29. ΚΘ'. Νέμεση (2)
Ξημέρωσε ο Δεκαπενταύγουστος. Ενόσω απάνω στην Πρόνιστα ο Ιβάτζης δέχουνταν τα συγχαρητήρια των αξιωματικών και των προσκαλεσμένων του, κι ετοίμαζε πολυτελέστατη τελετή, κάτω, στη ρίζα του Βροχωτού, οι στρατιώτες που φύλαγαν τα στενά είδαν έξαφνα με μεγάλη απορία τρεις Έλληνες που πλησίαζαν άφοβα, χωρίς καμιά προσπάθεια να κρυφθούν. Ο ένας φορούσε λαμπρή στολή Βυζαντινού στρατηγού. Οι φρουροί σαστισμένοι τους σταμάτησαν και τους ρώτησαν τι θέλουν.
- Πηγαίνετε στον Ιβάτζη, διέταξε ο στρατηγός, και πείτε του πως ο πατρίκιος Ευστάθιος Δαφνομήλης, στρατηγός της Αχρίδας, ήλθε να πανηγυρίσει μαζί του.
Τρεχάτος ανέβηκε ένας στρατιώτης κι έφερε του αφέντη του την απίστευτη είδηση. Σαν το άκουσε ο Ιβάτζης έμεινε άφωνος.
Δεν του χωρούσε στο κεφάλι πως μπορούσε να έλθει έτσι, ασυλλόγιστα, ο Έλληνας στρατηγός, χωρίς συνοδεία, να παραδοθεί στα χέρια του. Γιατί όσο και αν είχαν διακοπεί οι εχθροπραξίες, αφότου άρχισε η αλληλογραφία του με τον Αυτοκράτορα, πώς ήταν δυνατό να υποθέσει ο Δαφνομήλης πως θα τον άφηνε ποτέ ο Ιβάτζης να φύγει ζωντανός από τα χέρια του; Τόσο ανόητο να φαντασθεί τον Δαφνομήλη δεν μπορούσε. Άρα άλλη αιτία πρέπει να έφερνε τον Έλληνα στρατηγό στα νύχια του. Και τι μπορούσε η αιτία αυτή να είναι άλλο από προδοσία; Ευθύς έδωσε διαταγή ο Ιβάτζης να οδηγήσουν τον Δαφνομήλη στο παλάτι του. Απάνω και κάτω στο δωμάτιο του περπατούσε ο βολιάς, γυρνώντας και ξαναγυρνώντας στο νου του ρωτήματα και απαντήσεις. Και όλο στο ίδιο συμπέρασμα έφθανε. Πως για να τολμήσει ο Δαφνομήλης με τόση αστοχασιά να παραδοθεί στον εχθρό, που αμείλικτα τον είχε πολεμήσει τόσα χρόνια, θα πει πως παρατούσε, πως πρόδινε το Βασιλέα του... ποιος ξέρει ακόμα τι άλλες προτάσεις του έφερνε! Η καρδιά του φούσκωνε από υπερηφάνεια και χαρά. Χίλιες - μύριες χρυσές ελπίδες έλαμψαν μπροστά του. Με το λαμπρό Δαφνομήλη σύμμαχο, τι δε θα καταπιάνουνταν, τι δε θα κατόρθωνε!
Η πόρτα άνοιξε και ο στρατηγός μπήκε. Ήταν μόνος. Αρματωμένος ήταν, βέβαια, τα λαμπρά του όπλα έλαμπαν από τα πολύτιμα πετράδια στη ζώνη και στο πλευρό του. Μα ήταν μόνος, μόνος στα χέρια του θανάσιμου εχθρού του. Από τη χαρά που χύθηκε μέσα του, ο Ιβάτζης δεν μπόρεσε να βαστάξει. Έτρεξε στον Δαφνομήλη, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, τον καλωσόρισε με λόγια κολακευτικά, και αμέσως τον πήρε και του σύστησε τους σημαντικότερους άρχοντες της συντροφιάς του, και μαζί πήγαν στην εκκλησία όπου πανηγυρικά άρχισε η λειτουργία. Με περιέργεια κοίταζαν οι Βούλγαροι τη μόνη αυτή ελληνική στολή ανάμεσά τους, και γύρευαν να μαντέψουν τα σχέδια του αρχηγού τους. Πως ο Δαφνομήλης δε θα έβγαινε ζωντανός από την Πρόνιστα, το ήξεραν όλοι όσοι γνώριζαν τον Ιβάτζη. Μα γι' αυτό ίσα - ίσα τους φαίνουνταν ανεξήγητοι οι ευγενικοί τρόποι του βολιά και τα ζαχαρένια λόγια που δεν έπαυε να μουρμουρίζει του Έλληνα στρατηγού. Αφού τελείωσε η εκκλησία, όλοι οι προσκαλεσμένοι σκορπίστηκαν και αποτραβήχθηκαν, ο καθένας στην προσδιορισμένη του κατοικία. Τότε ο Δαφνομήλης σίμωσε το βολιά.
- Ιβάτζη, είπε χαμηλόφωνα, ήλθα για να πανηγυρίσομε μαζί την Κοίμηση της Θεοτόκου, μα ήλθα και για να σου μιλήσω. Η αιτία που με φέρνει είναι σπουδαία και μυστική. Και όσα έχω να σου πω, άλλος δεν πρέπει να τ' ακούσει.
Τότε πια πείστηκε ο Ιβάτζης πως οι υποψίες του αλήθευαν, πως ο Δαφνομήλης, προδότης του βασιλέα του, ήλθε να συνεννοηθεί μαζί του, ίσως να του παραδώσει την Αχρίδα. Πρόσταξε τους σωματοφυλακές του ν' απομακρυνθούν και, καταχαρούμενος, παίρνοντας από το χέρι τον Δαφνομήλη, τον κατέβασε στα περιβόλια και τον οδήγησε σ' ένα μικρό δάσος, όπου τα δέντρα ήταν τόσο πυκνά, που ούτε να τους δει μπορούσε κανένας ούτε ν' ακούσει τις ομιλίες τους. Πήγαιναν κουβεντιάζοντας, και με καρδιόχτυπο περίμενε ο Ιβάτζης ν' αρχίσει ο Δαφνομήλης την εξομολόγησή του. Του φάνηκε έξαφνα σα να κούνησε κάτι μες στα κλαδιά. Μεμιάς του μπήκαν υποψίες. Έριξε γύρω μιαν ανήσυχη ματιά, και βλέποντας την τέλεια μοναξιά και τη σιωπή του απόκεντρου εκείνου μέρους, τον έπιασε φόβος, και αυτόματα άρπαξε του σπαθιού του τη λαβή. Δεν πρόφθασε όμως να το σύρει. Σαν αστραπή ορμά ο Δαφνομήλης απάνω του, τον ρίχνει χάμω, τον πλακώνει κάτω από το γόνατό του, και με τα σιδερένια χέρια του κρατώντας τον καρφωμένο στο χώμα, βουλώνει το στόμα του και του πνίγει τις φωνές. Την ίδια στιγμή, από μέσα από τα δέντρα δυο άντρες πετιούνται, τυλιγμένοι σε σκοτεινές κάπες. Ο ένας, με σηκωμένο το σπαθί, ακράτητος ρίχνεται στον Ιβάτζη να τον σχίσει.
- Όχι, Μιχαήλ, όχι! φώναξε ο Δαφνομήλης γυρεύοντας ν' απομακρύνει το όπλο. Μην τον σκοτώσεις, θυμήσου το λόγο σου! Τα μάτια του μόνο!
Μεθυσμένος όμως από το μίσος, ο Μιχαήλ ούτε άκουε ούτε έβλεπε.
- Νικήτα! φώναξε ο Δαφνομήλης.
Μεμιάς ο κατάσκοπος τον ξαρμάτωσε. Μα τότε ο Μιχαήλ έγινε έξω φρενών, και ξεφεύγοντας από τα χέρια του Νικήτα, έσυρε το μαχαίρι του, ξαναρίχθηκε του Ιβάτζη, που αγωνίζουνταν να ξετινάξει τον Δαφνομήλη από το στήθος του, και σήκωσε το όπλο του. Μια φορά... δυο φορές κατέβηκε το μαχαίρι... και το άγριο πράμα έγινε. Ο Ιβάτζης, με τα μάτια τρυπημένα, το στόμα στουμπωμένο για να μην ακούονται οι στριγλιές του, αναίσθητος σχεδόν και σκεπασμένος αίματα, βρέθηκε δεμένος χειροπόδαρα, τυλιγμένος στο μανδύα του, ακίνητος στα χέρια των εχθρών του.
- Γρήγορα, ψιθύρισε ο Δαφνομήλης. Στον πύργο.
Τότε τον αρπάζουν οι τρεις Έλληνες, τρέχουν πίσω στο παλάτι, και με τόλμη απίστευτη περνούν από μέσα από την αυλή, εμπρός σε όλους τους σωματοφύλακες, που σαστισμένοι, αποβλακωμένοι, τους αφήνουν να περάσουν, μπαίνουν στο σπίτι, ανεβαίνουν τη σκάλα τρεχάτα πάντα, φθάνουν με τον τυφλωμένο τους αιχμάλωτο στο απάνω πάτωμα, κι εκεί ξεσπαθώνουν, αποφασισμένοι να μην παραδοθούν ζωντανοί. Ανάμεσα στους προσκαλεσμένους, από σπίτι σε σπίτι, σαν αστραπή μεταδίνεται η φρικτή είδηση:
- Τύφλωσαν τον Ιβάτζη!
Σε μια στιγμή, το χαριτωμένο κτήμα των Τσάρων γέμισε φωνές και αταξία, πήρε όψη επαναστατημένης χώρας. Από παντού βγαίνουν Βούλγαροι, τρέχουν, φθάνουν οπλισμένοι, ποιος με σπαθί, ποιος με λόγχη ή τόξο, άλλοι με πέτρες, με ξύλα, με αναμμένους δαυλούς, και περικυκλώνουν τους Έλληνες ξεφωνίζοντας:
- Σκοτώσετέ τους! Κάψετε, κομματιάσετέ τους! Θάνατος στους προδότες! Σπαράξετε τους κακούργους!
Μερικοί τρεχάτα έφεραν πίσσα και ξύλα και άχυρα, για να τους κάψουν στην κάμαρα μέσα όπου είχαν κλειστεί. Από πάνω από το παράθυρο ο Δαφνομήλης κοίταζε ατάραχα το εξαγριωμένο πλήθος. Το ξέσπασμα αυτό, το θυμό, την αγανάκτηση, τα περίμενε. Μα όχι τόσο γρήγορα. Είχε λογαριάσει πως θα πρόφθαινε κάπου να οχυρωθεί, ίσως και να συνθηκολογήσει. Εμπρός όμως στο πάθος των λυσσασμένων Βουλγάρων, ούτε στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του.
- Εδώ θα πεθάνομε, παιδιά, είπε στους συντρόφους του, μα έλεος δε θα ζητήσομε.
Και σκύβοντας στο παράθυρο, αψηφώντας τις πέτρες και τις σαΐτες που σφύριζαν γύρω του, έκανε νόημα πως θέλει να μιλήσει.
- Ακούσετε δω! Σας μιλώ φρόνιμα λόγια! Τον άρχοντά σας δεν τον τύφλωσα από μίσος προσωπικό. Αυτός είναι Βούλγαρος, το ξέρετε, κι εγώ Έλληνας, μα Έλληνας όχι της Μακεδονίας ή της Θράκης, παρά της απομακρυσμένης Ανατολής. Τι λοιπόν θέλετε να έχομε, ο Ιβάτζης κι εγώ, να μοιράσομε μεταξύ μας;
Και βλέποντας πως μερικοί Βούλγαροι σώπαιναν λίγο - λίγο ν' ακούσουν, εξακολούθησε:
- Ποιος από σας είναι τόσο μωρός, που να φανταστεί πως ήλθα από αμυαλιά ή από έχθρα δική μου να ριχθώ σε τέτοιον κίνδυνο; Για εκδίκηση δεν ήλθα! Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! βροντοφώνησε.
Στα λόγια αυτά οι Βούλγαροι σα να μούδιασαν κάπως. Φοβισμένα μουρμουρίσματα πέρασαν από στόμα σε στόμα, οι βρισιές λιγόστεψαν, άλλοι έριξαν ανήσυχες ματιές στο παράθυρο, μερικοί δαυλοί έσβησαν.
- Μ' έστειλε ο Βασιλέας μου! επανέλαβε πιο δυνατά ο Δαφνομήλης. Και ό,τι έκανα, το έκανα για τον Άρχοντά μου. Αν θέλετε να μας σκοτώσετε, σας είναι εύκολο. Εδώ είμαστε! Να μην ελπίζετε όμως πως θα παραδοθούμε στο έλεός σας! Τη ζωή μας θα την πάρετε, μα αφού την ακριβοπληρώσετε.
Μερικές θυμωμένες φωνές ακούστηκαν πάλι, μερικά χέρια σηκώθηκαν απειλητικά. Πολλοί όμως Βούλγαροι δείλιασαν, μερικοί έφυγαν, άλλοι αποτραβήχθηκαν παράμερα, και τρομαγμένοι στάθηκαν ν' ακούσουν τα λόγια που σαν κεραυνούς τα έριχνε πάνω από το παράθυρό του ο ατρόμητος στρατηγός του Αυτοκράτορα.
- Αν πεθάνομε, όπως το περιμένομε, φώναξε, θα πεθάνομε χαρούμενοι πως κάναμε το καθήκον μας! Θα πεθάνομε ευχαριστημένοι, γιατί ξέρομε πως ο Αφέντης μας και Βασιλέας μας φρικτά θα μας εκδικήσει! Για κάθε κεφάλι δικό μας, χιλιάδες δικά σας θα πέσουν, και ποτάμι το αίμα σας θα ξεπλύνει το δικό μας...
Πανικός έπιασε τους Βουλγάρους στα λόγια αυτά. Τη σκληρή εκδίκηση του Αυτοκράτορα τη γνώριζαν! Ακόμα δεν είχαν ξεχάσει τις δέκα χιλιάδες τυφλωμένους που στα 1014 τους έστειλε του Σαμουήλ. Φρικιασμένοι, τρέμοντας, ένας - ένας άρχιζαν κι έφευγαν, τρύπωναν στα σπίτια, κρύβουνταν. Οι γεροντότεροι, που θεωρούνταν και πιο φρόνιμοι, αυτοί που είχαν δει τις περισσότερες καταστροφές και που στην καρδιά τους δε φύλαγαν πια ούτε τόλμη ούτε ελπίδα, πήγαν τότε από τον ένα στον άλλο, και με λόγια πειστικά απέδειξαν στους νεότερους πόσο περιττή ήταν η αντίσταση, αφού είχε τυφλωθεί και ο Ιβάτζης. Σαν έπεισαν και ησύχασαν ακόμα και τους πιο τολμηρούς, φώναξαν τον Δαφνομήλη και του είπαν πως υποτάσσονται στον Αυτοκράτορα και παραιτούνται από κάθε αντίσταση. Φθάνει ο Αύγουστος να τους δώσει αμνηστία γενική. Και τότε έγινε κάτι πρωτάκουστο στην ιστορία, κάτι απίστευτο.
Οι τρεις τολμηροί Έλληνες κατέβηκαν από το δωμάτιο όπου είχαν κλειστεί. Κουβαλώντας πάντα τον τυφλωμένο Ιβάτζη, πέρασαν από μέσα από τους προσκαλεσμένους και τους δαμασμένους σωματοφύλακες του βολιά, βγήκαν από το παλάτι και από τα περιβόλια, χωρίς να τολμήσει ένας από το πλήθος αυτό των Βουλγάρων να εκδικήσει τον αρχηγό τους, ούτε καν ν' αγγίξει τους Έλληνες. Έτσι κατέβηκε ο Δαφνομήλης με τους δυο του συντρόφους και τον αιχμάλωτό του, πέρασε την κλεισούρα, και τράβηξε για τη Διαβολή ανενόχλητος. Απίστευτο του φάνηκε του Αυτοκράτορα όταν, την αυριανή, είδε τον Δαφνομήλη να παρουσιάζεται μπροστά του με τον αιματωμένο τυφλό, τον ακίνδυνο πια Ιβάτζη, και άκουσε το τολμηρό ανδραγάθημα που τον ξεφόρτωνε επιτέλους από τον αδάμαστο εχθρό του.
Για να δείξει του Δαφνομήλη την ευγνωμοσύνη του, τον διόρισε στρατηγό του θέματος του Δυρραχίου, που ήταν από τις σημαντικότερες θέσεις και τις τιμητικότερες, και του χάρισε όλα τα πλούτη του Ιβάτζη. Πέρασαν μερικές μέρες και ο Βασίλειος ετοιμάζουνταν πια να φύγει από τη Διαβολή, όταν ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την εξώπορτα του παλατιού. Ήταν ο Νικουλιτσάς.
Οι σύντροφοι του όλοι και οι φίλοι του τον είχαν εγκαταλείψει ένας - ένας ή είχαν πεθάνει. Μέρες και νύχτες μόνος, καταδιωγμένος, πεινασμένος, απελπισμένος, είχε γυρίσει ο Νικουλιτσάς σαν κυνηγημένο αγρίμι από κορφοβούνι σε κορφοβούνι. Ώσπου η ψυχή του ανυπότακτου βολιά απέκαμε, η θέληση του έσπασε, και μόνος ήλθε και παραδόθηκε, ζητώντας έλεος από το Βασιλέα, τον οποίο τόσες φορές είχε γελάσει.
Ο Αυτοκράτορας όμως δε θέλησε πια ούτε να τον συγχωρήσει ούτε καν να τον δει. Κι εκείνον και τον Ιβάτζη, τους έστειλε αλυσοδεμένους στις φυλακές της Θεσσαλονίκης.
Μόνος στο δωμάτιό του, ένα βράδυ αργά, ο Μιχαήλ ήταν σκυμμένος στο τραπέζι του. Το φως του λυχναριού, που κρέμουνταν από τη χαμηλή στέγη, χύνουνταν θαμπό και αδύνατο στου νέου το γερασμένο πρόσωπο. Ο Μιχαήλ τελείωνε ένα γράμμα, για να το δώσει του αγγελιοφόρου που, πρωί - πρωί, έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. «...Ο Αύγουστος φεύγει αύριο», έγραφε, «διευθύνεται νότια. Πηγαίνει στην Ακρόπολη των Αθηνών, όπου θέλει στο ναό μέσα της Θεοτόκου να προσκυνήσει την Πολιούχο και να Την ευχαριστήσει για την Αγία Της προστασία. Εγώ όμως δε θα τον συνοδεύσω. Χθες έδωσα την παραίτησή μου.
Ο πόλεμος τελείωσε, μπορώ ν' αποσυρθώ. Και μπορώ να έλθω πια κοντά σου, αφού η εκδίκηση έγινε. Τυφλός κι ελεεινός, πτώμα άταφο, πάγει ο Ιβάτζης, αλυσοδεμένος, στις φυλακές της Θεσσαλονίκης, ν' αποζήσει στο παντοτινό σκοτάδι τις μαύρες του μέρες. Ώστε τίποτα πια δε με κρατεί εδώ. Και όμως καμιά χαρά δεν έχω που έρχομαι κοντά σου. Η καρδιά μου μαράθηκε, Αλεξία, και η εκδίκηση δε με πλησίασε σε σένα. Όσο ήταν ο αγέρωχος Ιβάτζης, δυνατός και μεγάλος, το μίσος φυσομανούσε μέσα μου, και άλλο δε συλλογίζουμουν παρά το κακούργημά του. Και όταν βρέθηκα μπροστά του, ρίχθηκα με λύσσα να τον σκοτώσω, να του πάρω την καρδιά. Αχ, γιατί δε μ' άφησαν να το κάνω; Θα ήταν δίκαιο! Και θα ήταν στρατιωτική εκδίκηση!
Μα σαν τον είδα χάμω, με τα μάτια τρυπημένα, ερείπιο ζωντανό, όταν συλλογίστηκα την πράξη μου... τότε τον συλλογίστηκα εκείνον, τον τίμιο, τον άσπιλο στρατιώτη, που πεσμένο άνθρωπο ποτέ του δε χτύπησε... Και είπα, Αλεξία, πως αν από κει πάνω βλέπει την πράξη μου, αν ξέρει με τι τρόπο τον εκδίκησα, το ευγενικό εκείνο παλικάρι, με πόνο θα κρύβει τα μάτια, θα στρέφει το κεφάλι από ντροπή...». Το καλάμι έπεσε από τα δάχτυλά του, κι έγειρε το πρόσωπό του στα διπλωμένα του χέρια. Μα δάκρυα δεν ήλθαν να δροσίσουν τα θερμιασμένα του ματόκλαδα. Είχαν στερέψει, καμένα στη λάβρα του καημού του.