17. Ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα (1)
Ηταν ο καθηγητής Κούιρελ.
«Εσύ!» φώναξε ο Χάρι.
Ο Κούιρελ χαμογέλασε. Το πρόσωπό του δεν είχε τώρα κανένα νευρικό τικ.
«Εγώ», αποκρίθηκε ατάραχος ο Κούιρελ. «Αναρωτιόμουν αν θα σε συναντούσα εδώ, Πότερ».
«Μα... εγώ νόμιζα πως... ο Σνέιπ...» είπε ο Χάρι.
«Ο Σέβερους;» γέλασε ο Κούιρελ και το γέλιο του δεν είχε τώρα το συνηθισμένο τρεμούλιασμα, αλλά ήταν ψυχρό και γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Ναι, σίγουρα όλ' αυτά μοιάζουν με δουλειά του Σέβερους», συνέχισε. «Κι αυτό με βολεύει αφάνταστα, γιατί μπροστά στον Σέβερους, ο οποίος τρέχει εδώ κι εκεί σαν τεράστια νυχτερίδα τρομάζοντας τον κόσμο, ποιος να υποπτευθεί τον κ-κ-καημένο τον κ-κ-καθηγητή Κούιρελ;»
Ο Χάρι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ήταν αλήθεια!
«Μα... μα... ο Σνέιπ προσπάθησε να με σκοτώσει!» είπε τότε ο Χάρι.
«Όχι, όχι, όχι! Εγώ προσπάθησα να σε σκοτώσω, Πότερ! Η φίλη σου, η δεσποινίς Γκρέιντζερ, μ' έριξε κατά λάθος κάτω, καθώς έτρεχε να βάλει φωτιά στον Σνέιπ σ' εκείνο το ματς του κουίνπτς. Σ' έχασα για μια στιγμή από τα μάτια μου κι έτσι σώθηκες! Ένα λεπτό ακόμη και θα σε είχα ρίξει από το σκουπόξυλό σου. Και θα το είχα καταφέρει, παρόλο που ο Σνέιπ μουρμούριζε ένα αντίθετο ξόρκι, για να σε σώσει!»
«Ο Σνέιπ προσπαθούσε να με σώσει;» ρώτησε όλο έκπληξη ο Χάρι.
«Μα φυσικά!» αποκρίθηκε ο Κούιρελ. «Γιατί, άλλωστε, ζήτησε να είναι διαιτητής στο επόμενο ματς όπου θα έπαιζες εσύ; Ήθελε να είναι σίγουρος πως εγώ δε θα έκανα πάλι το ίδιο κόλπο... Λίγο αστείο, βέβαια, αφού ο κόπος του πήγε χαμένος: ο Ντάμπλντορ με κοιτούσε συνέχεια και δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα. Όλοι οι άλλοι καθηγητές νόμιζαν πως ο Σνέιπ προσπαθούσε να κρατήσει το Γκρίφιντορ μακριά από τη νίκη... Είναι αλήθεια πως τα 'χει καταφέρει να τον αντιπαθούν όλοι... Κι όλος αυτός ο κόπος για χατίρι σου θα πάει τελικά χαμένος, αφού θα σε σκοτώσω απόψε...»
Μ' αυτά τα λόγια, ο Κούιρελ τέντωσε το δεξιό του χέρι προς το μέρος του Χάρι. Αμέσως χοντρά σχοινιά πετάχτηκαν από τις άκρες των δακτύλων του και τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από το Χάρι.
«Είσαι πολύ περίεργος και δεν πρέπει να ζήσεις άλλο, Πότερ!» του είπε κατόπιν. «Έτσι όπως τριγύριζες κρυφά στο σχολείο εκείνο το βράδυ του Χάλοουιν... μπορεί να με πετύχαινες, όταν πήγα να δω τι φυλάει τη φιλοσοφική λίθο...»
«Δηλαδή», ρώτησε αυθόρμητα ο Χάρι, «εσύ άφησες τον καλλικάντζαρο να μπει μέσα;»
«Βέβαια! Έχω μεγάλο ταλέντο με τους καλλικάντζαρους... Θα πρέπει να είδες τι έκανα σ' εκείνον στο διπλανό δωμάτιο... Η ατυχία μου ήταν πως ενώ όλοι οι άλλοι έτρεχαν εδώ κι εκεί ψάχνοντας να τον βρουν, ο Σνέιπ, που με υποπτευόταν από καιρό, πήγε ίσια στον τρίτο όροφο για να μ' εμποδίσει να πλησιάσω. Έτσι, όχι μόνο γλίτωσες από τον καλλικάντζαρό μου, αλλά κι ο Σνέιπ από το τρικέφαλο σκυλί! Τώρα όμως, Πότερ, θέλω να καθίσεις ήσυχα, γιατί πρέπει να εξετάσω αυτόν τον καταπληκτικό καθρέφτη...»
Μόνον τότε ο Χάρι πρόσεξε ότι υπήρχε κάτι πίσω ακριβώς από τον Κούιρελ. Αυτό το κάτι ήταν... ο καθρέφτης του Έριζεντ!
«Αυτός ο καθρέφτης είναι το κλειδί για την ανακάλυψη της πέτρας», μουρμούρισε ο Κούιρελ, ενώ χτυπούσε με τα δάχτυλά του γύρω γύρω το πλαίσιό του. «Ευτυχώς που ο Ντάμπλντορ είναι τώρα στο Λονδίνο... Κι ώσπου να γυρίσει, εγώ θα βρίσκομαι πολύ μακριά...»
Όση ώρα ο Κούιρελ μιλούσε, ο Χάρι επεξεργαζόταν μια ιδέα στο μυαλό του: να πιάσει την κουβέντα στον Κούιρελ, αποσπώντας του έτσι την προσοχή από τον καθρέφτη.
«Σε είδα μαζί με τον Σνέιπ στο δάσος...» άρχισε ο Χάρι, λέγοντας το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό.
«Ναι, ναι», απάντησε αφηρημένα ο Κούιρελ, πηγαίνοντας για να δει το πίσω μέρος του καθρέφτη. «Τα είχε καταλάβει σχεδόν όλα τότε και προσπαθούσε να μάθει πόσο είχαν προχωρήσει τα σχέδιά μου... Από την αρχή με υποψιαζόταν και προσπάθησε να με φοβίσει... λες και θα το κατάφερνε, αφού εγώ είχα τον Βόλντεμορτ στο πλευρό μου...»
Ο Κούιρελ γύρισε, στάθηκε πάλι μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε με λαχτάρα μέσα του.
«Βλέπω τη φιλοσοφική λίθο...» μουρμούρισε. «Και την προσφέρω στον κύριό μου... Αλλά πού βρίσκεται τώρα;»
Σιωπηλά, ο Χάρι άρχισε να παλεύει με τα σχοινιά που τον έδεναν, αλλά δεν μπορούσε να τα χαλαρώσει ούτε λίγο. Μετά έκανε άλλη μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του Κούιρελ.
«Μα... ο Σνέιπ έδειχνε από την αρχή να με μισεί...» είπε ο Χάρι.
«Ναι, σε μισεί!» τον βεβαίωσε αδιάφορα ο Κούιρελ. «Και πολύ μάλιστα! Δεν έμαθες ποτέ το γιατί; Ήταν εδώ, στο "Χόγκουαρτς"... στην ίδια τάξη με τον πατέρα σου... κι αντιπαθούσαν ο ένας τον άλλον! Αλλά δεν ήθελε ποτέ το θάνατό σου...»
«Μα πριν από λίγες μέρες σ' άκουσα να κλαις...» συνέχισε ο Χάρι. «Νόμισα πως ο Σνέιπ σ' απειλούσε...»
Για πρώτη φορά, μια έκφραση φόβου φάνηκε στο πρόσωπο του Κούιρελ.
«Καμιά φορά», είπε, «δυσκολεύομαι να καταλάβω τις οδηγίες του κυρίου μου... Εκείνος είναι ένας παντοδύναμος μάγος... κι εγώ ένας αδύναμος...»
«Δηλαδή», ρώτησε ο Χάρι, «ήταν στην τάξη μαζί σου; Ο κύριός σου, θέλω να πω...»
«Είναι μαζί μου όπου πηγαίνω», αποκρίθηκε απλά ο Κούιρελ. «Τον γνώρισα όταν γύριζα τον κόσμο... Ένας ανόητος νεαρός ήμουν τότε, με το κεφάλι μου γεμάτο γελοίες ιδέες για το καλό και το κακό. Ο κύριός μου, ο Βόλντεμορτ, μου έδειξε τα λάθη μου. Δεν υπάρχει καλό και κακό! Υπάρχει μονάχα η δύναμη κι αυτοί που δεν μπορούν να την κατανοήσουν, δηλαδή οι δειλοί. Από τότε τον υπηρετώ πιστά, αν και τον έχω απογοητεύσει πολλές φορές. Υποχρεώθηκε συχνά να είναι πολύ αυστηρός μαζί μου...» Ο Κούιρελ ρίγησε από τρόμο. «Ο κύριός μου δε συγχωρεί εύκολα τα λάθη», συνέχισε. «Όταν δεν τα κατάφερα να κλέψω την πέτρα από την τράπεζα Γκρίνγκοτς, δυσαρεστήθηκε πολύ μαζί μου. Με τιμώρησε... Και μετά αποφάσισε πως έπρεπε να με προσέχει συνέχεια...»
Η φωνή του Κούιρελ έσβησε. Ο Χάρι θυμήθηκε τη φορά που είχε πάει μαζί με τον Χάγκριντ στη Διαγώνιο Αλέα. Ο Κούιρελ ήταν εκεί και μάλιστα του είχε σφίξει το χέρι με θαυμασμό, μέσα στο «Ραγισμένο Τσουκάλι»! Πώς ήταν τόσο ηλίθιος και δεν τον είχε αναγνωρίσει;
Στο μεταξύ ο Κούιρελ συνέχιζε να κοιτάζει εξεταστικά τον καθρέφτη του Έριζεντ.
«Δεν καταλαβαίνω», μουρμούρισε. «Μπορεί η πέτρα να είναι μέσα στον καθρέφτη; Μήπως πρέπει να τον σπάσω;»
Το μυαλό του Χάρι δούλευε τώρα σαν τρελό. Αυτό που θέλω περισσότερο απ' όλα, σκέφτηκε, είναι να βρω τη φιλοσοφική λίθο πριν απ' τον Κούιρελ. Αν, λοιπόν, κοιτάξω τώρα στον καθρέφτη, θα δω τον εαυτό μου να τη βρίσκει... δηλαδή θα δω να πραγματοποιείται η μεγαλύτερη επιθυμία μου. Άρα θα ξέρω πού είναι κρυμμένη! Πώς όμως να κοιτάξω χωρίς να με καταλάβει ο Κούιρελ;
Μετά προσπάθησε να πάει λίγο προς τ' αριστερά, για να κοιτάξει στον καθρέφτη τουλάχιστον από την άκρη, αλλά τα σχοινιά με τα οποία ήταν δεμένος, δεν επέτρεπαν καμιά κίνηση. Κι όπως προσπαθούσε να μετακινηθεί, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε κάτω. Ο Κούιρελ δεν του έδωσε καμιά σημασία και συνέχισε να μιλά στον εαυτό του.
«Τι κάνει αυτός ο καθρέφτης;» αναρωτήθηκε. «Τι δείχνει; Βοήθησέ με, κύριε!...»
Με φρίκη, ο Χάρι άκουσε μια φωνή ν' απαντά. Κι αυτή η φωνή έμοιαζε να βγαίνει από τον ίδιο τον Κούιρελ! «Χρησιμοποίησε το αγόρι», είπε η φωνή. «Χρησιμοποίησε το αγόρι...»
Ο Κούιρελ γύρισε αμέσως προς τον Χάρι.
«Εσύ, Πότερ!» είπε. «Έλα δω...»
Μετά χτύπησε με δύναμη τα χέρια του και τα σχοινιά που έδεναν τον Χάρι λύθηκαν. Ο Χάρι σηκώθηκε αργά όρθιος.
«Έλα δω!» επανέλαβε ανυπόμονα ο Κούιρελ. «Κοίταξε στον καθρέφτη και πες μου τι βλέπεις!»
Όσο πιο αργά μπορούσε, ο Χάρι προχώρησε προς το μέρος του. Πρέπει να πω ψέματα! σκέφτηκε μ' απελπισία. Πρέπει να κοιτάξω στον καθρέφτη και να πω ψέματα γι' αυτό που βλέπω. Αυτό πρέπει να κάνω!
Στεκόταν τώρα μπροστά στον καθρέφτη. Ο Κούιρελ ήρθε και στάθηκε πίσω του. Ο Χάρι ένιωσε πάλι αυτή την παράξενη μυρωδιά, που έβγαινε από το τουρμπάνι. Μετά ο Χάρι έκλεισε τα μάτια του, πήρε βαθιά ανάσα και τα ξανάνοιξε.
Είδε αμέσως την εικόνα του. Έδειχνε χλομός και τρομαγμένος στην αρχή. Σχεδόν αμέσως, η εικόνα του του χαμογέλασε. Στη συνέχεια η εικόνα του έβαλε το ένα χέρι στην τσέπη και τράβηξε απ' αυτή μια κατακόκκινη και γυαλιστερή πέτρα. Μετά η εικόνα του έκλεισε το μάτι και ξανάβαλε την πέτρα στην τσέπη του. Και, την ίδια στιγμή, ο Χάρι ένιωσε κάτι βαρύ να πέφτει στη δική του, αληθινή τσέπη. Με κάποιον τρόπο... όσο απίστευτο κι αν του φαινόταν... είχε τώρα τη φιλοσοφική λίθο στην κατοχή του!
«Λοιπόν;» είπε ανυπόμονα ο Κούιρελ. «Τι βλέπεις;»
Ο Χάρι μάζεψε όλο του το κουράγιο.
«Βλέπω τον εαυτό μου να σφίγγει το χέρι του Ντάμπλντορ...» αποκρίθηκε. «Γιατί... γιατί κέρδισα το πρωτάθλημα για λογαριασμό του Γκρίφιντορ...»
Ο Κούιρελ ξεστόμισε δυνατά μια βαριά, μαγική βλαστήμια.
«Φύγε από τη μέση», είπε κατόπιν στον Χάρι. «Θέλω να κοιτάξω πάλι...»
Καθώς ο Χάρι παραμέριζε, ένιωσε το βάρος της πέτρας στην τσέπη του. Μήπως ήταν ώρα να το βάλει στα πόδια;
Δεν είχε, όμως, προλάβει να κάνει περισσότερα από δυο βήματα, όταν μια τσιριχτή φωνή μίλησε· μια φωνή η οποία έβγαινε από το στόμα του Κούιρελ χωρίς εκείνος να κουνάει τα χείλη του!
«Ψέματα...» έλεγε η φωνή. «Σου λέει ψέματα...»
«Πότερ, έλα δω!» φώναξε αμέσως ο Κούιρελ. «Και πες μου τώρα την αλήθεια. Τι είδες στον καθρέφτη;»
Η τσιριχτή φωνή ακούστηκε πάλι. «Θα του μιλήσω εγώ... Πρόσωπο με πρόσωπο...»
«Κύριέ μου, δεν είστε ακόμη αρκετά δυνατός...» τον συμβούλεψε ο Κούιρελ.
«Έχω αρκετή δύναμη γι' αυτό...»
Ο Χάρι ένιωθε λες και μια παγίδα τον είχε τυλίξει πάλι και τον κρατούσε εντελώς ακίνητο. Τρομαγμένος, είδε τον Κούιρελ να σηκώνει τα χέρια και ν' αρχίζει να ξετυλίγει το τουρμπάνι του. Μα τι σήμαινε αυτό; Ο Κούιρελ ξετύλιξε ολόκληρο το τουρμπάνι και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Το κεφάλι του Κούιρελ έμοιαζε τώρα απροσδόκητα μικρό. Κάνοντας μια αργή στροφή, ο Κούιρελ γύρισε την πλάτη του προς τη μεριά του Χάρι.
Κάτω από άλλες συνθήκες, ο Χάρι θα ούρλιαζε από τρόμο. Τώρα είχε κυριολεκτικά παγώσει στη θέση του. Γιατί εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να βρισκόταν το πίσω μέρος του κεφαλιού του Κούιρελ, υπήρχε ένα δεύτερο πρόσωπο, το πιο φρικτό πρόσωπο που είχε δει ποτέ στη ζωή του! Ένα πρόσωπο κατάχλομο, με γουρλωτά κόκκινα μάτια και σχισμές αντί για ρουθούνια, όπως αυτές του φιδιού.
«Χάρι Πότερ...» ψιθύρισε το φρικτό πρόσωπο.
Ο Χάρι προσπάθησε να κάνει ένα βήμα πίσω, αλλά τα πόδια του δεν τον υπάκουσαν.
«Βλέπεις πώς κατάντησα;» συνέχισε το πρόσωπο. «Μόνο σκιά και ατμός είμαι... Έχω σχήμα μόνον όταν μπορώ να μοιραστώ το σώμα κάποιου άλλου... και υπάρχουν πάντα μερικοί πρόθυμοι να μ' αφήσουν να μπω στις καρδιές και στο μυαλό τους... Το αίμα των μονόκερων μου έδωσε δύναμη αυτές τις τελευταίες εβδομάδες... Ήταν ο πιστός μου Κούιρελ, που τον είδες να το πίνει για λογαριασμό μου στο δάσος... Μόνον όταν αποκτήσω το ελιξήριο της ζωής, θα μπορέσω να φτιάξω ένα δικό μου σώμα... Και τώρα, δώσε μου την πέτρα που είναι στην τσέπη σου!»
Ώστε, λοιπόν, ήξερε... Αμέσως οι τεντωμένοι μύες του Χάρι χαλάρωσαν και μπόρεσε να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω.
«Μην είσαι χαζός!» ούρλιαξε αμέσως το πρόσωπο. «Σώσε καλύτερα τη ζωή σου κι έλα με το μέρος μου... Αλλιώς θα 'χεις κι εσύ την ίδια τύχη με τους γονείς σου! Πέθαναν ζητώντας μου οίκτο, αλλά...»
«Ψεύτη!» φώναξε δυνατά ο Χάρι κι έκανε άλλο ένα βήμα πίσω.
Ο Κούιρελ άρχισε κι αυτός να περπατά με την όπισθεν, έτσι που ο Βόλντεμορτ να μπορεί να βλέπει τον Χάρι. Το φρικτό του πρόσωπο χαμογελούσε τώρα σατανικά.
«Πόσο συγκινητικό!...» είπε ειρωνικά. «Πάντα εκτιμούσα το θάρρος... Ναι, μικρέ, οι γονείς σου ήταν θαρραλέοι... Πρώτα σκότωσα τον πατέρα σου, αφού πάλεψε σκληρά μαζί μου. Η μητέρα σου, όμως, δε χρειαζόταν να πεθάνει. Ήθελε να σε προστατέψει και... Δώσε μου τώρα την πέτρα, αν δε θέλεις ν' αποδειχτεί μάταιος ο θάνατός της...»
«Ποτέ!» φώναξε ο Χάρι κι έκανε ένα πήδημα προς τη φλεγόμενη πόρτα. Ο Βόλντεμορτ φώναξε «Πιάσ' τον!»
Την άλλη στιγμή ο Χάρι ένιωσε το χέρι του Κούιρελ στο μπράτσο του. Αμέσως ένιωσε έναν τρομερό πόνο στο κεφάλι του, εκεί ακριβώς όπου είχε το σημάδι. Νόμισε πως το κεφάλι του θα κοβόταν στα δύο, αλλά συνέχισε να παλεύει με όλη του τη δύναμη και... ξαφνικά... ο Κούιρελ του άφησε το μπράτσο. Ο πόνος στο μέτωπό του λιγόστεψε μονομιάς. Ζαλισμένος ακόμη, κοίταξε γύρω του για να δει πού βρισκόταν ο εχθρός του. Κι είδε τον Κούιρελ λίγο πιο πέρα, διπλωμένο στα δύο από τον πόνο, να κοιτά τα δάχτυλά του, που τσουρουφλίζονταν μπροστά στα μάτια του.
«Πιάσ' τον! Πιάσ' τον!» ούρλιαξε πάλι ο Βόλντεμορτ.
Ο Κούιρελ όρμησε πάλι επάνω στον Χάρι. Τον έσπρωξε με δύναμη, τον έριξε κάτω κι έπεσε ολόκληρος από πάνω του, σφίγγοντας και τα δυο του χέρια γύρω από το λαιμό του Χάρι. Ο πόνος στο μέτωπο του Χάρι ξαναγύρισε, σχεδόν τυφλώνοντάς τον... Παρ' όλ' αυτά, άκουγε καθαρά τον Κούιρελ να ουρλιάζει από πόνο...
«Κύριε, δεν μπορώ να τον κρατήσω...» τον άκουσε να φωνάζει. «Τα χέρια μου... τα χέρια μου...»
Κι ενώ ο Κούιρελ συνέχιζε να κρατά με το βάρος του ακίνητο τον Χάρι στο πάτωμα, τραβάει ξαφνικά τα χέρια του από το λαιμό του Χάρι και τα φέρνει κοντά στο πρόσωπό του. Τα χέρια του Κούιρελ ήταν αληθινά καμένα, κόκκινα σε μερικά σημεία και κατάμαυρα σ' άλλα...
«Τότε σκότωσέ τον, βλάκα!» ούρλιαξε ο Βόλντεμορτ. «Σκότωσέ τον! Τελείωνε!...»
Ο Κούιρελ σήκωσε με δυσκολία ψηλά το ένα από τα δυο καμένα χέρια του, για να τον καταραστεί με μια θανάσιμη κατάρα. Σαν από ένστικτο, ο Χάρι άπλωσε το δικό του χέρι κι άρπαξε τον Κούιρελ από το πρόσωπο.
«Αααα!» ούρλιαξε ο Κούιρελ και γλίστρησε από πάνω του, ενώ τώρα και το πρόσωπό του είχε αρχίσει να τσουρουφλίζεται. Τότε ο Χάρι κατάλαβε. Ήταν το δικό του άγγιγμα που έκανε τον Κούιρελ να καίγεται! Και το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να συνεχίσει να τον κρατά σφιχτά από το πρόσωπο, για να μην ξεστομίσει την κατάρα του.
Αναθαρρεμένος, ο Χάρι πετάχτηκε όρθιος, άρπαξε το μπράτσο του Κούιρελ και το έσφιξε μ' όλη του τη δύναμη. Ο Κούιρελ ούρλιαξε από πόνο και προσπάθησε να τον ρίξει κάτω... Ο πόνος στο μέτωπο του Χάρι δυνάμωσε πάλι... Δεν μπορούσε να δει καλά... Άκουγε μόνο τα ουρλιαχτά πόνου του Κούιρελ... και τη φωνή του Βόλντεμορτ που έλεγε «Σκότωσέ τον! Σκότωσέ τον!»...
Και μετά άλλες φωνές... ίσως να ήταν μέσα στο κεφάλι του... φωνές που έλεγαν «Χάρι! Χάρι!»
Ξαφνικά ένιωσε το μπράτσο του Κούιρελ να ελευθερώνεται με δύναμη απ' τα χέρια του... Σκέφτηκε πως όλα πια είχαν χαθεί... κι ένιωσε να πέφτει μέσα σε πυκνό σκοτάδι... κάτω... κάτω... όλο και πιο κάτω...
Κάτι χρυσό γυάλιζε πάνω από το κεφάλι του. Η χρυσή μπάλα του κουίντιτς! Ο Χάρι προσπάθησε να την αρπάξει, αλλά τα μπράτσα του ήταν πολύ βαριά...
Ο Χάρι ανοιγόκλείσε μερικές φορές τα μάτια. Αυτό που έλαμπε από πάνω του δεν ήταν η χρυσή, αλλά ένα ζευγάρι γυαλιά... Τι παράξενο! Ανοιγόκλεισε πάλι τα μάτια του κι η χαμογελαστή μορφή του Ντάμπλντορ εμφανίστηκε μπροστά του.
«Καλησπέρα, Χάρι», του είπε.
Ο Χάρι τον κοίταξε μ' απορία. Τι ήθελε εδώ ο διευθυντής του «Χόγκουαρτς»; Μετά θυμήθηκε. «Κύριε!» φώναξε. «Η πέτρα! Ο Κούιρελ ήταν! Και την έχει τώρα! Γρήγορα, κύριε! Πρέπει να...»
«Ηρέμησε, μικρέ μου. Έχουν γίνει αρκετά που δεν ξέρεις», τον καθησύχασε ο Ντάμπλντορ. «Ο Κούιρελ δεν έχει τη φιλοσοφική λίθο!»
«Τότε ποιος την έχει;» ρώτησε μ' αγωνία ο Χάρι. «Γιατί εγώ...»
«Χάρι, ηρέμησε, σε παρακαλώ. Αλλιώς η κυρία Πόμφρι θα με διώξει από δω...»
Ο Χάρι ξεροκατάπιε και κοίταξε γύρω του. Θα πρέπει να βρισκόταν στο νοσοκομείο του «Χόγκουαρτς», γιατί ήταν ξαπλωμένος σ' ένα στενό κρεβάτι με λευκά σεντόνια, ενώ στο μικρό τραπεζάκι δίπλα του ήταν αφημένα ένα σωρό γλυκά.
«Δώρα από τους φίλους και τους θαυμαστές σου», του εξήγησε ο Ντάμπλντορ. «Όσα έγιναν στα υπόγεια του κάστρου ανάμεσα σε σένα και τον Κούιρελ, παραμένουν μυστικό, κοινό μυστικό, δηλαδή όλο το σχολείο τα ξέρει. Νομίζω πως οι δυο δίδυμοι φίλοι σου, ο Φρεντ κι ο Τζορτζ Ουέσλι, προσπάθησαν να σου στείλουν ένα καπάκι τουαλέτας, με την εντύπωση ότι θα σε διασκέδαζε. Η κυρία Πόμφρι, όμως, δεν έχει καθόλου χιούμορ και το πέταξε στα σκουπίδια...»
«Πόσο καιρό βρίσκομαι εδώ;» ρώτησε διστακτικά ο Χάρι.
«Τρεις μέρες. Ο Ρον Ουέσλι κι η Ερμιόνη Γκρέιντζερ θα χαρούν πολύ που συνήλθες, γιατί ανησυχούσαν πολύ για σένα».
«Ναι, κύριε. Αλλά η πέτρα...»
«Βλέπω πως είσαι επίμονος», τον έκοψε ο Ντάμπλντορ. «Πολύ καλά, λοιπόν, θα μιλήσουμε για την πέτρα. Ο καθηγητής Κούιρελ δεν κατάφερε να σου την πάρει, γιατί εγώ έφτασα έγκαιρα και τον εμπόδισα. Αν και πρέπει να πω πως τα κατάφερνες μια χαρά και μόνος σου...»
«Φτάσατε έγκαιρα;» ρώτησε ο Χάρι. «Δηλαδή πήρατε την κουκουβάγια που έστειλε η Ερμιόνη;»
«Τη συνάντησα στα μισά του δρόμου, καθώς γύριζα. Βλέπεις, μόλις έφτασα στο Λονδίνο, κατάλαβα πως με είχαν παραπλανήσει. Και γύρισα ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε, για να τραβήξω τον Κούιρελ από πάνω σου. Για μια στιγμή, μάλιστα, φοβήθηκα πως δε θα προλάβαινα...»
«Στο παραπέντε...» παραδέχθηκε ο Χάρι. «Δε θα μπορούσα να τον κρατήσω άλλο μακριά από την πέτρα, αν...»
«Όχι από την πέτρα, μικρέ. Από σένα!» τον διόρθωσε ο Ντάμπλντορ. «Βλέπεις, η προσπάθεια που έκανες, ήταν τόσο μεγάλη, που παραλίγο να σε σκοτώσει. Για μια στιγμή μάλιστα — ω, τι φοβερή στιγμή!— φοβήθηκα πως αυτό ακριβώς είχε συμβεί... Όσο για τη φιλοσοφική λίθο, την καταστρέψαμε».
«Την καταστρέψατε;» ρώτησε ο Χάρι, μην μπορώντας να πιστέψει στ' αφτιά του. «Μα τότε ο φίλος σας... ο Νίκολας Φλαμέλ...»
«Α, ώστε ξέρεις για τον Νίκολας;» ρώτησε ενθουσιασμένος ο Ντάμπλντορ. «Βλέπω, λοιπόν, πως τα κατάφερες μια χαρά... Ο Νίκολας κι εγώ κουβεντιάσαμε και συμφωνήσαμε πως είναι καλύτερο να καταστραφεί...»
«Αυτό, όμως, σημαίνει πως εκείνος κι η γυναίκα του θα πεθάνουν, έτσι;»
«Έχουν αρκετό ελιξήριο για να τακτοποιήσουν πρώτα όλες τις υποθέσεις τους. Και μετά, ναι, θα πεθάνουν...» απάντησε ο Ντάμπλντορ χαμογελώντας, καθώς παρακολουθούσε την έκπληξη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο του Χάρι.
«Σε κάποιον τόσο νέον όσο εσύ», συνέχισε ο Ντάμπλντορ, «αυτό φαίνεται αδιανόητο. Για τον Νίκολας όμως και την Πετρονέλα, ο θάνατος είναι σαν να ξαπλώνουν να κοιμηθούν μετά από μια πολύ κουραστική μέρα... Έπειτα, για ένα ισορροπημένο μυαλό, ο θάνατος δεν είναι παρά η επόμενη μεγάλη περιπέτεια... Βλέπεις, Χάρι, αυτή η πέτρα δεν ήταν και τόσο θαυμάσιο πράγμα. Ναι, μπορούσε να σου προσφέρει όση ζωή και όσα χρήματα ήθελες, δηλαδή τα δυο πράγματα που θα διάλεγαν σχεδόν όλοι οι άνθρωποι! Το πρόβλημα, όμως, είναι πως οι άνθρωποι έχουν συχνά το ελάττωμα να διαλέγουν το χειρότερο γι' αυτούς».
Ο Χάρι δεν ήξερε τι να πει. Ο Ντάμπλντορ περίμενε, σιγοσφυρίζοντας και κοιτάζοντας το ταβάνι.
«Κύριε...» είπε σε λίγο διστακτικά ο Χάρι. «Σκέφθηκα πως... ακόμη κι αν η πέτρα δεν υπάρχει πια, ο Βολ... θέλω να πω ο Ξέρεις-Ποιος...»
«Λέγε τον Βόλντεμορτ, Χάρι», τον διέκοψε ο Ντάμπλντορ. «Πάντα να λες τα πράγματα με τ' όνομά τους, γιατί αν δεν τολμάς να προφέρεις κάτι με τ' όνομά του, ο φόβος σου γι' αυτό μεγαλώνει!»
«Μάλιστα, κύριε. Θέλω να πω, λοιπόν, πως ο Βόλντεμορτ θα δοκιμάσει άλλους τρόπους, για να γίνει δυνατός και να ξαναγυρίσει. Γιατί δεν εξαφανίστηκε, έτσι δεν είναι;»
«Όχι, Χάρι, δεν εξαφανίστηκε. Βρίσκεται κάπου εκεί έξω... ψάχνοντας ίσως για κάποιο άλλο σώμα να τον φιλοξενήσει... Τον Κούιρελ, όμως, τον άφησε να πεθάνει. Είναι φοβερό. Είτε για οπαδό του πρόκειται, είτε για εχθρό του, δε δείχνει κανένα οίκτο. Εσύ, Χάρι, μπορεί μόνο να καθυστέρησες την επιστροφή του... Αργότερα, κάποιος άλλος μπορεί να κάνει το ίδιο... Κι αν αρκετοί τον καθυστερήσουν, ο Βόλντεμορτ μπορεί να μην ξαναγυρίσει ποτέ!»
Ο Χάρι άρχισε να κουνάει το κεφάλι του καταφατικά, σταμάτησε όμως αμέσως, γιατί πονούσε.
«Κύριε», είπε κατόπιν, «υπάρχουν και μερικά άλλα πράγματα που θέλω να μάθω... Αν, δηλαδή, μπορείτε να μου πείτε την αλήθεια...»
«Η αλήθεια!» είπε ο Ντάμπλντορ αναστενάζοντας, «είναι ένα όμορφο αλλά και συνάμα τρομερό πράγμα. Γι' αυτό πρέπει ν' αντιμετωπίζεται με προσοχή. Πάντως είμαι πρόθυμος ν' απαντήσω στις ερωτήσεις σου, εκτός κι αν υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος για να μην το κάνω... Πάντως σου υπόσχομαι να μη σου πω ψέματα...»
«Ο Βόλντεμορτ», άρχισε διστακτικά ο Χάρι, «είπε ότι σκότωσε τη μητέρα μου μόνο και μόνο επειδή προσπάθησε να τον εμποδίσει να σκοτώσει εμένα. Γιατί, όμως, ήθελε να με σκοτώσει; Τότε δεν ήμουν παρά ένα μωρό...»
Ο Ντάμπλντορ αναστέναξε πολύ βαθιά.