×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 16. Μέσα από την καταπακτή (2)

16. Μέσα από την καταπακτή (2)

Ο Χάρι έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα.

Αμέσως ακούστηκαν δυνατά ρουθουνίσματα, ενώ τα τρία μουσούδια του τεράστιου σκύλου γύρισαν προς το μέρος τους, παρόλο που δεν μπορούσε να τους δει.

«Τι είναι αυτό στα πόδια του;» ψιθύρισε η Ερμιόνη.

«Μοιάζει με άρπα», αποκρίθηκε ο Ρον. «Θα την άφησε ο Σνέιπ, αφού τον αποκοίμισε...»

«Ετοιμάζεται, όμως, να ξυπνήσει», παρατήρησε ο Χάρι. «Θα παίξω αμέσως».

Και φέρνοντας τη φλογέρα στα χείλη του, έπαιξε μερικές νότες. Τα μισάνοιχτα βλέφαρα του Λουλούκου βάρυναν. Και καθώς ο Χάρι συνέχισε να του παίζει νότες με τη φλογέρα του, τα τρία κεφάλια του χαμήλωσαν, τα πόδια του χαλάρωσαν και βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο.

«Μη σταματήσεις να παίζεις!» ψιθύρισε ο Ρον στον Χάρι, καθώς κι οι τρεις έβγαζαν το μανδύα και προχωρούσαν προς την καταπακτή. Καθώς περνούσαν σε απόσταση αναπνοής από τα τρία κεφάλια του τεράστιου ζώου, ένιωσαν τη φρικτή μυρωδιά της βαριάς ανάσας του.

«Θα τα καταφέρουμε να σηκώσουμε αυτή την πλάκα;» ψιθύρισε ανήσυχος ο Ρον. «Ερμιόνη, θέλεις να περάσεις πρώτη;»

«Όχι, δε θέλω».

«Καλά. Εμπρός, λοιπόν!» είπε ο Ρον.

Και σφίγγοντας αποφασιστικά τα δόντια του, πέρασε πάνω από τα πόδια του Λουλούκου, έπιασε το σιδερένιο κρίκο στη μέση της πλάκας και τον τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Η πλάκα σηκώθηκε, φανερώνοντας το άνοιγμα της καταπακτής.

«Βλέπεις τίποτα;» ρώτησε μ' αγωνία η Ερμιόνη.

«Όχι... μόνο σκοτάδι... Δεν έχει σκαλοπάτια, θα πρέπει να πηδήσουμε...» απάντησε ο Ρον.

Ο Χάρι, που ακόμη έπαιζε φλογέρα, άγγιξε με το ένα χέρι του τον Ρον και μετά έδειξε τον εαυτό του.

«Θέλεις να πηδήσεις πρώτος;» τον ρώτησε τότε εκείνος. «Είσαι σίγουρος; Δεν ξέρουμε πόσο βαθιά είναι... Δώσε όμως τη φλογέρα στην Ερμιόνη, για να μην ξυπνήσει ο Λουλούκος...»

Ο Χάρι υπάκουσε. Στις λίγες στιγμές σιωπής που ακολούθησαν, ο τερατόμορφος σκύλος κουνήθηκε και γρύλισε, μόλις όμως η Ερμιόνη άρχισε να του παίζει, ξανάπεσε σε βαθύ ύπνο.

Ο Χάρι πλησίασε στο άνοιγμα της καταπακτής και κοίταξε κάτω. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Ήταν άσκοπο να χάνει περισσότερο χρόνο. Προσεκτικά, αφέθηκε να γλιστρήσει στην τρύπα. Κρεμάστηκε κι έπιασε την άκρη της με τα δάχτυλά του. Κατόπιν κοίταξε τον Ρον και είπε: «Αν πάθω τίποτα, μη μ' ακολουθήσετε. Φύγετε αμέσως και στείλτε την κουκουβάγια μου στον Ντάμπλντορ. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι», αποκρίθηκε ο Ρον.

«Θα σας δω σε λίγο. Τουλάχιστον, το ελπίζω...»

Ο Χάρι άφησε τα χέρια του. Άρχισε να πέφτει. Κρύος αέρας τον τύλιξε καθώς έπεφτε... κι έπεφτε... κι έπεφτε... ώσπου... μπαφ!

Είχε πέσει πάνω σε κάτι μαλακό. Ανακάθισε και κοίταξε γύρω του. Δεν μπορούσε να δει τίποτε ακόμη, γιατί τα μάτια του δεν είχαν συνηθίσει στο μισοσκόταδο. Είχε όμως την εντύπωση πως καθόταν επάνω σε κάποιο φυτό.

«Εντάξει!» φώναξε κοιτάζοντας προς τα πάνω, προς το μικρό αλλά φωτεινό άνοιγμα της καταπακτής. «Είναι μαλακά εδώ, μπορείτε να πηδήσετε».

Ο Ρον πήδησε αμέσως κι έπεσε ανάσκελα δίπλα στον Χάρι.

«Πού πέσαμε;» τον ρώτησε αμέσως.

«Δεν ξέρω, κάποιο φυτό θα είναι. Ίσως βρίσκεται εδώ για να μη σκοτώνεται όποιος πηδά κάτω...» αποκρίθηκε εκείνος. «Έλα, Ερμιόνη!»

Η φλογέρα σταμάτησε. Ακούστηκε ένα νυσταλέο γάβγισμα. Όμως η Ερμιόνη είχε κιόλας πηδήσει. Έπεσε από την άλλη μεριά από αυτή που είχε πέσει ο Ρον.

«Πρέπει να είμαστε χιλιόμετρα κάτω από το σχολείο», είπε.

«Ευτυχώς που είναι εδώ αυτό το φυτό», πρόσθεσε ο Ρον. «Αλλιώς μπορεί να...»

«Ευτυχώς!» φώναξε ξαφνικά η Ερμιόνη. «Για κοίτα πώς γίνατε!»

Μιλώντας, είχε πεταχτεί όρθια και πάλευε να φτάσει στον πιο κοντινό τοίχο. Ήταν αναγκασμένη να παλεύει, γιατί, από τη στιγμή που είχε πέσει επάνω του, το μαλακό φυτό είχε αρχίσει να τυλίγει τα λεπτά βλαστάρια του γύρω από τους αστραγάλους της. Όσο για τον Χάρι και τον Ρον, τα δικά τους πόδια ήταν κιόλας σφιχτά τυλιγμένα από μακριά πράσινα πλοκάμια, χωρίς να το έχουν πάρει είδηση.

Η Ερμιόνη κατάφερε να ελευθερωθεί προτού το φυτό τυλιχτεί γερά επάνω της. Και τώρα παρακολουθούσε με φρίκη τα δυο αγόρια, να παλεύουν απεγνωσμένα να ξετυλίξουν τα πράσινα πλοκάμια από πάνω τους. Όσο πάλευαν όμως, τόσο τα πλοκάμια τυλίγονταν πιο σφιχτά γύρω τους.

«Μείνετε ακίνητοι!» τους διέταξε η Ερμιόνη. «Ξέρω τι είναι... Είναι η παγίδα του σατανά!»

«Αχ, πόσο χαίρομαι που τώρα ξέρω τ' όνομά του!» φώναξε ειρωνικά ο Ρον, καθώς έγερνε προς τα πίσω για να εμποδίσει ένα πλοκάμι να τυλιχτεί στο λαιμό του.

«Μη μιλάς! Προσπαθώ να θυμηθώ το ξόρκι για να το σκοτώσω!» αποκρίθηκε βιαστικά η Ερμιόνη.

«Τότε, βιάσου! Δεν μπορώ ν' αναπνεύσω!» φώναξε ο Χάρι, παλεύοντας με το φυτό, το οποίο είχε τώρα τυλιχτεί γύρω από το στήθος του.

«Παγίδα του σατανά... Παγίδα του σατανά... Τι μας είπε ο καθηγητής Σπράουτ; Πως του αρέσει το σκοτάδι... κι η υγρασία...»

«Τότε άναψε μια φωτιά!» είπε ο Χάρι με πνιχτή φωνή.

«Ναι, βέβαια... Αλλά πού να βρω ξύλα;» φώναξε η Ερμιόνη, σφίγγοντας τα χέρια της από απελπισία.

«Τρελάθηκες;» ούρλιαξε ο Ρον. «Είσαι μάγισσα ή όχι;»

«Α, ναι», είπε ανακουφισμένη η Ερμιόνη κι έβγαλε το μαγικό ραβδί της. Το κούνησε τρεις φορές στον αέρα, μουρμούρισε κάποιες λέξεις κι έστειλε προς το επικίνδυνο φυτό τις ίδιες μπλε φλόγες που είχε χρησιμοποιήσει και στον καθηγητή Σνέιπ. Αμέσως τα δυο αγόρια ένιωσαν τα πλοκάμια του να χαλαρώνουν, καθώς το φυτό προσπαθούσε ν' απομακρυνθεί από το φως και τη ζέστη. Σε λίγα λεπτά είχε ζαρώσει σε μιαν άκρη. Έτσι ο Χάρι κι ο Ρον, ελευθερωμένοι πια, μπόρεσαν να πάνε κοντά στην Ερμιόνη.

«Ευτυχώς που είσαι καλή στη βοτανολογία, Ερμιόνη!» είπε μ' ανακούφιση ο Χάρι, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του.

«Κι ευτυχώς που ο Χάρι δε χάνει την ψυχραιμία του εύκολα!» πρόσθεσε ο Ρον. «Ακούς, πού θα βρω ξύλα!»

«Από δω!» είπε ο Χάρι, δείχνοντας ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, το οποίο φαινόταν να είναι η μοναδική έξοδος.

Το μόνο που ακουγόταν τώρα, εκτός από τα βήματα των τριών παιδιών, ήταν ο απαλός ήχος από σταγόνες νερού που έπεφταν. Το μονοπάτι ήταν κατηφορικό και θύμισε στον Χάρι τους υπόγειους διαδρόμους στην τράπεζα Γκρίνγκοτς. Μ' ένα δυσάρεστο σφίξιμο στη καρδιά, θυμήθηκε τους δράκους που φύλαγαν τα χρηματοκιβώτια της τράπεζας. Αν συναντούσαν τώρα ένα δράκο, ένα μεγάλο δράκο...

«Ακούς τίποτα;» ρώτησε ψιθυριστά ο Ρον.

Ο Χάρι τέντωσε τ' αφτιά του. Ένα περίεργο θρόισμα ερχόταν από κάπου μπροστά τους.

«Λες να είναι κανένα φάντασμα;» ξαναρώτησε ο Ρον.

«Δεν ξέρω... Σαν φτερούγισμα μου φαίνεται...» του απάντησε ο Χάρι.

«Βλέπω φως μπροστά... κάτι κινείται...» είπε τότε ο Ρον.

Στο μεταξύ τα τρία παιδιά είχαν φτάσει στο τέλος του μονοπατιού. Ένα φωτισμένο δωμάτιο ανοιγόταν μπροστά τους. Το θολωτό ταβάνι του, πάρα πολύ ψηλό, ήταν γεμάτο από μικρά πουλιά σε ζωηρά χρώματα, που φτερούγιζαν εδώ κι εκεί. Στην απέναντι μεριά του δωματίου φαινόταν μια χοντρή ξύλινη πόρτα.

«Λες να μας επιτεθούν, αν προσπαθήσουμε να περάσουμε;» ρώτησε ο Ρον.

«Πολύ πιθανό», αποκρίθηκε ο Χάρι. «Δε μοιάζουν για άγρια, αλλά αν πέσουν όλα μαζί επάνω μας... Πρέπει, όμως, να το διακινδυνέψουμε... Θα τρέξω πρώτος εγώ...»

Κατόπιν ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα, σκέπασε το πρόσωπό του με τα χέρια του και διέσχισε τρέχοντας το δωμάτιο. Περίμενε να νιώσει επάνω του τσιμπήματα από σκληρά ράμφη, αλλά τίποτα δεν έγινε. Έφτασε στην πόρτα, γύρισε το πόμολο, αλλά ήταν κλειδωμένη.

Οι άλλοι δυο πέρασαν κι αυτοί τρέχοντας. Δοκίμασαν κι αυτοί ν' ανοίξουν την πόρτα, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα, ούτε καν όταν η Ερμιόνη δοκίμασε το ξόρκι «Αλοχομόρα».

«Και τώρα, τι κάνουμε;» ρώτησε ο Ρον.

«Αυτά τα πουλιά», παρατήρησε η Ερμιόνη. «Δεν μπορεί να είναι εδώ τυχαία...»

Τα τρία παιδιά σήκωσαν το βλέμμα τους κι άρχισαν να παρατηρούν τα ζωηρόχρωμα πουλιά.

«Μα... μα αυτά δεν είναι πουλιά!» φώναξε ξαφνικά ο Χάρι. «Κλειδιά είναι! Κλειδιά με φτερά... Κοιτάξτε τα καλά! Το βλέπετε τώρα; Κι αφού είναι κλειδιά... σημαίνει πως... μας χρειάζονται σκουπόξυλα, για να μπορέσουμε να πετάξουμε κι εμείς και να πιάσουμε το κλειδί που ταιριάζει σ' αυτή την πόρτα!»

«Μα εδώ υπάρχουν χιλιάδες κλειδιά!» παρατήρησε ο Ρον, εξετάζοντας προσεκτικά την κλειδαριά της πόρτας.

«Το κλειδί που μας χρειάζεται, πρέπει να είναι παλιό και μεγάλο», είπε. «Ίσως και ασημένιο, όπως το πόμολο της πόρτας...»

Σε μιαν άκρη του δωματίου, μερικά σκουπόξυλα ήταν ακουμπισμένα στον τοίχο. Κάθε παιδί άρπαξε από ένα κι υψώθηκαν μαζί στον αέρα, ανάμεσα στα πουλιά-κλειδιά. Προσπάθησαν να τα πιάσουν, αλλά τα μαγικά πουλιά-κλειδιά πετούσαν τόσο γρήγορα, που ολοένα τους ξέφευγαν.

Ο Χάρι δεν είχε κερδίσει άδικα τον τίτλο του νεότερου ανιχνευτή ματς κουίντιτς του αιώνα. Είχε αληθινά ταλέντο στο να ξεχωρίζει πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν. Μετά από μερικά λεπτά πρόσεξε ένα μεγάλο κι ασημένιο πουλί-κλειδί, του οποίου η μία φτερούγα ήταν τσακισμένη με τέτοιο τρόπο, λες και κάποιος το είχε πιάσει και είχε προσπαθήσει βίαια να το χώσει μέσα στην κλειδαρότρυπα.

«Να το, αυτό εκεί!» φώναξε στους άλλους. «Αυτό το μεγάλο... εκεί πέρα... με τα μπλε φτερά! Είναι τσακισμένα από τη μια πλευρά...»

Ο Ρον πέταξε αμέσως προς το σημείο το οποίο του υπέδειξε ο Χάρι, αλλά είχε τόση ταχύτητα, που χτύπησε στο ταβάνι και παραλίγο να πέσει από το σκουπόξυλό του.

«Πρέπει να το κυκλώσουμε!» φώναξε ο Χάρι, χωρίς να αφήνει από το βλέμμα του το πουλί με το τσακισμένο φτερό. «Ρον, εσύ πλησίασέ το από πάνω! Ερμιόνη, εσύ πήγαινε από κάτω του κι εμπόδισέ το να πετάξει χαμηλά... Κι εγώ θα προσπαθήσω να το αρπάξω... Έτοιμοι, τώρα!»

Ο Ρον έκανε βουτιά, η Ερμιόνη πέταξε προς τα πάνω, το πουλί-κλειδί προσπάθησε και τα κατάφερε να τους αποφύγει και τους δύο. Έτσι ο Χάρι είχε την ευκαιρία να πετάξει γρήγορα από πίσω του. Το πουλί-κλειδί κατευθύνθηκε προς τον τοίχο. Ο Χάρι, γρήγορος σαν τον άνεμο, το ακολούθησε και το στρίμωξε κάθετα προς τον τοίχο. Πλησιάζοντάς το αργά αργά, το κουκούλωσε με την παλάμη του. Ο Ρον κι η Ερμιόνη ζητωκραύγασαν.

Αμέσως προσγειώθηκαν κι οι τρεις τους κι ο Χάρι έτρεξε προς την πόρτα, με το πουλί-κλειδί να σπαρταρά στο χέρι του. Το έβαλε με δύναμη στην κλειδαριά, το γύρισε βιαστικά κι η πόρτα άνοιξε. Ξάφνου το πουλί-κλειδί βγήκε μόνο του από την κλειδαριά και πέταξε μακριά. Ήταν ακόμη πιο στραπατσαρισμένο απ' ό,τι προηγουμένως.

«Έτοιμοι;» ρώτησε ο Χάρι.

Κι όταν οι άλλοι δυο απάντησαν καταφατικά, άνοιξε διάπλατα την πόρτα.

Το επόμενο δωμάτιο ήταν τόσο σκοτεινό, που δεν έβλεπαν τίποτα. Καθώς όμως έκαναν ένα διστακτικό βήμα μέσα, φως πλημμύρισε απότομα το δωμάτιο, αποκαλύπτοντας ένα απίστευτο θέαμα.

Μια τεράστια σκακιέρα ήταν εκεί, μπροστά τους! Τα μαύρα πιόνια, όλα πολύ ψηλά, έμοιαζαν σαν φτιαγμένα από μαύρη πέτρα. Όσο για τα λευκά στην άλλη μεριά της σκακιέρας... Τα τρία παιδιά ένιωσαν ένα ρίγος να τα διαπερνά. Τα λευκά πιόνια δεν είχαν πρόσωπα!

«Και τώρα τι κάνουμε;» ψιθύρισε ο Χάρι.

«Είναι ολοφάνερο», αποκρίθηκε ο Ρον. «Πρέπει να πάμε απέναντι παίζοντας σκάκι!»

Πίσω από τα λευκά πιόνια, μια πόρτα φαινόταν καθαρά στον τοίχο.

«Μα... πώς;» ρώτησε ανήσυχη η Ερμιόνη.

«Νομίζω...» απάντησε διστακτικά ο Ρον, «πως θα πρέπει να γίνουμε κι εμείς πιόνια...»

Κατόπιν πλησίασε το μαύρο άλογο κι ακούμπησε ελαφρά το χέρι του επάνω του. Αμέσως το άλογο ζωντάνεψε κι άρχισε να χτυπά τις οπλές του κάτω, ενώ ο ιππότης γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του Ρον.

«Πρέπει να... πρέπει να παίξουμε μαζί σας, για να πάμε απέναντι;» τον ρώτησε ο Ρον.

Το μαύρο άλογο κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ο Ρον γύρισε στους άλλους δυο.

«Αυτό χρειάζεται σκέψη...» τους είπε. «Φαντάζομαι πως... θα πρέπει να πάρουμε τη θέση τριών από τα μαύρα πιόνια...»

Ο Χάρι κι η Ερμιόνη έμεναν σιωπηλοί, κοιτάζοντας τον Ρον, που σκεφτόταν. Μετά από λίγο, εκείνος τους είπε: «Ελπίζω τώρα να μη με παρεξηγήσετε, αλλά... κανείς από τους δυο σας δεν τα καταφέρνει καλά στο σκάκι...»

«Δε σε παρεξηγούμε», βιάστηκε να τον βεβαιώσει ο Χάρι. «Πες μας τι πρέπει να κάνουμε...»

«Τότε εσύ, Χάρι, πάρε τη θέση αυτού του αξιωματικού. Κι εσύ, Ερμιόνη, πήγαινε να σταθείς δίπλα του, στη θέση αυτού του πύργου...» είπε ο Ρον.

«Κι εσύ τι θα κάνεις;» τον ρώτησαν ταυτόχρονα τα δυο παιδιά.

«Εγώ θα γίνω άλογο», αποκρίθηκε ο Ρον.

Τα πιόνια φαίνεται πως παρακολουθούσαν τη συζήτηση των παιδιών, γιατί, ακούγοντάς τα, ένας αξιωματικός, ένας πύργος κι ένα άλογο βγήκαν αμέσως από τη σκακιέρα, αφήνοντας τρεις άδειες θέσεις, τις οποίες έπιασαν αντίστοιχα ο Χάρι, η Ερμιόνη και ο Ρον.

«Στο σκάκι», είπε ο Ρον, κοιτάζοντας την απέναντι πλευρά, «τα άσπρα παίζουν πάντα πρώτα. Να...δείτε εκεί!»

Ένα άσπρο πιόνι είχε πάει δύο τετράγωνα μπροστά.

Ο Ρον άρχισε αμέσως να δίνει διαταγές στα μαύρα πιόνια, που πήγαιναν υπάκουα όπου τα έστελνε. Ο Χάρι παρακολουθούσε μ' αγωνία κι ένιωθε τα γόνατά του να τρέμουν. Τι θα γινόταν, αν έχαναν;

«Χάρι!» είπε ξαφνικά ο Ρον. «Πήγαινε τέσσερα τετράγωνα διαγώνια...»

Ο Χάρι υπάκουσε και ξανάρχισε να περιμένει. Το πρώτο σοκ ήρθε, όταν οι αντίπαλοι πήραν το άλλο τους άλογο. Η άσπρη βασίλισσα το έριξε κάτω και μετά το τράβηξε έξω από τη σκακιέρα, αφήνοντάς το ακίνητο.

«Έπρεπε να γίνει αυτό», είπε ο Ρον, δείχνοντας όμως ταραγμένος. «Σου δίνει την ευκαιρία να πάρεις αυτόν τον αξιωματικό. Ερμιόνη, εμπρός, πήγαινε!»

Η παρτίδα συνεχιζόταν. Κάθε φορά που κάποιο από τα μαύρα πιόνια χανόταν, η αντίπαλη πλευρά το έβγαζε έξω από τη σκακιέρα. Σύντομα ένας σωρός από ακίνητα μαύρα πιόνια σχηματίστηκε σε μιαν άκρη. Ο Χάρι και η Ερμιόνη κινδύνεψαν δυο φορές. Ο Ρον, κάνοντας τις σωστές κινήσεις, τους έσωσε. Όσο για τον ίδιο τον Ρον, έπαιζε με μαεστρία, μ' αποτέλεσμα να έχει προκαλέσει σχεδόν ισοδύναμες απώλειες στην άσπρη πλευρά.

«Κοντεύουμε να τα καταφέρουμε», μουρμούρισε κάποια στιγμή. «Αφήστε με να σκεφτώ... να σκεφτώ...»

Την ίδια στιγμή η άσπρη βασίλισσα γύρισε προς το μέρος του.

«Ναι...» είπε ψιθυριστά ο Ρον. «Ναι, ναι... αυτός είναι ο μόνος τρόπος... Πρέπει ν' αφήσω να με πάρουν...»

«Όχι!» φώναξαν μαζί η Ερμιόνη και ο Χάρι.

«Έτσι είναι το σκάκι!» τους έκοψε απότομα ο Ρον. «Για να κερδίσεις, πρέπει να κάνεις θυσίες! Θα κάνω λοιπόν ένα βήμα μπροστά κι εκείνη θα με πάρει... Έτσι εσύ, Χάρι, είσαι ελεύθερος να κάνεις ματ στο βασιλιά τους!»

«Μα...» άρχισε να λέει ο Χάρι.

«Θέλεις να σταματήσεις τον Σνέιπ, ναι ή όχι;» τον ρώτησε ο Ρον.

«Βέβαια, Ρον. Αλλά...» του απάντησε ο Χάρι.

«Αν δεν κάνουμε γρήγορα, μπορεί να έχει κιόλας πάρει την πέτρα στα χέρια του!» είπε ο Ρον.

Ο Χάρι έσκυψε το κεφάλι.

«Έτοιμοι;» φώναξε ο Ρον, χλομός αλλά αποφασισμένος. «Λοιπόν, ξεκινάω! Εσείς οι δυο, μόλις κερδίσουμε, φύγετε αμέσως!»

Ο Ρον έκανε ένα βήμα μπροστά. Η άσπρη βασίλισσα όρμησε και τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι με το πέτρινο χέρι της. Εκείνος έπεσε κάτω κι η Ερμιόνη έβγαλε μια κραυγή τρόμου, μένοντας όμως στη θέση της. Η άσπρη βασίλισσα τράβηξε τον αναίσθητο Ρον έξω από τη σκακιέρα.

Με πόδια που έτρεμαν, ο Χάρι πήγε τρία τετράγωνα προς τα αριστερά.

Αμέσως ο άσπρος βασιλιάς έβγαλε το στέμμα από το κεφάλι του και το πέταξε στα πόδια του Χάρι. Τα υπόλοιπα άσπρα πιόνια υποκλίθηκαν και μετά τραβήχτηκαν στο πλάι, αφήνοντας ελεύθερο το δρόμο προς την πόρτα. Με μια τελευταία απελπισμένη ματιά στον Ρον, ο Χάρι κι η Ερμιόνη έτρεξαν προς τα εκεί, την άνοιξαν και βγήκαν σ' έναν άλλο διάδρομο.

«Τι θα γίνει, αν ο Ρον...» άρχισε η Ερμιόνη.

«Δε θα πάθει τίποτα!» τη διέκοψε ο Χάρι, προσπαθώντας μάλλον να πείσει τον εαυτό του παρά την Ερμιόνη. «Τι θα κάνουμε τώρα;»

«Περάσαμε τα μάγια του καθηγητή Σπράουτ, δηλαδή την παγίδα του σατανά...» είπε η Ερμιόνη, αρχίζοντας να μετρά με τα δάχτυλά της... «μετά του Φλίτγουικ... που είχε μαγέψει τα κλειδιά... Τα ζωντανά πιόνια της σκακιέρας θα πρέπει να ήταν τα μάγια της καθηγήτριας ΜακΓκόναγκαλ... Μας μένουν, λοιπόν, ακόμη τα μάγια του Κούιρελ και του Σνέιπ...»

Στο μεταξύ τα δυο παιδιά είχαν διασχίσει το διάδρομο και είχαν σταματήσει μπροστά σε μια ακόμη κλειστή πόρτα.

«Έτοιμοι;» ρώτησε ο Χάρι.

«Ναι...» απάντησε η Ερμιόνη.

Ο Χάρι άνοιξε την πόρτα.

Μια απαίσια μυρωδιά τους τύλιξε αμέσως, μια μυρωδιά τόσο αηδιαστική, που και τα δυο παιδιά τράβηξαν τις ρόμπες τους προς τα πάνω και σκέπασαν τις μύτες τους. Κοιτάζοντας κατόπιν μπροστά, είδαν στο πάτωμα έναν καλλικάντζαρο, ακόμη πιο μεγάλον από αυτόν που είχαν δει στο παρελθόν, αναίσθητο και μ' ένα ματωμένο καρούμπαλο στο κεφάλι του.

«Ευτυχώς που δε χρειάζεται ν' αντιμετωπίσουμε κι αυτόν!» είπε ο Χάρι καθώς περνούσαν προσεκτικά από δίπλα του. «Κάνε γρήγορα, Ερμιόνη, δεν μπορώ ν' ανασάνω...»

Βιαστικά, άνοιξε την επόμενη πόρτα. Κοίταξαν μαζί μέσα, τρέμοντας για το τι θα αντίκριζαν. Όμως δεν είδαν τίποτα το τρομακτικό. Μονάχα ένα τραπέζι με πέντε διαφορετικά μπουκαλάκια στην επιφάνειά του, το ένα δίπλα στο άλλο.

«Τα μάγια του καθηγητή Σνέιπ!» ψιθύρισε ο Χάρι. «Τι θα κάνουμε τώρα;»

Διστακτικά, πέρασαν το κατώφλι. Αμέσως μια δυνατή φωτιά άναψε πίσω τους, στο ύψος της πόρτας που είχαν μόλις διαβεί! Δεν ήταν όμως μια συνηθισμένη φωτιά, γιατί οι φλόγες της ήταν μοβ. Σχεδόν αμέσως, μια δεύτερη φωτιά, αυτή με μαύρες φλόγες, άναψε μπροστά τους. Τώρα ήταν αιχμαλωτισμένοι ανάμεσα σε δυο φωτιές!

«Κοίτα εδώ!» φώναξε η Ερμιόνη, αρπάζοντας μια περγαμηνή σε ρολό που ήταν επάνω στο τραπέζι, κοντά στα μπουκαλάκια. Την ξετύλιξε κι άρχισε να διαβάζει:

--

"Ο κίνδυνος είναι μπροστά στον κι η σωτηρία πίσω σου. Δυο από μας θα σε βοηθήσουν ό,τι κι αν συναντήσεις.

Ένα από μας θα σ' αφήσει να πας μπροστά, ενώ ένα άλλο, αν πιεις από το περιεχόμενό του, θα σε πάει πίσω.

Δυο από μας περιέχουν μόνο λικέρ από κεράσια, ενώ τρία από μας είναι κρυφοί δολοφόνοι.

Πρέπει να διαλέξεις, εκτός κι αν θέλεις να μείνεις εδώ για πάντα. Για να σε βοηθήσουμε, σου δίνουμε μερικές συμβουλές.

Η πρώτη: όσο πονηρά κι αν κρύβεται το δηλητήριο, εσύ θα το βρεις στ' αριστερά των μπουκαλιών που περιέχουν λικέρ από κεράσια.

Η δεύτερη: τα μπουκάλια στην αρχή και στο τέλος της σειράς είναι διαφορετικά, αλλά εσύ, αν θέλεις να προχωρήσεις, κανένα από τα δυο δεν είναι φίλος σου.

Η τρίτη: όπως βλέπεις, όλα τα μπουκάλια έχουν διαφορετικό μεταξύ τους μέγεθος, όμως ούτε το πιο μικρό ούτε το πιο μεγάλο κρύβουν μέσα τους το θάνατο.

Η τελευταία: το δεύτερο μπουκάλι από αριστερά και το δεύτερο από δεξιά έχουν το ίδιο περιεχόμενο, αν και φαίνονται διαφορετικά σε πρώτη ματιά."

--

Η Ερμιόνη σταμάτησε να διαβάζει κι έβγαλε ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης. Ο Χάρι την κοίταξε κι είδε ότι χαμογελούσε, κάτι που σ' αυτόν φαινόταν εντελώς τρελό.

«Καταπληκτικό!» είπε η Ερμιόνη. «Αυτό πια δεν είναι μαγεία, είναι λογική! Οι περισσότεροι μεγάλοι μάγοι, όμως, δεν έχουν καθόλου λογική και θα μπορούσαν να μείνουν εδώ επί χρόνια...»

«Αυτό θα πάθουμε και μεις...» παρατήρησε μελαγχολικά ο Χάρι.

«Και βέβαια όχι!» αποκρίθηκε η Ερμιόνη. «Όλα όσα χρειαζόμαστε υπάρχουν σ' αυτό το χαρτί. Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Επτά μπουκάλια: τα τρία περιέχουν δηλητήριο, τα δύο λικέρ από κεράσι, το ένα θα μας περάσει από τις μαύρες φλόγες και το άλλο θα μας περάσει από τις μοβ φλόγες...»

«Πώς όμως θα ξέρουμε από ποιο πρέπει να πιούμε;» ρώτησε ο Χάρι.

«Περίμενε μια στιγμή! Πρέπει να σκεφτώ...»

Η Ερμιόνη ξαναδιάβασε το μήνυμα αρκετές φορές. Μετά άρχισε να περπατά πάνω κάτω μπροστά από τα μπουκάλια, μουρμουρίζοντας και δείχνοντας πότε το ένα και πότε το άλλο με το τεντωμένο της δάχτυλο. Στο τέλος χτύπησε δυνατά τα χέρια της από ενθουσιασμό.

«Το βρήκα!» φώναξε. «Το πιο μικρό μπουκάλι θα μας περάσει μέσα από τις μαύρες φλόγες!»

Ο Χάρι έσκυψε και κοίταξε προσεκτικά το περιεχόμενο του πιο μικρού μπουκαλιού.

«Έχει πολύ λίγο μέσα», είπε κατόπιν. «Το πολύ πολύ μια γουλιά. Φτάνει μόνο για έναν από τους δυο μας...»

Τα δυο παιδιά κοιτάχτηκαν σιωπηλά.

«Ποιο μπουκάλι θα μας περάσει από τις μοβ φλόγες;» ρώτησε μετά ο Χάρι.

Η Ερμιόνη του έδειξε ένα στρογγυλό μπουκάλι, το τελευταίο της σειράς.

«Εσύ πιες απ' αυτό!» της είπε αποφασιστικά ο Χάρι. «Όχι, δε θέλω αντιρρήσεις! Αν γυρίσεις πίσω, θα μπορέσεις να σώσεις τον Ρον... Πάρτε δυο σκουπόξυλα από το δωμάτιο με τα φτερωτά κλειδιά... Θα σας βγάλουν γρήγορα από την καταπακτή και θα σας περάσουν μπροστά από τον Λουλούκο... Μετά πηγαίνετε ίσια στις κουκουβάγιες και στείλτε αμέσως τη Χέντβιχ στον Ντάμπλντορ... να του πει ότι τον χρειαζόμαστε! Πρέπει να 'ρθει γρήγορα, γιατί εγώ μπορώ να καθυστερήσω τον Σνέιπ... αλλά όχι για πολύ...»

«Ναι, Χάρι. Αλλά... αν ο Ξέρεις-Ποιος είναι μαζί του;» τον ρώτησε η Ερμιόνη.

«Τότε... μην ξεχνάμε πως μια φορά στάθηκα τυχερός», είπε ο Χάρι δείχνοντας το σημάδι στο μέτωπό του. «Μπορεί να 'χω πάλι τύχη...»

Τα χείλη της Ερμιόνης άρχισαν να τρέμουν και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Ξαφνικά έπεσε πάνω στον Χάρι και τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του.

«Ερμιόνη!»

«Χάρι... είσαι μεγάλος μάγος!»

«Δεν είμαι τόσο καλός όσο εσύ», αποκρίθηκε ντροπαλά ο Χάρι, ενώ τραβιόταν μακριά της.

«Όχι!» επέμεινε εκείνη. «Εγώ είμαι καλή μόνο στα βιβλία! Κι είμαι έξυπνη, το παραδέχομαι... Υπάρχουν, όμως, πολύ πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή... Η πίστη στη φιλία... το θάρρος και... Αχ, Χάρι, δώσε μου το λόγο σου ότι θα προσέχεις!»

«Ναι, ναι», την καθησύχασε εκείνος. «Τώρα, πιες εσύ πρώτη... Είσαι σίγουρη πως κατάλαβες σωστά τα μπουκάλια;»

«Απόλυτα σίγουρη!» αποκρίθηκε η Ερμιόνη.

Και φέρνοντας το στρογγυλό μπουκάλι στα χείλη της, ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Κατόπιν ρίγησε ολόκληρη.

«Μήπως είναι δηλητήριο;» ρώτησε μ' αγωνία ο Χάρι.

«Όχι, όχι. Αλλά είναι σαν πάγος...» του απάντησε η Ερμιόνη.

«Φύγε γρήγορα τώρα, προτού περάσει η επίδρασή του!» της είπε ο Χάρι.

«Καλή τύχη, Χάρι. Να προσέχεις...»

«Φύγε!» της φώναξε εκείνος.

Η Ερμιόνη γύρισε και προχώρησε προς τις μοβ φλόγες. Πέρασε ανάμεσά τους χωρίς να πάθει τίποτα. Ο Χάρι αναστέναξε μ' ανακούφιση, πήρε το πιο μικρό μπουκαλάκι και γύρισε προς τις μαύρες φλόγες.

«Εμπρός!» πρόσταξε τον εαυτό του κι άδειασε το περιεχόμενό του με μια γουλιά.

Αμέσως ένιωσε όλο του το αίμα να παγώνει. Ακούμπησε το μπουκαλάκι στο τραπέζι κι άρχισε να προχωρεί προς τις μαύρες φλόγες, κρατώντας την αναπνοή του. Είδε τις μαύρες φλόγες να τον κυκλώνουν... αλλά δεν μπορούσε να τις νιώσει... Και λίγες στιγμές αργότερα βρέθηκε στη τελευταία αίθουσα...

Κάποιος ήταν κιόλας εκεί. Δεν ήταν, όμως, ούτε ο Σνέιπ, ούτε ο Βόλντεμορτ!

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE