε τρεις φορές τον τοίχο με την άκρη της ομπρέλας του.

Το τούβλο που είχε χτυπήσει, άρχισε ξαφνικά να τρέμει, μετά σχίστηκε στα δύο κι ένα άνοιγμα φάνηκε· ένα άνοιγμα που μεγάλωνε καθώς το κοιτούσαν. Το άνοιγμα πήρε το σχήμα καμάρας και συνέχισε να μεγαλώνει, ώσπου έγινε αρκετά μεγάλο ακόμη και για τον ίδιο τον Χάγκριντ. Κι από αυτό το άνοιγμα φαινόταν τώρα η αρχή ενός πλακόστρωτου δρόμου, με πολλές στροφές, που χανόταν στο βάθος.

«Καλωσόρισες στη Διαγώνιο Αλέα», είπε ο Χάγκριντ.

Μετά έπιασε τον Χάρι απ' το χέρι και πέρασαν μαζί το άνοιγμα. Ο Χάρι έριξε μια γρήγορη ματιά πίσω του κι είδε το άνοιγμα να εξαφανίζεται, δίνοντας πάλι τη θέση του στον τοίχο.

'Οταν κοίταξε πάλι μπροστά, είδε πως ο λαμπερός ήλιος φώτιζε ένα μεγάλο σωρό από τσουκάλια, στοιβαγμένα στη μια πλευρά του δρόμου. Από πάνω τους κρεμόταν μια επιγραφή: «Τσουκάλια — Όλα τα μεγέθη — Πήλινα, Χάλκινα, Ασημένια — Με αυτόματο ανακάτωμα».

«Ναι, σου χρειάζεται ένα απ' αυτά», είπε ο Χάγκριντ, ακολουθώντας το βλέμμα του. «Αλλά πρώτα πρέπει να σου βρούμε χρήματα...»

Ο Χάρι ευχήθηκε σιωπηλά να είχε τώρα οκτώ μάτια, για να μπορεί να βλέπει το καθετί γύρω του. Ενώ προχωρούσαν στο στενό δρόμο, γύριζε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, για να μη χάσει τίποτα: τα διάφορα μαγαζιά, τα απίθανα εμπορεύματα και τους ανθρώπους που έκαναν τα ψώνια τους! Έξω από ένα φαρμακείο, μια παχουλή γυναίκα κουνούσε το κεφάλι της και μουρμούριζε: «Συκώτι δράκου, δεκαεφτά δρεπάνια το κομμάτι! Μα τι ακρίβεια είναι αυτή;»

Παρακάτω, έξω από ένα σκοτεινό και χαμηλό μαγαζί, η επιγραφή έλεγε: «Κουκουβάγιες σ' όλα τα χρώματα». Λίγο πιο πέρα μερικά αγόρια στην ηλικία του Χάρι είχαν τις μύτες τους κολλημένες σε μια βιτρίνα γεμάτη σκουπόξυλα. «Για κοίτα», άκουσε ο Χάρι το ένα απ' αυτά να λέει, «αυτό είναι το καινούριο Σύννεφο 2000! Το πιο γρήγορο απ' όλα!» Μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι του, ο Χάρι έβλεπε μαγαζιά που πουλούσαν μανδύες και μπέρτες, μαγαζιά που πουλούσαν τηλεσκόπια και παράξενα εργαλεία που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του, βιτρίνες με βαρέλια γεμάτα χολές από νυχτερίδες και μάτια φιδιών, στοίβες ολόκληρες από βιβλία με ξόρκια, κοντυλοφόρους με φτερό, περγαμηνές σε ρολό, μπουκαλάκια για φίλτρα κι ολοστρόγγυλες γυάλινες μπάλες, που έμοιαζαν με το φεγγάρι.

«Να η τράπεζα!» είπε κάποια στιγμή ο Χάγκριντ. «Φτάσαμε στο "Γκρίνγκοτς"».

Βρίσκονταν τώρα μπροστά σ' ένα ψηλό και κάτασπρο κτίριο, πολύ πιο μεγάλο απ' τα χαμηλά μαγαζιά του δρόμου.

Δίπλα στη γυαλιστερή και μπρούντζινη πόρτα του, ντυμένος με χρυσοκόκκινη στολή, στεκόταν...

«Ναι, αυτός είναι ένας καλλικάντζαρος», είπε σιγά ο Χάγκριντ, καθώς ανέβαιναν κι οι δυο τα φαρδιά μαρμάρινα σκαλοπάτια. Ο καλλικάντζαρος ήταν σχεδόν ένα κεφάλι πιο κοντός απ' τον Χάρι, με μελαψό κι έξυπνο πρόσωπο, μυτερή γενειάδα και πολύ μακριά χέρια και πόδια. Υποκλίθηκε βαθιά καθώς περνούσαν από μπροστά του. Ο Χάρι κι ο Χάγκριντ βρέθηκαν μετά μπροστά σε δυο άλλες πόρτες, ασημένιες και κλειστές αυτή τη φορά, που επάνω τους ήταν χαραγμένες μερικές λέξεις:

Μπες μέσα, ξένε, αλλά θυμήσου:

η απληστία είναι αμάρτημα.

Αυτοί που ξοδεύουν χωρίς να κερδίζουν,

πρέπει κάποτε ακριβά να πληρώσουν.

Αν στα υπόγεια μας ψάχνεις

για θησαυρό, που ποτέ δικός σου δεν ήταν,

κλέφτη, πρόσεχε πολύ, γιατί

μπορεί να βρεις κι άλλα εκεί.

«Όπως σου είπα, θα πρέπει να είναι τρελός όποιος προσπαθήσει να ληστέψει αυτή την τράπεζα», παρατήρησε ο Χάγκριντ.

Δυο άλλοι καλλικάντζαροι άνοιξαν τις ασημένιες πόρτες με βαθιά υπόκλιση. Ο Χάρι, ακολουθώντας το γίγαντα, βρέθηκε σε μια μεγάλη μαρμάρινη αίθουσα. Καμιά εκατοστή καλλικάντζαροι ήταν καθισμένοι σε ψηλά σκαμνιά πίσω από θυρίδες, άλλοι γράφοντας σε μεγάλα κατάστιχα, άλλοι ζυγίζοντας νομίσματα σε χάλκινες ζυγαριές κι άλλοι εξετάζοντας πολύτιμους λίθους με ειδικούς φακούς. Γύρω-γύρω στην τεράστια αίθουσα υπήρχαν κι άλλες πόρτες, ενώ καλλικάντζαροι συνόδευαν πελάτες μέσα κι έξω απ' αυτές. Ο Χάγκριντ κι ο Χάρι πλησίασαν σε μια άδεια θυρίδα.

«Καλημέρα», είπε ο Χάγκριντ στον καλλικάντζαρο. «Ήρθαμε να πάρουμε μερικά χρήματα απ' το χρηματοκιβώτιο του κυρίου Πότερ».

«Έχετε το κλειδί του, κύριε;» τον ρώτησε ο καλλικάντζαρος.

«Κάπου εδώ το 'χω», αποκρίθηκε ο γίγαντας κι άρχισε να αδειάζει τις τσέπες του επάνω στα χαρτιά του καλλικάντζαρου. Όταν ακούμπησε πάνω σ' αυτά μερικά μπισκότα για σκύλους, ο Χάρι είδε τον καλλικάντζαρο να ζαρώνει τη μύτη του με αηδία. Στη διπλανή θυρίδα, ένας άλλος καλλικάντζαρος ζύγιζε σε ζυγαριά ρουμπίνια, μεγάλα και κατακόκκινα σαν αναμμένα κάρβουνα.

«Να το!» φώναξε θριαμβευτικά ο Χάγκριντ, σηκώνοντας ψηλά ένα μικρό χρυσό κλειδί.

Ο καλλικάντζαρος το πήρε και το κοίταξε προσεκτικά. «Είναι εντάξει», είπε κατόπιν.

«Κι εδώ», συνέχισε ο Χάγκριντ, «έχω ένα γράμμα από τον καθηγητή Ντάμπλντορ. Είναι για το Ξέρετε-Τι, στο χρηματοκιβώτιο εφτακόσια δεκατρία...»

Ο καλλικάντζαρος πήρε το γράμμα και το διάβασε προσεκτικά.

«Πολύ καλά», είπε κατόπιν, δίνοντας το πίσω στον Χάγκριντ. «Θα βρω κάποιον να σας πάει και στα δυο χρηματοκιβώτια».

Μετά έκανε νόημα σ' έναν άλλον καλλικάντζαρο, ο οποίος και τους πλησίασε. Αφού ο Χάγκριντ ξανάβαλε στις τσέπες του όλα όσα είχε βγάλει απ' αυτές, ακολούθησε μαζί με τον Χάρι τον καλλικάντζαρο σε μια απ' τις πόρτες που έβγαζαν από την τεράστια αίθουσα.

«Τι είναι αυτό το Ξέρεις-Τι στο χρηματοκιβώτιο εφτακόσια δεκατρία;» ρώτησε σιγά ο Χάρι.

«Δεν μπορώ να σου πω. Πολύ μυστικό!» αποκρίθηκε ο Χάγκριντ. «Δουλειά του σχολείου κι ο Ντάμπλντορ εμπιστεύθηκε εμένα. Θα χάσω τη θέση μου, αν σου πω...»

Ο καλλικάντζαρος κράτησε την πόρτα ανοιχτή, για να περάσουν. Ο Χάρι, που περίμενε να δει κι άλλα μάρμαρα, παραξενεύτηκε. Βρίσκονταν ξαφνικά σ' ένα στενό πέτρινο διάδρομο, που φωτιζόταν από αναμμένους πυρσούς στερεωμένους στους τοίχους. Ο διάδρομος κατηφόριζε απότομα και στο πέτρινο δάπεδό του είχε λεπτές ράγες, όπως αυτές των τρένων. Ο καλλικάντζαρος σφύριξε μια φορά κι αμέσως ένα μικρό διθέσιο βαγόνι παρουσιάστηκε μπροστά τους. Μπήκαν κι οι δυο μέσα —ο Χάγκριντ με κάποια δυσκολία—, ο καλλικάντζαρος κάθισε στη θέση του οδηγού και ξεκίνησαν.

Στην αρχή ο Χάρι παρατηρούσε τις στροφές, προσπαθώντας να καταλάβει προς τα πού πήγαιναν, αλλά γρήγορα έχασε κάθε προσανατολισμό. Το βαγόνι φαινόταν να ξέρει τον προορισμό τους, γιατί δεν το οδηγούσε ο καλλικάντζαρος.

Τα μάτια του Χάρι άρχισαν να τσούζουν απ' τον παγωμένο αέρα που χτυπούσε τα πρόσωπά τους, αλλά τα κρατούσε με το ζόρι ορθάνοιχτα, προσπαθώντας να βλέπει όσα περισσότερα γινόταν. Κάποια στιγμή είδε μια δυνατή λάμψη, σαν από φωτιά, και γύρισε γρήγορα για να δει μήπως ήταν κάποιος δράκος. Η λάμψη όμως χάθηκε, ενώ το βαγόνι συνέχισε να κατηφορίζει με μεγάλη ταχύτητα, περνώντας δίπλα από μια υπόγεια λίμνη με σταλακτίτες και σταλαγμίτες γύρω γύρω.

«Ποτέ δεν κατάφερα να μάθω τη διαφορά ανάμεσα σε ένα σταλακτίτη κι ένα σταλαγμίτη», είπε ο Χάρι, φωνάζοντας δυνατά για να ακουστεί παρά το θόρυβο του βαγονιού.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE