×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 3. Τα γράμματα από τον Κανένα (2)

3. Τα γράμματα από τον Κανένα (2)

Φώτα άναψαν αμέσως στο επάνω πάτωμα. Ο Χάρι είδε με φρίκη πως αυτό το μεγάλο και μαλακό κάτι ήταν το πρόσωπο του θείου του. Ο θείος Βέρνον, τυλιγμένος σ' έναν υπνόσακο, είχε κοιμηθεί κάτω, μπροστά στην εξώπορτα, ακριβώς για να εμποδίσει τον Χάρι να κάνει αυτό που σκόπευε να κάνει. Φυσικά άρχισε αμέσως να τον μαλώνει, φωνάζοντας δυνατά. Σταμάτησε μόνο για να του πει να πάει να ετοιμάσει το τσάι. Ο Χάρι πήγε με συρτά βήματα στην κουζίνα. Ώσπου να ετοιμάσει το τσάι, το ταχυδρομείο είχε έρθει και τα γράμματα βρίσκονταν στα χέρια του θείου Βέρνον. Ανάμεσά τους ο Χάρι μπόρεσε να διακρίνει τρεις φακέλους στους οποίους η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι.

«Θέλω...» άρχισε να λέει, αλλά ο θείος Βέρνον έσκιζε κιόλας τα τρία γράμματα μπροστά στα μάτια του.

Εκείνη τη μέρα ο θείος Βέρνον δεν πήγε στη δουλειά του. Έμεινε σπίτι και κάρφωσε μια σανίδα μπροστά στο μικρό άνοιγμα της πόρτας απ' όπου έπεφταν τα γράμματα. «Καταλαβαίνεις τώρα;» είπε στη θεία Πετούνια, με το στόμα του γεμάτο καρφιά. «Αν ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να παραδώσει τα γράμματα, θα σταματήσει να τα φέρνει!»

«Δε νομίζω πως μ' αυτόν τον τρόπο θα πετύχεις κάτι, Βέρνον...»

«Άκου που σου λέω!» επέμεινε εκείνος. «Το μυαλό αυτών των τύπων δουλεύει περίεργα, όχι σαν το δικό σου και το δικό μου, Πετούνια...»

Κι ο θείος Βέρνον προσπάθησε να καρφώσει το τελευταίο καρφί με το κομμάτι του από το κέικ σοκολάτας που του είχε φέρει η θεία Πετούνια.

Την Παρασκευή, όχι τρία, αλλά δώδεκα γράμματα ήρθαν για τον Χάρι. Όπως δεν μπορούσαν να περάσουν απ' το γραμματοκιβώτιο, κάποιος τα είχε γλιστρήσει κάτω από την πόρτα κι απ' τα πλαϊνά της και τα είχε ακόμη σπρώξει με το ζόρι από το μικρό παραθυράκι της τουαλέτας στο κάτω πάτωμα.

Ο θείος Βέρνον έμεινε και πάλι σπίτι. Αφού πρώτα έκαψε όλα τα γράμματα, στη συνέχεια πήρε σφυρί και καρφιά και κάρφωσε με σανίδες την πόρτα κι όλα τα παράθυρα του ισογείου, ώστε κανείς να μην μπορεί να βγαίνει από κει. Ήταν χλομός καθώς δούλευε, ενώ αναπηδούσε με τον παραμικρό θόρυβο.

Το Σάββατο τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν. Είκοσι τέσσερα γράμματα για τον Χάρι είχαν τρυπώσει μέσα στο σπίτι, τυλιγμένα και κρυμμένα μέσα στη θήκη με τα είκοσι τέσσερα αβγά, την οποία ο παραξενεμένος γαλατάς έδωσε στη θεία Πετούνια απ' το μισάνοιχτο παράθυρο του σαλονιού. Κι ενώ ο θείος Βέρνον έκανε έξαλλα τηλεφωνήματα στο ταχυδρομείο και τη βιομηχανία γάλακτος προσπαθώντας να βρει κάποιον για να παραπονεθεί, η θεία Πετούνια έκανε τα γράμματα κιμά στην ηλεκτρική κρεατομηχανή της.

«Μα ποιος, διάολε, θέλει τόσο πολύ να σου μιλήσει;» ρώτησε ο Ντάντλι μ' απορία τον Χάρι.

Την Κυριακή το πρωί ο θείος Βέρνον κάθισε στο τραπέζι για πρωινό δείχνοντας χλομός και λίγο άρρωστος, αλλά ευχαριστημένος.

«Ο ταχυδρόμος δεν έρχεται τις Κυριακές», τους θύμισε χαμογελώντας ενώ άλειβε με μαρμελάδα την εφημερίδα του. «Δε θα 'χουμε γράμματα σήμερα...»

Την ίδια στιγμή κάτι έπεσε με ταχύτητα απ' την καμινάδα της κουζίνας και τον χτύπησε με δύναμη στο σβέρκο. Αμέσως άλλα τριάντα ή σαράντα γράμματα τινάχτηκαν στον αέρα μέσα απ' το τζάκι. Οι Ντάρσλι έσκυψαν για να προστατευθούν, αλλά ο Χάρι άρχισε να πηδά εδώ κι εκεί προσπαθώντας να πιάσει ένα.

«Έξω! Έξω!»

Ουρλιάζοντας ο θείος Βέρνον, άρπαξε τον Χάρι και τον πέταξε με δύναμη έξω στο χολ. Κι όταν, σχεδόν αμέσως, η θεία Πετούνια κι ο Ντάντλι βγήκαν τρέχοντας απ' την κουζίνα, ο θείος Βέρνον έκλεισε την πόρτα. Απ' έξω, όμως, όλοι μπορούσαν ν' ακούνε καθαρά τα γράμματα να πέφτουν και να χτυπούν με δύναμη στους τοίχους και στο πάτωμα.

«Ως εδώ!» είπε ο θείος Βέρνον, όταν βγήκε απ' την κουζίνα. Προσπαθούσε να μιλήσει ήρεμα, αλλά τραβούσε με μανία τρίχες απ' το μουστάκι του. «Σας θέλω όλους εδώ σε πέντε λεπτά, έτοιμους για ταξίδι! Πάρτε μαζί σας μόνο λίγα ρούχα. Και δε θέλω αντιρρήσεις!»

Έδειχνε μάλιστα τόσο άγριος με το μισό μουστάκι του να λείπει, που κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα. Δέκα λεπτά αργότερα είχαν όλοι περάσει με δυσκολία μέσα από τη μισοσφραγισμένη πόρτα και βρίσκονταν καθισμένοι στο αυτοκίνητο, που έτρεχε προς την πιο κοντινή εθνική οδό. Στο πίσω κάθισμα ο Ντάντλι μυξόκλαιγε, γιατί ο πατέρας του του είχε δώσει μια σφαλιάρα επειδή τους καθυστερούσε, καθώς προσπαθούσε να βάλει την τηλεόραση, το βίντεο και το κομπιούτερ του σ' έναν αθλητικό σάκο.

Η γρήγορη οδήγηση συνεχίστηκε για ώρες ολόκληρες. Ούτε καν η θεία Πετούνια τολμούσε να ρωτήσει πού πήγαιναν. Κάθε τόσο ο θείος Βέρνον έκανε μιαν απότομη στροφή κι άρχιζε να οδηγεί για λίγο στην αντίθετη πλευρά του δρόμου.

«Τώρα θα τους μπερδέψω... θα τους μπερδέψω για καλά...» έλεγε κάθε φορά που έκανε αυτή τη μανούβρα.

Όλη μέρα δε σταμάτησαν ούτε μια φορά για να πιουν ή να φάνε κάτι. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, ο Ντάντλι ούρλιαζε στο πίσω κάθισμα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε περάσει μια τόσο άσχημη μέρα. Πεινούσε, είχε χάσει πέντε απ' τα πιο αγαπημένα του προγράμματα στην τηλεόραση και δεν είχε ποτέ περάσει τόσο πολλές ώρες χωρίς να εξολοθρεύσει τουλάχιστον έναν εξωγήινο με το κομπιούτερ του.

Αργά το βράδυ ο θείος Βέρνον σταμάτησε, επιτέλους, στη μισοσκότεινη είσοδο ενός ξενοδοχείου, στα περίχωρα κάποιας μεγάλης πόλης. Ο Ντάντλι κι ο Χάρι μοιράστηκαν ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, που είχαν υγρά και παγωμένα σεντόνια. Ο Ντάντλι αποκοιμήθηκε αμέσως κι άρχισε να ροχαλίζει, αλλά ο Χάρι έμεινε ξύπνιος, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου, να κοιτάζει κάτω τα φώτα των αμαξιών που περνούσαν και ν' αναρωτιέται...

Την άλλη μέρα είχαν για πρωινό κορνφλέικς με παγωμένο γάλα και πολυκαιρισμένο τυρί με φρυγανιές. Προτού όμως τελειώσουν, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πλησίασε το τραπέζι τους. Τους έδειξε ένα φάκελο, όπου η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι.

Κύριον Χάρι Πότερ

Δωμάτιο 17 Ξενοδοχείου «Ρεϊλβιου», Κόκγουορθ

Ο Χάρι άπλωσε γρήγορα το χέρι του για ν' αρπάξει το γράμμα, αλλά ο θείος Βέρνον, ακόμη πιο γρήγορος, το έσπρωξε μακριά. Η ξενοδόχος τους κοιτούσε απορημένη.

«Έχω καμιά εκατοστή από δαύτα στο γραφείο μου», είπε.

«Θα τα πάρω εγώ», είπε ο θείος Βέρνον και σηκώθηκε όρθιος για να την ακολουθήσει.

«Δε θα ήταν καλύτερα να ξαναγυρίσουμε σπίτι μας, χρυσέ μου;» πρότεινε δειλά η θεία Πετούνια μερικές ώρες αργότερα. Ο θείος Βέρνον, όμως, δεν έδειξε καν να την άκουσε. Συνέχισε να οδηγεί αμίλητος. Όσο για το τι έψαχνε να βρει, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Κάποια στιγμή οδήγησε το αυτοκίνητο βαθιά σ' ένα πυκνό δάσος, παρκάρισε, βγήκε έξω και κοίταξε γύρω μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια στον εαυτό του. Μετά ξανακάθισε στο τιμόνι και ξεκίνησαν πάλι. Το ίδιο ακριβώς έκανε κι αργότερα, στη μέση ενός οργωμένου αγρού, αλλά και στην κορυφή ενός πολυώροφου γκαράζ.

«Ο μπαμπάς τρελάθηκε;» ρώτησε παθητικά ο Ντάντλι τη μητέρα του κατά το απογευματάκι — ο θείος Βέρνον είχε παρκάρει σε μιαν ακρογιαλιά, τους είχε κλειδώσει μέσα στο αυτοκίνητο κι είχε εξαφανισθεί.

Σε λίγο άρχισε να βρέχει. Μεγάλες σταγόνες έπεφταν με δύναμη στη σκεπή του αμαξιού κι ο Ντάντλι άρχισε να μυξοκλαίει.

«Είναι Δευτέρα», είπε ο Ντάντλι στη μητέρα του. «Ο Μεγάλος Ουμπέρτο, ο ταχυδακτυλουργός, έχει πρόγραμμα απόψε. Θέλω να μείνουμε κάπου που να έχει τηλεόραση!»

Δευτέρα. Αυτό έκανε τον Χάρι να θυμηθεί κάτι. Αν σήμερα ήταν Δευτέρα —και συνήθως ο Ντάντλι ήξερε καλά τις ημέρες, εξαιτίας των προγραμμάτων στην τηλεόραση— τότε αύριο, Τρίτη, ο Χάρι έκλεινε τα έντεκα. Βέβαια, συνήθως, τα γενέθλιά του κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Πέρυσι οι Ντάρσλι του είχαν κάνει δώρο μια κρεμάστρα κι ένα ζευγάρι παλιές κάλτσες του Ντάντλι. Και πάλι όμως... δεν ήταν και λίγο που συμπλήρωνε τα έντεκά του χρόνια...

Σε λίγο ο θείος Βέρνον ξαναγύρισε χαμογελώντας. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ και λεπτό πακέτο. Όταν η θεία Πετούνια τον ρώτησε τι είχε αγοράσει, δεν απάντησε.

«Βρήκα το καλύτερο μέρος!» τους είπε. «Εμπρός, όλοι έξω!»

Έκανε μεγάλη παγωνιά έξω απ' το αυτοκίνητο. Ο θείος Βέρνον τους έδειχνε με τεντωμένο το χέρι του κάτι που έμοιαζε με μεγάλο βράχο στ' ανοιχτά της θάλασσας. Στην κορυφή του βράχου ήταν χτισμένη η πιο άθλια καλύβα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και για ένα πράγμα μπορούσαν να είναι όλοι βέβαιοι: εκεί δεν είχε τηλεόραση!

«Περιμένουν θύελλα απόψε!» είπε ευχαριστημένος ο θείος Βέρνον, τρίβοντας τα χέρια του. «Κι αυτός εδώ ο κύριος δέχθηκε πρόθυμα να μας δανείσει τη βάρκα του».

Ένας γέρος άντρας χωρίς δόντια τους πλησίασε με συρτά βήματα, δείχνοντας με το χέρι του μια παλιά ψαρόβαρκα λίγο πιο πέρα.

«Αγόρασα κιόλας μερικά τρόφιμα», είπε ο θείος Βέρνον. «Μπορούμε λοιπόν να ξεκινήσουμε αμέσως. Όλοι μέσα!»

Το κρύο μέσα στη βάρκα ήταν ακόμη πιο δυνατό. Παγωμένες σταγόνες θαλασσινού νερού και βροχής έκαναν τα πρόσωπά τους να τσούζουν, ενώ ο αέρας ολοένα και δυνάμωνε. Μετά από ένα διάστημα, που φάνηκε σ' όλους σαν ώρες ατέλειωτες, έφτασαν στο βράχο. Από εκεί ο θείος Βέρνον, γλιστρώντας και παραπατώντας, τους οδήγησε στην καλύβα.

Το εσωτερικό της ήταν κάτι περισσότερο από απαίσιο. Μύριζε έντονα φύκια και κουτσουλιές γλάρων. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες των ξύλινων τοίχων και το τζάκι ήταν βρεμένο και άδειο από ξύλα. Η καλύβα είχε μόνο δύο δωμάτια.

Ο θείος Βέρνον μοίρασε τρόφιμα- δηλαδή τι τρόφιμα, ένα σακουλάκι τσιπς και μια μπανάνα για τον καθένα. Αφού τα έφαγαν, ο θείος Βέρνον προσπάθησε ν' ανάψει φωτιά στο τζάκι με τις σακούλες από τα τσιπς, αλλά το λεπτό πλαστικό κάηκε βγάζοντας καπνό κι όχι φλόγα.

«Μακάρι να 'χαμε τώρα μερικά απ' αυτά τα γράμματα, έτσι;» είπε μετά χαμογελώντας.

Ο θείος Βέρνον ήταν τώρα καλοδιάθετος. Αυτό σήμαινε πως πίστευε ότι κανένας δε θα μπορούσε να τους πλησιάσει, και μάλιστα μ' αυτή την καταιγίδα, για να τους δώσει γράμματα. Ο Χάρι συμφωνούσε, αλλ' αυτό δεν του έδινε καμιά ευχαρίστηση.

Όσο σκοτείνιαζε, η καταιγίδα δυνάμωνε. Πιτσιλιές νερού από τα μεγάλα κύματα μούσκευαν τους τοίχους της καλύβας κι ένας δυνατός άνεμος έκανε τα βρόμικα τζάμια να τρίζουν. Η θεία Πετούνια βρήκε σε μια γωνιά δυο μουχλιασμένες κουβέρτες κι έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι για τον Ντάντλι στον καναπέ του ενός δωματίου. Εκείνη κι ο θείος Βέρνον πήγαν να ξαπλώσουν στο διπλό κρεβάτι του άλλου δωματίου, αφήνοντας τον Χάρι να περάσει τη νύχτα του στο πάτωμα, σκεπασμένος μόνο με το παλτό του.

Η καταιγίδα δυνάμωσε κι άλλο στη διάρκεια της νύχτας κι ο Χάρι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έτρεμε από το κρύο και στριφογύριζε στο πάτωμα, προσπαθώντας μάταια να βρει μια βολική στάση, ενώ το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Τα ροχαλητά του Ντάντλι καλύπτονταν από τους κεραυνούς, που γίνονταν όλο και πιο συχνοί όσο η νύχτα προχωρούσε. Ο φωτεινός δίσκος στο ρολόι του Ντάντλι, που φωσφόριζε καθώς το χοντρό μπράτσο του κρεμόταν έξω από την κουβέρτα, έδειχνε στον Χάρι πως η ώρα πλησίαζε έντεκα. Από την άβολη θέση του στο πάτωμα, ο Χάρι κοιτούσε το ρολόι, βλέποντας τη μέρα των γενεθλίων του να πλησιάζει, κι αναρωτιόταν: οι Ντάρσλι θα θυμούνταν, άραγε, πως αύριο έκλεινε τα έντεκα; Και πού να βρισκόταν τώρα αυτός που του έστελνε τα γράμματα;

Άλλα πέντε λεπτά ως τις δώδεκα. Ο Χάρι άκουσε κάτι από έξω να τρίζει. Ευχήθηκε να μην πέσει επάνω τους η σκεπή, γιατί τότε, εκείνος τουλάχιστον, θα κρύωνε ακόμη περισσότερο. Τέσσερα λεπτά ως τα μεσάνυχτα... Ίσως αυτή κιόλας τη στιγμή το σπίτι στην οδό Πριβέτ να ήταν τόσο γεμάτο από γράμματα, που, όταν γύριζαν εκεί, να κατάφερνε ν' αρπάξει ένα...

Τρία λεπτά ακόμη... Αυτός ο θόρυβος έξω, να ήταν άραγε η θάλασσα που χτυπούσε πάνω στο βράχο; Και (δυο λεπτά ακόμη...) τι ήταν αυτός ο περίεργος θόρυβος; Μήπως ο βράχος έσπαγε και βυθιζόταν στη θάλασσα;

Ένα λεπτό ακόμη... και μετά ο Χάρι θα γινόταν έντεκα χρόνων! Τριάντα δευτερόλεπτα... είκοσι... δέκα... εννιά... ίσως άξιζε τον κόπο να ξυπνήσει τον Ντάντλι, μόνο και μόνο για να τον νευριάσει... τρία... δύο... ένα...

ΜΠΟΥΜ!

Ολόκληρη η καλύβα κουνήθηκε δυνατά κι ο Χάρι ανακάθισε τρομαγμένος, με το βλέμμα του στηλωμένο στην πόρτα. Κάποιος βρισκόταν απ' έξω και χτυπούσε για να μπει μέσα.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE