×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno - Settimana Prolungata Fino al 50% di sconto
image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 10. Χάλοουιν (2)

10. Χάλοουιν (2)

«Γουινγκάρτιουμ Λεβιόζα!» φώναζε, κουνώντας τα μακριά χέρια του σαν ανεμόμυλος.

«Το λες λάθος!» τον έκοψε απότομα η Ερμιόνη. «Το "γκαρ..." πρέπει να είναι μακρόσυρτο και...»

«Τότε κάν' το μόνη σου!» φώναξε θυμωμένος ο Ρον.

Η Ερμιόνη ανασήκωσε τα μακριά μανίκια της ρόμπας της, τίναξε το μαγικό ραβδί της και είπε: «Γουινγκάααρτιουμ Λεβιόζα!»

Αμέσως το φτερό μπροστά της σηκώθηκε στον αέρα και στάθηκε περίπου δυο μέτρα πάνω απ' το θρανίο.

«Πολύ καλά, πολύ καλά!» φώναξε ο καθηγητής Φλίτγουικ, χειροκροτώντας ενθουσιασμένος. «Κοιτάξτε όλοι εδώ. Η δεσποινίς Γκρέιντζερ τα κατάφερε!»

Όταν το μάθημα τελείωσε, ο Ρον ήταν ακόμη πιο νευριασμένος απ' ό,τι στην αρχή του μαθήματος.

«Δε μου κάνει εντύπωση, που κανείς δεν την αντέχει», είπε στον Χάρι καθώς διέσχιζαν το γεμάτο μαθητές διάδρομο. «Αυτή πια είναι αληθινός εφιάλτης!»

Κάποιος, προσπερνώντας τον Χάρι, τον σκούντησε. Εκείνος γύρισε κι είδε πως ήταν η Ερμιόνη. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της κι αυτό τον άφησε κατάπληκτο.

«Νομίζω πως σε άκουσε», είπε στον Ρον.

«Και λοιπόν;» αποκρίθηκε εκείνος, νιώθοντας όμως κατά βάθος ντροπή. «Θα πρέπει να το έχει προσέξει και μόνη της πως δεν έχει καθόλου φίλους...»

Η Ερμιόνη δε φάνηκε στο επόμενο μάθημα και κανείς δεν την είδε εκείνο το απόγευμα. Κατεβαίνοντας αργότερα στη μεγάλη τραπεζαρία για το εορταστικό δείπνο του Χάλοουιν, ο Χάρι άκουσε την Παρβάτι Πάτιλ να λέει στη φίλη της, Λάβεντερ, πως η Ερμιόνη είχε κλειδωθεί κλαίγοντας στις τουαλέτες των κοριτσιών και πως ήθελε να την αφήσουν ήσυχη. Ο Ρον, ακούγοντάς το, ένιωσε ακόμη μεγαλύτερη ντροπή, σε μερικές στιγμές όμως είχαν όλοι μπει στη μεγάλη τραπεζαρία, όπου οι εντυπωσιακές διακοσμήσεις για το Χάλοουιν και τα νόστιμα φαγητά και γλυκά έδιωξαν αμέσως την Ερμιόνη απ' το μυαλό τους.

Χίλιες ζωντανές νυχτερίδες πετούσαν γύρω γύρω εκείνο το βράδυ, ενώ άλλες τόσες κατέβαιναν κάθε τόσο πάνω από τα τραπέζια και έκαναν τις φλόγες των κεριών, τα οποία βρίσκονταν μέσα σε αμέτρητες μικρές κολοκύθες, να τρεμοπαίζουν. Τα πλούσια φαγητά παρουσιάστηκαν όλα μαζί μέσα στις χρυσές πιατέλες, όπως ακριβώς και στο επίσημο δείπνο για την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Ο Χάρι είχε μόλις αρχίσει να γεμίζει το πιάτο του, όταν ο καθηγητής Κούιρελ μπήκε τρέχοντας στη μεγάλη τραπεζαρία, με το τουρμπάνι του πεσμένο απ' τη μια μεριά και τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Όλοι τον κοίταζαν κατάπληκτοι, καθώς πλησίασε στην πολυθρόνα του καθηγητή Ντάμπλντορ, έπεσε σχεδόν επάνω του και είπε τρέμοντας: «Ορεινός καλλικάντζαρος... στα υπόγεια... Σκέφθηκα πως έπρεπε να το μάθεις...»

Και μετά σωριάστηκε στο πάτωμα λιπόθυμος.

Αμέσως όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να χειροκροτούν. Και χρειάστηκαν αρκετές κόκκινες φωτοβολίδες απ' την άκρη του μαγικού ραβδιού του καθηγητή Ντάμπλντορ, για να γίνει πάλι ησυχία στη μεγάλη τραπεζαρία.

«Επιμελητές!» φώναξε ο Ντάμπλντορ. «Οδηγήστε αμέσως τους μαθητές σας στους κοιτώνες τους!»

Φυσικά ο Πέρσι Ουέσλι βρέθηκε αμέσως στο στοιχείο του.

«Ακολουθήστε με!» φώναξε στα παιδιά του Γκρίφιντορ. «Πρωτοετείς, μείνετε κοντά μου! Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε, αν ακολουθήσετε τις οδηγίες μου! Εμπρός, ξεκινάμε! Κάντε χώρο, παρακαλώ, πρέπει να περάσουν οι πρωτοετείς! Εγώ είμαι ο επιμελητής τους!»

«Μα πώς μπόρεσε ένας ορεινός καλλικάντζαρος να μπει στο κάστρο;» ρώτησε ο Χάρι τον Ρον.

«Ιδέα δεν έχω. Μπορεί ο Πιβς να τον άφησε να μπει επίτηδες, για να μας κάνει πλάκα».

Καθώς άνοιγαν δρόμο ανάμεσα από μια ομάδα σαστισμένα παιδιά απ' το Χάφλπαφλ, ο Χάρι άρπαξε τον Ρον από το μπράτσο.

«Μόλις τώρα το σκέφτηκα!» του είπε. «Η Ερμιόνη...»

«Τι τρέχει μ' αυτήν;»

«Δεν ξέρει τίποτα γι' αυτόν τον καλλικάντζαρο...»

Ο Ρον δίστασε, δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Εντάξει», είπε κατόπιν. «Αλλά καλύτερα να μη μας δει ο Πέρσι...»

Σκύβοντας, για να μη φαίνονται, ο Χάρι κι ο Ρον ακολούθησαν τα παιδιά του Χάφλπαφλ προς την αντίθετη κατεύθυνση, βρήκαν έναν άδειο διάδρομο κι άρχισαν να τρέχουν προς τις τουαλέτες των κοριτσιών. Είχαν μόλις στρίψει στην πρώτη γωνία, όταν άκουσαν πίσω τους γρήγορα βήματα.

«Ο Πέρσι!» ψιθύρισε ο Ρον, τραβώντας τον Χάρι πίσω από το πέτρινο άγαλμα ενός μεγάλου λιονταριού με φτερά.·

Κρυφοκοιτάζοντας όμως πίσω απ' το άγαλμα, τα δυο παιδιά είδαν όχι τον Πέρσι, αλλά τον καθηγητή Σνέιπ να πλησιάζει. Διέσχισε βιαστικά το διάδρομο και χάθηκε γρήγορα απ' τα μάτια τους.

«Τι γυρεύει εδώ;» ρώτησε ψιθυριστά ο Χάρι τον Ρον. «Γιατί δεν είναι κι αυτός στα υπόγεια, μαζί με τους άλλους καθηγητές;»

«Πού να ξέρω;»

Στις μύτες των ποδιών τους, ο Χάρι κι ο Ρον άρχισαν να διασχίζουν αθόρυβα το διάδρομο, ακολουθώντας τον Σνέιπ, που όλο και απομακρυνόταν.

«Πάει για το τρίτο πάτωμα», ψιθύρισε ο Χάρι, αλλά ο Ρον σήκωσε το χέρι του για να τον κάνει να σταματήσει.

«Σου μυρίζει κάτι;» τον ρώτησε.

Ο Χάρι πήρε μια-δυο βαθιές αναπνοές και μια απαίσια μυρωδιά ήρθε στα ρουθούνια του, ένας συνδυασμός από βρόμικες κάλτσες και δημόσιες τουαλέτες, απ' αυτές που δεν καθαρίζονται ποτέ.

Και σχεδόν αμέσως το άκουσαν κι οι δυο: ένα σιγανό μουγκρητό και το αργό σύρσιμο από τεράστιες πατούσες. Ο Ρον έδειξε σιωπηλός με το τεντωμένο χέρι του: στο τέλος του διαδρόμου κι από τ' αριστερά, κάτι τεράστιο ερχόταν προς το μέρος τους. Τα δυο παιδιά στριμώχτηκαν περισσότερο στο σκοτεινό τοίχο και συνέχισαν να κοιτάζουν. Το τεράστιο πλάσμα φάνηκε καθαρά σ' ένα κομμάτι του διαδρόμου που το έλουζε το φως του φεγγαριού.

Το θέαμα ήταν κάτι περισσότερο από τρομακτικό — ήταν φρικτό! Ψηλός ίσαμε έξι μέτρα, με δέρμα σαν του γρανίτη, ο ορεινός καλλικάντζαρος είχε σώμα χοντροκομμένο κι ένα μικρό κεφάλι κολλημένο απευθείας σ' αυτό, χωρίς καθόλου λαιμό. Τα πόδια του ήταν κοντά αλλά χοντρά, σαν κορμοί δέντρων. Η μυρωδιά που ανάδινε ήταν αληθινά ανυπόφορη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα χοντρό ρόπαλο, το οποίο σερνόταν στο πάτωμα — τόσο μακριά ήταν τα μπράτσα του!

Ο καλλικάντζαρος σταμάτησε δίπλα σε μια ανοιχτή πόρτα και κοίταξε μέσα. Κούνησε μερικές φορές τα πεταχτά αφτιά του, ενώ προσπαθούσε να πάρει μιαν απόφαση με το μικροσκοπικό μυαλό του. Μετά μπήκε με συρτά βήματα μέσα.

«Το κλειδί είναι στην κλειδαριά», ψιθύρισε ο Χάρι. «Μπορούμε να τον κλειδώσουμε μέσα».

«Καλή ιδέα», είπε ο Ρον, με φωνή που έτρεμε λίγο.

Στις μύτες των ποδιών και με τα στόματά τους ξερά από το φόβο, τα δυο παιδιά άρχισαν να πλησιάζουν την ανοιχτή πόρτα, παρακαλώντας σιωπηλά να μην έρθει στον καλλικάντζαρο καμιά ιδέα να βγει πάλι έξω. Όταν έφτασαν κοντά στην πόρτα, ο Χάρι έκανε ένα μεγάλο πήδημα μπροστά, άρπαξε το χερούλι της πόρτας, την έκλεισε με δύναμη και γύρισε το κλειδί.

«Ζήτω!» φώναξαν κι οι δυο μαζί.

Κατόπιν άρχισαν να τρέχουν προς την άλλη πλευρά του διαδρόμου. Δεν είχαν όμως προλάβει να κάνουν παρά μερικά βήματα, και τους σταμάτησε μια δυνατή, κοριτσίστικη κραυγή! Και φαινόταν να έρχεται ακριβώς απ' την αίθουσα που μόλις είχαν διπλοκλειδώσει.

«Α, όχι!» είπε ο Ρον, χλομός σαν τον Ματωμένο Βαρόνο. «Η τουαλέτα των κοριτσιών!» ψιθύρισε με φρίκη ο Χάρι. «Η Ερμιόνη!» φώναξαν κατόπιν κι οι δυο μαζί.

Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν να κάνουν, αλλά δε γινόταν διαφορετικά... Τρέχοντας, ξαναγύρισαν στο σημείο απ' όπου είχαν ξεκινήσει. Με χέρια που έτρεμαν, ο Χάρι γύρισε το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα.

Στον απέναντι τοίχο στεκόταν η Ερμιόνη Γκρέιντζερ, έτοιμη να λιποθυμήσει. Ο καλλικάντζαρος προχωρούσε αργά προς το μέρος της, στριφογυρίζοντας το ρόπαλο του και σπάζοντας τους νιπτήρες στο πέρασμά του.

«Να τον μπερδέψουμε!» φώναξε ο Χάρι στον Ρον.

Κι αρπάζοντας μια βρύση, την πέταξε με δύναμη στον απέναντι τοίχο.

Ο καλλικάντζαρος σταμάτησε μερικά μέτρα πριν από την Ερμιόνη. Είχε ακούσει το θόρυβο και γύριζε αργά προς τα πίσω, ανοιγοκλείνοντας τα μικρά μάτια του, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει τι τον είχε προκαλέσει. Το βλέμμα του έπεσε πρώτα πάνω στον Χάρι. Άρχισε να προχωρεί προς το μέρος του, σηκώνοντας ταυτόχρονα το χέρι με το ρόπαλο.

«Ε, χαζέ!» φώναξε κοροϊδευτικά ο Ρον απ' την άλλη πλευρά της αίθουσας και του πέταξε με δύναμη ένα κομμάτι σωλήνα, που τον βρήκε στον ώμο. Ο καλλικάντζαρος φάνηκε να μη δίνει σημασία, αλλά άκουσε τη φωνή του Ρον και σταμάτησε γυρίζοντας το άσχημο μουσούδι του προς αυτόν. Έτσι έδωσε καιρό στον Χάρι να τρέξει από την άλλη πλευρά.

«Φύγε! Τρέξε!» φώναξε ταυτόχρονα ο Χάρι στην Ερμιόνη, αλλά εκείνη ήταν τόσο τρομοκρατημένη, που δεν μπορούσε να κουνηθεί.

Οι δυνατές φωνές κι η ηχώ τους μέσα στη μεγάλη αίθουσα, άρχισαν να τρελαίνουν τον καλλικάντζαρο. Ουρλιάζοντας, άρχισε να στριφογυρίζει, ώσπου το βλέμμα του έπεσε πάλι στον Ρον, ο οποίος ήταν πιο κοντά του και δεν μπορούσε να ξεφύγει από πουθενά.

Όταν ο καλλικάντζαρος άρχισε πάλι να πηγαίνει καταπάνω στον Ρον, ο Χάρι έκανε κάτι πολύ χαζό, αλλά και πολύ γενναίο. Τρέχοντας, πήδησε πάνω στη ράχη του, έσφιξε το ένα μπράτσο του γύρω από το χοντρό λαιμό του καλλικάντζαρου και έχωσε στο ένα ρουθούνι του το μαγικό του ραβδί, που το κρατούσε με το άλλο του χέρι.

Ουρλιάζοντας πάλι, αλλά τώρα από πόνο, ο καλλικάντζαρος συνέχισε να στριφογυρίζει μανιασμένα χτυπώντας δεξιά κι αριστερά με το ρόπαλό του, ενώ ο Χάρι κρατιόταν επάνω του όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Η Ερμιόνη είχε τώρα πέσει στο πάτωμα, ενώ ο Ρον, μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, έβγαλε βιαστικά το δικό του μαγικό ραβδί, το τίναξε κι είπε το πρώτο ξόρκι που πέρασε από το μυαλό του: «Γουινγκάρτιουμ Λεβιόζα!»

Αμέσως το ρόπαλο έφυγε από το χέρι του καλλικάντζαρου, σηκώθηκε ψηλά στον αέρα, έμεινε για μια στιγμή μετέωρο και μετά έπεσε με δύναμη στο κεφάλι του κατόχου του. Ο καλλικάντζαρος παραπάτησε και μετά έπεσε απότομα μπρούμυτα, μ' ένα γδούπο που τράνταξε ολόκληρη την αίθουσα.

Ο Χάρι σηκώθηκε όρθιος, τρέμοντας ολόκληρος και με την ανάσα του κομμένη. Ο Ρον στεκόταν ακίνητος, με το μαγικό ραβδί του ακόμη σηκωμένο, θαυμάζοντας, κατάπληκτος, το κατόρθωμά του. Ήταν η Ερμιόνη αυτή που μίλησε πρώτη.

«Είναι... ψόφιος;» ρώτησε, δείχνοντας τον καλλικάντζαρο.

«Δε νομίζω», αποκρίθηκε ο Χάρι. «Ζαλισμένος πρέπει να ναι από το χτύπημα...»

Σκύβοντας, τράβηξε το μαγικό ραβδί του από τη μύτη του καλλικάντζαρου. Η μια άκρη του ήταν τώρα πασαλειμμένη με κάτι που έμοιαζε με γκρίζα κόλλα.

«Μπλιαχ...» είπε με αηδία και το σκούπισε επάνω στη ράχη του αναίσθητου καλλικάντζαρου.

Ένα ξαφνικό χτύπημα της πόρτας και τα δυνατά βήματα που πλησίαζαν, έκαναν και τους τρεις τους να γυρίσουν αλλού τα βλέμματά τους. Δεν ήξεραν πόση φασαρία είχαν κάνει, αλλά ασφαλώς κάποιος στα υπόγεια θα τους είχε ακούσει, γιατί λίγες στιγμές αργότερα η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ μπήκε σχεδόν τρέχοντας στην αίθουσα. Την ακολουθούσε ο καθηγητής Σνέιπ και πίσω απ' αυτόν ο καθηγητής Κούιρελ, δείχνοντας ακόμη πιο τρομαγμένοι απ' ό,τι προηγουμένως. Βλέποντας τον αναίσθητο καλλικάντζαρο, ο Κούιρελ άφησε να του ξεφύγει μια αδύναμη κραυγή και μετά έπεσε πάνω σε μια τουαλέτα κι έφερε το χέρι στην καρδιά του.

Ο Σνέιπ έσκυψε πάνω από τον καλλικάντζαρο. Η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ κοιτούσε μια τον Χάρι και μια τον Ρον. Ο Χάρι δεν την είχε ποτέ δει τόσο θυμωμένη: τα χείλη της ήταν σφιγμένα και τα μάτια της πετούσαν σπίθες!

«Τι στο καλό σας έπιασε;» φώναξε η καθηγήτρια κι ο θυμός έκανε τη φωνή της να τρέμει. Ο Χάρι έριξε μια γρήγορη ματιά στον Ρον, που στεκόταν με το μαγικό του ραβδί ακόμη σηκωμένο. «Είσαστε τυχεροί που δε σκοτωθήκατε», συνέχισε η ΜακΓκόναγκαλ. «Γιατί δεν πήγατε στον κοιτώνα σας;»

Ο καθηγητής Σνέιπ έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στον Χάρι κι εκείνος χαμήλωσε τα μάτια. Ο Ρον συνέχιζε να μένει ακίνητος. Ξαφνικά ακούστηκε μια αδύναμη φωνή.

«Σας παρακαλώ, κυρία καθηγήτρια... Για μένα έψαχναν...»

«Μις Γκρέιντζερ!»

Η Ερμιόνη είχε τώρα καταφέρει να σταθεί στα πόδια της. «Μόνη μου πήγα... να βρω τον καλλικάντζαρο...» είπε, «γιατί... γιατί νόμιζα πώς θα μπορούσα να τον αντιμετωπίσω... Θέλω να πω, επειδή... επειδή είχα διαβάσει γι' αυτούς και...»

Ο Ρον κατέβασε το μαγικό του ραβδί και μια έκφραση έκπληξης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Η Ερμιόνη έλεγε ψέματα! Και μάλιστα σε μια καθηγήτρια! Απίστευτο!

«Αν δε με είχαν βρει, θα... θα ήμουν πεθαμένη τώρα...» συνέχισε η Ερμιόνη. «Ο Χάρι έχωσε το ραβδί του στη μύτη του καλλικάντζαρου κι ο Ρον τον χτύπησε και τον άφησε αναίσθητο με το δικό του ρόπαλο... Δεν προλάβαιναν να φωνάξουν κάποιον, γιατί ο καλλικάντζαρος ήταν έτοιμος να με σκοτώσει όταν έφτασαν...»

Ο Χάρι κι ο Ρον κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους, λες κι αυτή η ιστορία ήταν απόλυτα αληθινή.

«Τότε... αφού είναι έτσι...» είπε η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ κοιτάζοντας διαπεραστικά και τους τρεις τους. «Εσύ όμως, Ερμιόνη... ανόητο κορίτσι... πώς μπόρεσες να φανταστείς πως θα τα κατάφερνες ν' αντιμετωπίσεις μόνη σου έναν καλλικάντζαρο;»

Η Ερμιόνη χαμήλωσε το κεφάλι και δεν απάντησε.

«Μις Γκρέιντζερ», συνέχισε η καθηγήτρια σε αυστηρό τόνο, «πέντε βαθμοί θ' αφαιρεθούν απ' το Γκρίφιντορ γι' αυτή την περιπέτεια. Και πρέπει να πω πως είμαι πολύ απογοητευμένη από σένα... Τώρα, αν είσαι εντελώς καλά, γύρισε στο δωμάτιό σου. Όλοι οι μαθητές θα τελειώσουν απόψε το δείπνο τους στους κοιτώνες τους».

Σιωπηλή και με σκυμμένο το κεφάλι, η Ερμιόνη έφυγε. Η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ γύρισε τότε προς τον Χάρι και τον Ρον.

«Όσο για σας, επιμένω πως σταθήκατε πολύ τυχεροί», τους είπε. «Δεν είναι και πολλοί οι πρωτοετείς που θα τολμούσαν ν' αντιμετωπίσουν μόνοι τους έναν καλλικάντζαρο, και μάλιστα του βουνού! Ο καθένας σας, λοιπόν, κερδίζει πέντε βαθμούς για το Γκρίφιντορ. Και θα ειδοποιήσω τον καθηγητή Ντάμπλντορ για όλη αυτή την ιστορία. Μπορείτε τώρα να πηγαίνετε...»

Ο Χάρι και ο Ρον έφυγαν βιαστικά και δε μίλησαν μεταξύ τους, ώσπου ανέβηκαν τη σκάλα ως το δεύτερο πάτωμα. Το να βρίσκονται μακριά απ' τη μυρωδιά του ορεινού καλλικάντζαρου ήταν κιόλας μεγάλη ανακούφιση.

«Θα 'πρεπε να μας δώσουν περισσότερους από δέκα βαθμούς», είπε τότε ο Ρον με γκρινιάρικο ύφος.

«Πέντε, θέλεις να πεις», τον διόρθωσε ο Χάρι. «Γιατί έκοψε πέντε βαθμούς απ' την Ερμιόνη...»

«Καλοσύνη της που μας δικαιολόγησε», παρατήρησε ο Ρον. «Όμως κι εμείς της σώσαμε τη ζωή!»

«Μπορεί να μη χρειαζόταν να τη σώσουμε, αν δεν την είχαμε κλειδώσει μαζί με τον καλλικάντζαρο», του θύμισε ο Χάρι.

Στο μεταξύ είχαν φτάσει μπροστά στο πορτρέτο της χοντρής κυρίας.

«Μουσούδα γουρουνιού!» της φώναξαν και μπήκαν μέσα.

Η αίθουσα διαλειμμάτων ήταν γεμάτη παιδιά και θόρυβο. Όλοι τέλειωναν το φαγητό τους, που είχε έρθει εκεί από την τραπεζαρία. Η Ερμιόνη, όμως, στεκόταν μόνη κοντά στην πόρτα, περιμένοντάς τους. Όταν την πλησίασαν, κανείς τους δεν ήξερε τι να πει. Μετά είπαν κι οι τρεις μαζί «ευχαριστώ» και πήγαν να πάρουν πιάτα.

Από εκείνη τη μέρα, όμως, η Ερμιόνη έγινε φίλη τους. Γιατί υπάρχουν μερικές εμπειρίες τις οποίες δεν μπορείς να μοιραστείς με κάποιους, χωρίς ταυτόχρονα να δεθείς στενά μαζί τους. Κι η αντιμετώπιση ενός ορεινού καλλικάντζαρου είναι οπωσδήποτε μία απ' αυτές!

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE