23. Το καπλάνι της βιτρίνας
Η Κυριακή είναι η πιο βαρετή μέρα. Από το πρωί, η Μυρτώ κι εγώ παίζουμε, τσακωνόμαστε, διαβάζουμε κανένα βιβλίο, αλλά το απόγευμα, όταν βραδιάζει νωρίς, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.
Τα απογεύματα μένουμε στο σπίτι μόνες με τον παππού. Ο μπαμπάς κι η μαμά παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή. Ο κύριος Περικλής είναι ο διευθυντής του μπαμπά στην τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδερφή του παππού, πηγαίνει επίσκεψη στις φίλες της. Ο παππούς κάθεται στο γραφείο του και διαβάζει τα βιβλία του. Εμείς τότε πηγαίνουμε κοντά στο παράθυρο και κοιτάμε τη θάλασσα. Τα κύματα χτυπάνε στους βράχους και πιτσιλάνε τα τζάμια. Το νερό τρέχει πάνω στο τζάμι και μοιάζει με δάκρυα. Μετά φτιάχνουμε με τη Μυρτώ τις πιο λυπητερές ιστορίες. Λέμε πως πέθανε ο μπαμπάς και πως η μαμά ξαναπαντρεύτηκε. Ή πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος, κι εμείς περπατούμε μαζί του μέσα στο κρύο.
Έφτασε ο καιρός που θα φεύγαμε για την εξοχή. Η εξοχή που πηγαίνουμε είναι απέναντι στη χώρα, στην άλλη πλευρά της θάλασσας. Τη νύχτα μπορούμε να βλέπουμε από εκεί όλα τα φώτα της χώρας και όταν έχει ησυχία ακούγονται και οι φωνές. Η εξοχή μας λέγεται Λαμαγάρι. Μισή ώρα με τη βάρκα και φτάνουμε εκεί. Κάθε χρόνο ειδοποιούμε τον κύριο Αντώνη, το βαρκάρη και έρχεται να μας πάρει με την «Κρυσταλλία» του. Αυτό το παράξενο όνομα έχει η βάρκα του. Πολλές φορές ο κυρ Αντώνης φέρνει μαζί του και την κόρη του την Άρτεμη, που είναι η καλύτερη φιλενάδα μας στο Λαμαγάρι.
Φεύγουμε με τη θεία Δέσποινα και τον παππού. Ο μπαμπάς και η μαμά έρχονται μόνο τα Σαββατοκύριακα. Ευτυχώς, δηλαδή. Γιατί ο μπαμπάς, που δε γεννήθηκε σε νησί, φοβάται τόσο πολύ τη θάλασσα, που δε μας αφήνει βήμα να κάνουμε μόνες μας. Φοβάται μη γλιστρήσουμε από το μουράγιο και πέσουμε κατευθείαν με το κεφάλι στη θάλασσα και πνιγούμε!! Τόσο κουτές νομίζει ότι είμαστε! !