12. Ο καθρέφτης τον Έριζεντ (1)
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν. Κάποιο πρωί στα μέσα Δεκεμβρίου, το «Χόγκουαρτς» ξύπνησε σκεπασμένο από δυο μέτρα χιόνι. Η λίμνη πάγωσε ολόκληρη και οι δίδυμοι Ουέσλι τιμωρήθηκαν, γιατί είχαν κάνει μάγια σε μερικές μπάλες χιονιού, έτσι ώστε ν' ακολουθούν τον καθηγητή Κούιρελ και να κάνουν κάθε τόσο γκελ επάνω στο τουρμπάνι του. Όσο για τις λίγες κουκουβάγιες που αψηφούσαν την παγωνιά για να φέρουν το ταχυδρομείο, έπρεπε μετά να δεχτούν τα γιατροσόφια του Χάγκριντ, για να μπορέσουν πάλι να πετάξουν.
Όλοι ανυπομονούσαν πότε να 'ρθουν οι γιορτές. Γιατί ενώ η αίθουσα αναψυχής στους κοιτώνες και η μεγάλη τραπεζαρία είχαν συνέχεια φωτιά στα μεγάλα τους τζάκια, οι διάδρομοι ήταν παγωμένοι κι ο ψυχρός άνεμος έκανε τα παραθυρόφυλλα να χτυπούν στις κρεβατοκάμαρες και στις διάφορες τάξεις. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, ήταν τα μαθήματα του καθηγητή Σνέιπ στα υπόγεια του κάστρου. Εκεί το κρύο ήταν τόσο δυνατό, που όλα τα παιδιά στέκονταν όσο πιο κοντά μπορούσαν στα ζεστά καζάνια τους, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να πάθουν εγκαύματα.
«Αληθινά λυπάμαι», είπε κάποιο πρωί ο Ντράκο Μαλφόι κατά τη διάρκεια του μαθήματος των φίλτρων, «όλα εκείνα τα παιδιά που θ' αναγκαστούν να περάσουν τις γιορτές στο "Χόγκουαρτς" γιατί κανείς δεν τα θέλει σπίτι...»
Ενώ μιλούσε, κοιτούσε επίμονα τον Χάρι. Οι δυο αχώριστοι φίλοι του Μαλφόι, ο Κράμπε και ο Γκόιλ, γέλαγαν δυνατά. Ο Χάρι, που εκείνη τη στιγμή ζύγιζε τα υλικά για το φίλτρο που έπρεπε να φτιάξει, τους αγνόησε — μετά από το περίφημο εκείνο ματς κουίντιτς, ο Μαλφόι είχε γίνει ακόμη πιο ενοχλητικός απ' ό,τι προηγουμένως. Θυμωμένος που το Σλίθεριν είχε χάσει, προσπαθούσε να κάνει όλους τους πρωτοετείς να γελάσουν, λέγοντας πως οποιοσδήποτε βάτραχος με ανοιχτό στόμα θα μπορούσε κάλλιστα ν' αντικαταστήσει τον Χάρι ως ανιχνευτή στο επόμενο παιχνίδι της ομάδας του. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως το αστείο του δεν είχε απήχηση, γιατί όλοι είχαν εντυπωσιαστεί πολύ με τον τρόπο που ο Χάρι είχε καταφέρει να μείνει ως το τέλος επάνω στο σκουπόξυλό του. Έτσι ο Μαλφόι, έξαλλος από θυμό και ζήλια, είχε ξαναρχίσει να πειράζει τον Χάρι για την «οικογένειά» του.
Ήταν αλήθεια ότι ο Χάρι δε θα περνούσε τις γιορτές στο σπίτι της οδού Πριβέτ. Η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ είχε κάνει έναν κατάλογο των μαθητών που προτιμούσαν να περάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στο «Χόγκουαρτς» κι ο Χάρι είχε αμέσως δώσει τ' όνομά του. Και κάθε άλλο παρά λυπόταν γι' αυτό. Αντίθετα, ήταν απόλυτα σίγουρος πως αυτά θα ήταν τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής του! Ο Ρον και τ' αδέλφια του θα έμεναν κι αυτοί στο «Χόγκουαρτς», γιατί οι γονείς τους θα πήγαιναν στη Ρουμανία, να επισκεφθούν το γιο τους, τον Τσάρλι.
Όταν το μάθημα των φίλτρων τελείωσε κι οι πρωτοετείς ανέβηκαν από το υπόγειο, βρήκαν ένα τεράστιο έλατο να κλείνει ολόκληρο το διάδρομο. Δυο τεράστιες μπότες που ξεπρόβαλλαν από το κάτω μέρος του, καθώς και μερικές δυνατές και λαχανιασμένες αναπνοές, τους έκαναν να καταλάβουν πως ήταν δουλειά του Χάγκριντ.
«Γεια σου, Χάγκριντ! Θέλεις καμιά βοήθεια;» ρώτησε ο Ρον, βάζοντας το κεφάλι του ανάμεσα στ' αρωματικά κλαδιά.
«Όχι, Ρον, ευχαριστώ. Τα καταφέρνω...» απάντησε ο Χάγκριντ.
«Για κάνε πέρα!» ακούστηκε ξαφνικά πίσω τους η περιφρονητική φωνή του Μαλφόι. «Τι επιδιώκεις, Ρον; Να κερδίσεις μερικά χρήματα; Ή μήπως να γίνεις κι εσύ δασοφύλακας εδώ, όταν τελειώσεις τις σπουδές σου; Φαντάζομαι πως η καλύβα του Χάγκριντ θα σου φανεί παλάτι μπροστά στο σπίτι σου...»
Ο Ρον όρμησε στον Μαλφόι τη στιγμή ακριβώς που ο καθηγητής Σνέιπ φάνηκε ν' ανεβαίνει τη σκάλα.
«Ουέσλι!» φώναξε.
Ο Ρον τράβηξε τα χέρια του από το λαιμό του Μαλφόι. «Τον προκάλεσε, κύριε καθηγητά», είπε ο Χάγκριντ, βγάζοντας το μαλλιαρό κεφάλι του μέσα απ' τα κλαδιά του έλατου. «Ο Μαλφόι προσέβαλε την οικογένεια του Ουέσλι!»
«Μπορεί», αποκρίθηκε ατάραχος ο Σνέιπ. «Οι τσακωμοί, όμως, είναι αντίθετοι στους κανονισμούς του "Χόγκουαρτς". Πέντε βαθμοί από το Γκρίφιντορ, Ουέσλι, και να είσαι ευχαριστημένος που δεν αφαιρώ περισσότερους. Εμπρός τώρα, διαλυθείτε...»
Ο Μαλφόι, ο Κράμπε κι ο Γκόιλ πέρασαν με το ζόρι μέσα απ' τα κλαδιά του έλατου, σκορπίζοντας βελόνες στο πάτωμα και χαμογελώντας ικανοποιημένοι.
«Πού θα μου πάει;» ψιθύρισε ο Ρον μέσα από τα δόντια του. «Κάποια μέρα δε θα μου γλιτώσει!»
«Τους μισώ και τους δυο!» είπε ο Χάρι. «Τον Μαλφόι και τον καθηγητή Σνέιπ...»
«Ελάτε, ελάτε, μη χαλάτε το κέφι σας!» τους παρηγόρησε ο Χάγκριντ. «Γιατί δεν ερχόσαστε τώρα μαζί μου, να δείτε το μεγάλο χολ; Είναι θαύμα, έτσι στολισμένο...»
Τα τρία παιδιά ακολούθησαν τον Χάγκριντ ως το μεγάλο χολ, όπου η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ και ο καθηγητής Φλίτγουικ τέλειωναν τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση.
«Α, Χάγκριντ, έφερες και το τελευταίο έλατο; Βάλ' το εκεί, στη γωνία, σε παρακαλώ...»
Το μεγάλο χολ έδειχνε πραγματικά πολύ εντυπωσιακό. Γιρλάντες από γκι και ου κρέμονταν σ' όλους τους τοίχους, ενώ δώδεκα μεγάλα έλατα ήταν τοποθετημένα γύρω γύρω. Άλλα στραφτοκοπούσαν από τα μικρά άστρα που είχαν κρεμασμένα στα κλαδιά τους, ενώ αλλά ήταν στολισμένα με αναμμένα κεριά κι άλλα με νιφάδες χιονιού.
«Πόσες μέρες μένουν ως τις διακοπές;» ρώτησε ο Χάγκριντ.
«Σε μένα, μόνο μία» αποκρίθηκε η Ερμιόνη. «Χάρι... Ρον... καλά που το θυμήθηκα. Μας μένει μισή ώρα ως το μεσημεριανό φαγητό και θα 'πρεπε να είμαστε κιόλας στη βιβλιοθήκη!»
«Α, ναι, δίκιο έχεις», συμφώνησε ο Ρον, τραβώντας απρόθυμα το βλέμμα του από τον καθηγητή Φλίτγουικ, ο οποίος έβγαζε χρυσές μπάλες από την άκρη του μαγικού ραβδιού του και τις κρεμούσε σ' ένα από τα έλατα.
«Στη βιβλιοθήκη;» ρώτησε μ' απορία ο Χάγκριντ, ακολουθώντας τους καθώς έφευγαν απ' το μεγάλο χολ. «Μια μέρα πριν απ' τις διακοπές; Σαν πολύ μελετηροί δεν είσαστε;»
«Α, δεν πάμε για να μελετήσουμε», αποκρίθηκε ο Χάρι. «Από τότε που ανέφερες τον Νίκολας Φλαμέλ, προσπαθούμε ν' ανακαλύψουμε ποιος είναι...»
«Τι κάνετε, λέει;» φώναξε αγριεμένος ο Χάγκριντ. «Σας είπα να μην ανακατευόσαστε! Δεν είναι δικός σας λογαριασμός τι φυλάει εκείνο το σκυλί...»
«Θέλουμε μόνο να μάθουμε ποιος είναι ο Νίκολας Φλαμέλ», προσπάθησε να του εξηγήσει η Ερμιόνη. «Αυτό είναι όλο...»
«Μήπως θέλεις να μας πεις εσύ και να μας γλιτώσεις από τον κόπο;» πρότεινε ο Χάρι. «Ξεφυλλίσαμε κιόλας εκατοντάδες βιβλία, αλλά δεν τον βρήκαμε ακόμη... Γιατί δε μας βοηθάς λίγο; Είμαι σίγουρος πως κάπου διάβασα τελευταία το όνομά του...»
«Δε σας λέω τίποτα!» είπε αποφασιστικά ο Χάγκριντ.
«Τότε, θα το ανακαλύψουμε μόνοι μας!» είπε το ίδιο αποφασιστικά ο Ρον.
Τα τρία παιδιά γύρισαν την πλάτη στον Χάγκριντ, που έδειχνε νευριασμένος, κι έτρεξαν προς τη βιβλιοθήκη.
Ήταν αλήθεια πως είχαν ψάξει σε πολλά βιβλία για το όνομα του Νίκολας Φλαμέλ, γιατί πώς αλλιώς θα μάθαιναν τι ήταν αυτό που προσπαθούσε να κλέψει ο καθηγητής Σνέιπ; Το μεγάλο πρόβλημά τους ήταν πως δεν ήξεραν από πού ν' αρχίσουν, αφού δε γνώριζαν το παραμικρό γι' αυτόν τον Νίκολας Φλαμέλ. Δεν αναφερόταν στο Οι μεγάλοι μάγοι του 20ού αιώνα, ούτε στο Σημαντικά ονόματα μάγων της εποχής μας, ούτε στο Σημαντικές σύγχρονες μαγικές ανακαλύψεις, ούτε, τέλος, στο Μελέτη των τελευταίων εξελίξεων στη μαγεία. Καθώς η βιβλιοθήκη του «Χόγκουαρτς» ήταν τεράστια κι είχε στα ράφια της χιλιάδες τόμους, πραγματικά τους χρειαζόταν κάποια βοήθεια, για να μπορέσουν να βρουν αυτό που ήθελαν.
Μέσα στη βιβλιοθήκη η Ερμιόνη άρχισε να κατεβάζει από τα ράφια μερικά βιβλία που ήθελε να ψάξει, ενώ ο Ρον πλησίασε στο πρώτο ράφι που βρήκε μπροστά του κι άρχισε να ανοίγει όποια βιβλία του 'πεφταν πιο κοντά στο χέρι του. Ο Χάρι, πάλι, πήγε στο τμήμα της βιβλιοθήκης που είχε τα βιβλία «περιορισμένης χρήσης». Γιατί από χθες είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως ο Φλαμέλ αναφερόταν σε κάποιο απ' αυτά. Βέβαια, για να δει κάποιος μαθητής αυτά τα βιβλία, του χρειαζόταν σημείωμα από καθηγητή κι ήξερε καλά πως τέτοιο σημείωμα κανένας καθηγητής δε θα του το έδινε. Γιατί τα περισσότερα απ' αυτά τα βιβλία περιείχαν μεθόδους μαύρης μαγείας που δε διδάσκονταν στο «Χόγκουαρτς». Μόνο τελειόφοιτοι που έκαναν μελέτες πάνω στις προηγμένες μεθόδους αντιμετώπισης της μαύρης μαγείας, μπορούσαν να τα μελετήσουν.
«Τι ψάχνεις, μικρέ;»
«Τίποτα, τίποτα...»
Η κυρία Πινς, η βιβλιοθηκάριος, σήκωσε το φτερό ξεσκονίσματος που κρατούσε στο χέρι της και το κούνησε απειλητικά προς το μέρος του.
«Τότε καλύτερα να πηγαίνεις», του είπε. «Εμπρός, δίνε του».
Νευριασμένος με τον εαυτό του που δεν είχε προλάβει να σκεφτεί κάποια δικαιολογία, ο Χάρι έφυγε απ' τη βιβλιοθήκη. Είχαν αποφασίσει από κοινού με τον Ρον και την Ερμιόνη, πως θα ήταν καλύτερα να μη ρωτήσουν τη βιβλιοθηκάριο σχετικά με τον Νίκολας Φλαμέλ. Δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι θα ήξερε να τους πει, αλλά δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν ούτε στο ελάχιστο την πιθανότητα να φτάσει η ερώτησή τους στ' αφτιά του καθηγητή Σνέιπ.
Ο Χάρι περίμενε έξω στο διάδρομο, για να δει μήπως οι άλλοι δυο είχαν ανακαλύψει κάτι, χωρίς βέβαια να ελπίζει σε πολλά. Ήταν αλήθεια πως έψαχναν εδώ και δυο εβδομάδες, αλλά καθώς ο ελεύθερος χρόνος ανάμεσα στα μαθήματα ήταν ελάχιστος, δεν ήταν περίεργο που δεν είχαν κάνει καμία πρόοδο. Αυτό που τους χρειαζόταν, ήταν μερικές ώρες ελεύθερες, για να ψάξουν με την ησυχία τους, χωρίς να 'χουν την κυρία Πινς πάνω από το κεφάλι τους.
Λίγα λεπτά αργότερα ο Ρον κι η Ερμιόνη βγήκαν από τη βιβλιοθήκη, κουνώντας αρνητικά τα κεφάλια τους. Και ξεκίνησαν όλοι μαζί για το μεσημεριανό φαγητό.
«Θα συνεχίσετε να ψάχνετε όσο λείπω, έτσι;» είπε η Ερμιόνη. «Και θα μου στείλετε μια κουκουβάγια, αν ανακαλύψετε κάτι...»
«Κι εσύ μπορείς να ρωτήσεις τους γονείς σου, αν έχουν ακουστά κάποιον Νίκολας Φλαμέλ», παρατήρησε ο Ρον. «Δεν πιστεύω να είναι επικίνδυνο να τους κάνεις μια τέτοια ερώτηση;»
«Καθόλου επικίνδυνο, μιας και είναι κι οι δυο οδοντίατροι», απάντησε η Ερμιόνη. «Αλλά κι εντελώς άχρηστο!»
Όταν άρχισαν οι χριστουγεννιάτικες διακοπές, ο Χάρι κι ο Ρον βρήκαν πολλά διασκεδαστικά πράγματα να κάνουν. Έτσι ξέχασαν για λίγο τον Νίκολας Φλαμέλ. Είχαν τώρα την κρεβατοκάμαρα όλη δική τους, το ίδιο και την αίθουσα αναψυχής. Έτσι κάθονταν με τις ώρες δίπλα στο τζάκι (οι κοντινές πολυθρόνες ήταν ελεύθερες), ψήνοντας κάστανα, καλαμπόκι και ψωμί και κάνοντας σχέδια για το πώς να πετύχουν την αποβολή του Μαλφόι από το σχολείο. Μια απασχόληση πολύ διασκεδαστική, έστω κι αν τα σχέδιά τους δεν είχαν καμία ελπίδα να πραγματοποιηθούν.
Παράλληλα ο Ρον άρχισε να μαθαίνει στον Χάρι μαγικό σκάκι. Αυτό το παιχνίδι ήταν ίδιο με το σκάκι των Μαγκλ, με τη διαφορά ότι τα πιόνια εδώ ήταν ζωντανά, κάτι που έκανε το μαγικό σκάκι να μοιάζει με αληθινή μάχη, έτσι όπως τα πιόνια μετακινούνταν μόνα τους πάνω στη σκακιέρα. Η σκακιέρα και τα πιόνια του Ρον ήταν πολύ παλιά και ξεθωριασμένα. Όπως με όλα τα πράγματά του, ήταν κι αυτά ιδιοκτησία κάποιου μέλους της οικογένειάς του πριν γίνουν δικά του — στη συγκεκριμένη περίπτωση, του παππού του. Αυτά τα παλιά πιόνια, όμως, είχαν ένα μεγάλο πλεονέκτημα: ο Ρον τα γνώριζε τόσο καλά, που δε δυσκολευόταν ποτέ να τα κάνει να τον υπακούσουν.
Ο Χάρι έπαιζε με πιόνια που του είχε δανείσει ο Σίμους Μίλιγκαν κι επειδή αυτά τα πιόνια δεν τον ήξεραν, δεν τον εμπιστεύονταν καθόλου. Καθώς μάλιστα δεν ήξερε ακόμη να παίζει καλά, τα πιόνια τού φώναζαν συνέχεια διάφορες συμβουλές: «Μη στέλνεις εμένα εκεί, δε βλέπεις τον ιππότη του; Στείλε καλύτερα αυτόν. Αυτόν μπορούμε να τον χάσουμε!»
Την παραμονή των Χριστουγέννων ο Χάρι αποκοιμήθηκε περιμένοντας με λαχτάρα την άλλη μέρα, όχι τόσο για τα δώρα που θα έπαιρνε — σιγά μην του έστελνε κανείς —, όσο για τα ωραία φαγητά και γλυκά που θα υπήρχαν και τις ευχάριστες ώρες που θα περνούσε με τον Ρον. Ξυπνώντας όμως το άλλο πρωί, το πρώτο που είδε, ήταν ένας μικρός σωρός από πολύχρωμα πακέτα στα πόδια του κρεβατιού του.
«Καλά Χριστούγεννα», του είπε νυσταγμένα ο Ρον, καθώς ο Χάρι πετάχτηκε απ' το κρεβάτι κι άρχισε να φορά τη ρόμπα του.
«Καλά Χριστούγεννα», αποκρίθηκε εκείνος. «Είδες τι είναι εδώ; Μου 'φεραν δώρα!»
«Και τι περίμενες, ραπανάκια;» ρώτησε ο Ρον, αρχίζοντας να ξετυλίγει τα δικά του δώρα, που ήταν περισσότερα.
Ο Χάρι πήρε στα χέρια του το πιο μεγάλο πακέτο. Ήταν τυλιγμένο σε χοντρό καφέ χαρτί κι επάνω του ήταν βιαστικά γραμμένο Για τον Χάρι από τον Χάγκριντ. Μέσα ήταν μια ξύλινη φλογέρα, σκαλισμένη πάνω σε κλαδί, την οποία ο Χάγκριντ πρέπει να είχε φτιάξει μόνος του. Ο Χάρι την έφερε στο στόμα του, φύσηξε κι ο ήχος που βγήκε, έμοιαζε μ' αυτόν της κουκουβάγιας. Το δεύτερο, ένα πολύ μικρό πακέτο, περιείχε ένα σημείωμα.
Πήραμε το μήνυμά σου και σου στέλνουμε το χριστουγεννιάτικο δώρο σου.
Ο θείος Βέρνον και η θεία Πετούνια.
Επάνω στο χαρτί ένα νόμισμα των πενήντα σεντς ήταν στερεωμένο με σελοτέιπ.
«Πάλι καλά!» μουρμούρισε ο Χάρι.
Ο Ρον κοίταξε το νόμισμα μ' απορία.
«Απίθανο!» είπε. «Τι περίεργο σχήμα! Έχει αλήθεια αξία;»
«Σ' το χαρίζω», αποκρίθηκε ο Χάρι. «Λοιπόν, δώρα από τον Χάγκριντ... το θείο και τη θεία μου... Τότε ποιος έστειλε αυτά;»
«Νομίζω πως ξέρω ποιος σου τα 'στείλε», είπε ο Ρον κοκκινίζοντας. «Είναι από τη μαμά μου. Της είπα πως δεν περίμενες δώρα και... Αχ, Θεέ μου, σου έπλεξε ένα πουλόβερ!» Ο Χάρι άνοιξε το κακοτυλιγμένο πακέτο και βρήκε μέσα ένα καταπράσινο πουλόβερ κι ένα μακρόστενο κέικ σοκολάτας.
«Κάθε χρόνο η μαμά πλέκει σ' όλους μας από ένα πουλόβερ», του εξήγησε ο Ρον. «Και το δικό μου είναι πάντα καφέ!»
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους της», είπε ο Χάρι, δοκιμάζοντας το κέικ, που ήταν πολύ νόστιμο.
Το επόμενο δώρο του ήταν κι αυτό γλυκά: ένα μεγάλο κουτί σοκολατένιοι βάτραχοι από την Ερμιόνη.
Τώρα μόνο ένα δώρο είχε μείνει. Ο Χάρι το πήρε στα χέρια του και το πασπάτεψε. Ήταν πολύ ελαφρύ. Καθώς το ξετύλιγε, κάτι σαν ύφασμα, σε χρώμα ανάμεσα στο γκρίζο και το ασημένιο, γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλά του κι έπεσε κάτω, αποκαλύπτοντας ένα σωρό γυαλιστερές πτυχές. Κοιτάζοντάς το, ο Ρον ένιωσε να του κόβεται η ανάσα.
«Έχω ακούσει γι' αυτά», είπε, πετώντας αδιάφορα πιο πέρα το κουτί με τα φασόλια σ' όλες τις γεύσεις που του είχε χαρίσει η Ερμιόνη. «Κι αν πραγματικά είναι αυτό που νομίζω, τότε είναι πολύ ακριβό κι αληθινά πολύτιμο!»
«Μα τι είναι;» ρώτησε ο Χάρι, παίρνοντας το παράξενο αντικείμενο στα χέρια του. Η αφή του ήταν μεταλλική, κάτι σαν νερό που είχε γίνει ύφασμα.
«Είναι ένας αόρατος μανδύας!» αποκρίθηκε ο Ρον, με το θαυμασμό ακόμη ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. «Είμαι σίγουρος πως αυτό είναι... Δοκίμασέ το!»
Ο Χάρι τύλιξε το μανδύα γύρω του Κι ο Ρον άφησε να του ξεφύγει μια κραυγή.
«Αυτό είναι! Κοίτα κάτω!»
Ο Χάρι κοίταξε τα πόδια του, αλλά είχαν εξαφανιστεί. Γύρισε αμέσως στον καθρέφτη και, ναι, μόνο το κεφάλι του φαινόταν — ολόκληρο το σώμα του είχε γίνει αόρατο. Κι όταν τράβηξε το μανδύα προς το κεφάλι του, τότε εξαφανίστηκε κι αυτό.
«Ένα σημείωμα!» φώναξε ξαφνικά ο Ρον. «Από μέσα έπεσε ένα σημείωμα...»
Ο Χάρι έβγαλε το μανδύα κι άρπαξε το κομμάτι το χαρτί. Με λεπτό και πλαγιαστό γραφικό χαρακτήρα, που έβλεπε για πρώτη φορά, διάβασε τα παρακάτω:
Ο πατέρας σου μου έδωσε να το φυλάξω πριν απ' το θάνατό του. Ήρθε τώρα η ώρα να ξαναγυρίσει σε σένα. Χρησιμοποίησε το σωστά.
Καλά Χριστούγεννα.
Δεν υπήρχε υπογραφή. Ο Χάρι συνέχισε να κοιτάζει το σημείωμα, ενώ ο Ρον θαύμαζε το μανδύα.
«Θα έδινα και την ψυχή μου για ένα τέτοιο!» είπε ο Ρον. «Αληθινά το λέω! Τι τρέχει με σένα;»
«Τίποτα», αποκρίθηκε ο Χάρι. Ένιωθε όμως πολύ παράξενα. Ποιος του είχε στείλει τον αόρατο μανδύα; Και ήταν, άραγε, αλήθεια πως κάποτε ανήκε στον πατέρα του;
Προτού όμως ο Χάρι προλάβει είτε να σκεφτεί είτε να πει κάτι, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και οι Ουέσλι — ο Φρεντ και ο Τζορτζ— μπήκαν μέσα. Βιαστικά, ο Χάρι έχωσε το μανδύα στη βαλίτσα του. Δεν ήθελε ακόμη να μοιραστεί το μυστικό του με κανέναν.
«Καλά Χριστούγεννα!» φώναξαν οι δίδυμοι.
«Καλά Χριστούγεννα! Για δείτε εδώ, η μαμά έπλεξε πουλόβερ και στον Χάρι!»
Ο Φρεντ κι ο Τζορτζ φορούσαν ίδια πουλόβερ, σε ζωηρό μπλε χρώμα, το ένα με κίτρινο Φ στο στήθος, το άλλο με Τζ.
«Του Χάρι το πουλόβερ είναι καλύτερο απ' τα δικά μας», είπε ο Φρεντ εξετάζοντάς το. «Φαίνεται πως η μαμά τα καταφέρνει καλύτερα, όταν δεν πλέκει για δικό της γιο...»
«Γιατί δε φοράς το δικό σου πουλόβερ, Ρον;» ρώτησε ο Τζορτζ. «Εμπρός, φόρεσέ το, είναι πολύ ζεστό».
«Δε μ' αρέσει το καφέ», παραπονέθηκε ο Ρον, ενώ το φορούσε απρόθυμα.
«Δεν έχει βάλει αρχικό γράμμα στο δικό σου πουλόβερ», παρατήρησε ο Φρεντ. «Φαίνεται η μαμά είναι σίγουρη πως δεν ξεχνάς τ' όνομά σου...»
«Τι είναι αυτή η φασαρία;»
Από τη μισάνοιχτη πόρτα, ο Πέρσι Ουέσλι, ο επιμελητής, έβαλε το κεφάλι του μέσα. Πρέπει να είχε μόλις ξετυλίξει τα δικά του δώρα, γιατί κρατούσε στα χέρια του ένα χοντρό πουλόβερ.
«Με το Ε, όπως επιμελητής!» φώναξε ο Φρεντ αρπάζοντάς το. «Φόρεσέ το, λοιπόν. Κι εμείς φοράμε τα δικά μας. Η μαμά έπλεξε πουλόβερ και για τον Χάρι!»
«Δε θέλω...» άρχισε ο Πέρσι, αλλά τα αδέλφια του του φόρεσαν το πουλόβερ με το ζόρι.
«Πάμε τώρα για πρωινό!» είπε ο Τζορτζ. «Κι εσύ, Πέρσι, δε θα καθίσεις με τους επιμελητές. Σήμερα είναι η μέρα της οικογένειας!»
Σ' όλη του τη ζωή, ο Χάρι δεν είχε ποτέ ξαναδεί ένα τόσο πλούσιο χριστουγεννιάτικο δείπνο. Τα μεγάλα τραπέζια ήταν φορτωμένα με περισσότερες από εκατό ψητές γαλοπούλες, βουνά από ψητό του φούρνου με πατάτες, βαθιές σουπιέρες με βραστά καρότα και αρακά, δοχεία με νόστιμη σάλτσα, δίσκους με λαχταριστές πουτίγκες και ολόκληρες πυραμίδες από χρυσά πορτοκάλια και μανταρίνια, κατακόκκινα μήλα και κατακίτρινες μπανάνες.
Στο μεγάλο τραπέζι, όπου καθόταν το διδακτικό προσωπικό, ο καθηγητής Ντάμπλντορ είχε αλλάξει το μυτερό καπέλο του μ' ένα γυναικείο σκούφο, στολισμένο με μαργαρίτες, και γελούσε καλόκαρδα με τ' αστεία που του έλεγε ο καθηγητής Φλίτγουικ. Το πρόσωπο του Χάγκριντ γινόταν όλο και πιο κόκκινο, καθώς άδειαζε συνεχώς την κούπα του κρασιού του, η οποία γέμιζε αμέσως μόνη της. Σε λίγο, εντελώς μεθυσμένος, ο Χάγκριντ φίλησε στο μάγουλο την καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ, που γέλασε κολακευμένη, με το μυτερό καπέλο της να γέρνει επικίνδυνα πάνω από το ένα της φρύδι.
Δίπλα στο πιάτο κάθε παιδιού ήταν τοποθετημένα κι άλλα δώρα. Όταν ο Χάρι σηκώθηκε απ' το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ήταν φορτωμένος μ' ένα πακέτο μπαλόνια που δε σκάνε, μια συσκευή που βγάζει τις κρεατοελιές και το δικό του μαγικό σκάκι.
Το απόγευμα ο Χάρι και τα τρία αδέλφια Ουέσλι πέρασαν δυο ευχάριστες ώρες παίζοντας χιονοπόλεμο έξω από το κάστρο. Παγωμένοι, λαχανιασμένοι και με κατακόκκινα πρόσωπα, ξαναγύρισαν το σούρουπο στην αίθουσα αναψυχής του Γκρίφιντορ. Εκεί ο Χάρι εγκαινίασε το καινούριο μαγικό σκάκι του, παίζοντας με τον Ρον. Έχασε όλες τις παρτίδες. Είχε, όμως, την υποψία πως θα είχε κερδίσει μία τουλάχιστον, αν ο Πέρσι δεν είχε προσπαθήσει τόσες φορές να τον βοηθήσει.
Μετά από ένα πρόχειρο δείπνο με σάντουιτς γαλοπούλας και κέικ, όλοι ένιωθαν πια χορτάτοι και νυσταγμένοι. Οι περισσότεροι πήγαν αμέσως στα κρεβάτια τους, αλλά ο Χάρι κι ο Σίμους Μίλιγκαν διασκέδασαν παρακολουθώντας τον επιμελητή Πέρσι να κυνηγά στους διαδρόμους του Γκρίφιντορ τα δυο δίδυμα αδέλφια του, για να πάρει πίσω την κάρτα του επιμελητή που του είχαν κλέψει.
Για τον Χάρι αυτά ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του. Παρ' όλ' αυτά κάτι τον βασάνιζε και μόνο όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, είχε την ευκαιρία να το σκεφθεί, δηλαδή τον αόρατο μανδύα και το ποιος του τον είχε στείλει.
Ο Ρον, κουρασμένος και με το στομάχι του γεμάτο, αποκοιμήθηκε αμέσως μόλις ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Τότε ο Χάρι έσκυψε και τράβηξε κάτω από το δικό του κρεβάτι τον αόρατο μανδύα.
Ήταν του πατέρα του... Αυτός ο μαγικός μανδύας ανήκε κάποτε στον πατέρα του... Μηχανικά, χάιδεψε με τα δάχτυλα του το παράξενο, γυαλιστερό ύφασμα, που ήταν πιο απαλό από το μετάξι και πιο ελαφρό από τον αέρα. Χρησιμοποίησε τον σωστά, έγραφε το σημείωμα.
Η επιθυμία του να τον δοκιμάσει τώρα αμέσως ήταν πολύ δυνατή. Ο Χάρι γλίστρησε απ' το κρεβάτι και τύλιξε το μανδύα γύρω του. Μετά κοίταξε κάτω, εκεί όπου έπρεπε να είναι τα πόδια του, όμως το μόνο που είδε, ήταν το ασημένιο φως του φεγγαριού. Το συναίσθημα ήταν πραγματικά πολύ περίεργο.
Χρησιμοποίησε τον σωστά.
Μια σκέψη πέρασε ξαφνικά από το μυαλό του Χάρι, διώχνοντας κάθε ίχνος νύστας. Ολόκληρο το «Χόγκουαρτς» ήταν τώρα ανοιχτό γι' αυτόν, χάρη σ' αυτόν το μανδύα! Μπορούσε να πάει όπου ήθελε, γιατί απλούστατα ήταν αόρατος· αόρατος ακόμη και για το φόβο και τρόμο του «Χόγκουαρτς»: τον επιστάτη Φιλτς!
Ο Ρον άλλαξε πλευρό στο κρεβάτι του κάνοντας θόρυβο. Ο Χάρι αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τον ξυπνήσει. Κάτι όμως τον συγκράτησε... Ο μανδύας ήταν του πατέρα του... Ένιωθε πως αυτή την πρώτη φορά είχε δικαίωμα να είναι μόνος του...
Αθόρυβα, βγήκε απ' την κρεβατοκάμαρα, διέσχισε τη σκοτεινή αίθουσα αναψυχής, πέρασε το διάδρομο και γλίστρησε ανενόχλητος παραμερίζοντας με το γνωστό σύνθημα το πορτρέτο της χοντρής κυρίας.