29. ΚΘ'. Νέμεση (1)
Η μεγάλη αυτή μάχη του καλοκαιριού του 1017, που κατέστρεψε το στρατό του Βλαδισλάβ, τελείωσε και το μακρύ βουλγάρικο πόλεμο, που είχε αρχίσει στα 986 και βάσταξε τριανταδυό χρόνια. Ύστερα από την τρανή του νίκη, ο Βασίλειος πήγε στα Βοδενά, και ως το τέλος του χρόνου κατέγινε να διοικήσει και να διοργανώσει στρατιωτικά τις νέες κατακτήσεις. Ύστερα γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου λαός και αρχές τον δέχθηκαν με μεγάλες τελετές, τον Ιανουάριο του 1018. Εκεί έμαθε, σε λίγο, πως ο αδάμαστος Βλαδισλάβ όχι μόνο δεν είχε χάσει το θάρρος του, αλλά και κατόρθωσε να μαζέψει πάλι στρατό και να πολιορκήσει το Δυρράχιο. Λίγο όμως βάσταξε η στάση αυτή. Η τύχη είχε παρατήσει πια το γενναίο μα και δόλιο βολιά. Μόλις άρχισε η πολιορκία του Δυρραχίου, κάποιος στρατιώτης Βούλγαρος, ίσως ένας από τους αφοσιωμένους στο κόμμα του Ρωμανού, μαχαίρωσε τον Βλαδισλάβ, εκδικώντας έτσι τη δολοφονία του γιου του Σαμουήλ.
Σαν το έμαθε, ο Βασίλειος μάζεψε το στρατό του και ξεκίνησε για τη Μακεδονία, κρίνοντας σωστά πως ο θάνατος αυτός θ' απέλπιζε και τους τελευταίους επαναστάτες, και πως η ώρα ήταν κατάλληλη να ειρηνεύσει πια τον τόπο. Και αλήθεια, σε όλο το δρόμο, ούτε μια φορά δε χρειάστηκε να χτυπηθεί ο στρατός του με τους Βουλγάρους. Από παντού έφθαναν άρχοντες και φρούραρχοι, και προσκυνούσαν και παρέδιδαν χώρες και φρούρια. Τέλος ήλθε και ο ανδρείος και αλύγιστος Κρακράς με τα κλειδιά των τριάντα τελευταίων κάστρων, και προσκύνησε και αυτός. Ο Βασίλειος, που ήταν όχι μόνο μεγάλος στρατηγός αλλά και λαμπρός πολιτικός, όλους αυτούς τους δέχθηκε με τιμές, και τους έδωσε αξιώματα και μεγαλεία ανάλογα με τη θέση και την αξία του καθενός. Έτσι έφθασε στην Αχρίδα, όπου ήλθε και παραδόθηκε η χήρα του Ιωάννη Βλαδισλάβ με πλήθος πριγκιπόπουλα, ορφανά των δύο τελευταίων Τσάρων. Δυο μόνο βολιάδες έλειπαν ακόμα. Ο Νικουλιτσάς και ο Ιβάτζης. Είχαν πάρει και οι δυο τα βουνά, αποφασισμένοι να μην υποταχθούν.
Ο Ιβάτζης όμως, που ήταν από μεγάλη αρχοντική οικογένεια, έβαλε με το νου του να μαζέψει γύρω του στρατό, και όχι μόνο να ξαναξυπνήσει την επανάσταση, αλλά και να γίνει αυτός Τσάρος της Βουλγαρίας. Στην πλαγιά του Βροχωτού, βουνού απόκρημνου, βρίσκουνταν τότε ένα κτήμα των Τσάρων, η Πρόνιστα. Ήταν σε μέρος ωραιότατο και κατάφυτο, και συνάμα οχυρότατο, φυσικά προστατευμένο από μια στενή κλεισούρα όπου περνούσε ο μόνος δρόμος που ανέβαινε στο κτήμα, και όπου λίγοι άντρες αρκούσαν για να σταματήσουν στρατόν ολόκληρο. Εκεί είχε αποτραβηχτεί ο Ιβάτζης με μερικούς τολμηρούς συντρόφους. Και λίγο - λίγο είχε κατορθώσει να μαζέψει γύρω του αρκετό στρατό, ώστε να μη φοβάται την επίθεση του Αυτοκράτορα.
Μόλις το έμαθε, ο Βασίλειος έφυγε από την Αχρίδα, όπου άφησε στρατηγό τον Ευστάθιο Δαφνομήλη, και πήγε στη Διαβολή, για να βρίσκεται πιο κοντά στην απόρθητη φωλιά της επανάστασης. Με όλη του την έχθρα και το θυμό, έγραψε του Ιβάτζη ένα γράμμα όπου του απέδειχνε πόσο τρελή ήταν πια η αντίσταση. Και με την ελπίδα ν' αποφύγει καινούριες αιματοχυσίες, του πρότεινε να υποταχθεί, δίνοντας του την υπόσχεση πως θα τον δεχθεί και αυτόν με τιμές και δόξες, όπως τους άλλους γενναίους βολιάδες. Ο πονηρός Βούλγαρος, για να κερδίσει καιρό, αποκρίθηκε με κολακείες κι ευγένειες και μισές υποσχέσεις, χωρίς όμως και να δεθεί με τελειωτική απάντηση. Και στο μεταξύ, κρυφά εξακολουθούσε να ετοιμάζεται για την επανάσταση. Ο Βασίλειος το ήξερε και φουρκίζουνταν και αδημονούσε. Μα ο θυμός του πήγαινε χαμένος, γιατί σ' εκείνα τα κορφοβούνια στρατός δεν μπορούσε ν' ανέβει.
Ήταν παραμονές του Δεκαπενταύγουστου. Στο παλάτι του μέσα της Αχρίδας, ο Ευστάθιος Δαφνομήλης πήγαινε κι έρχουνταν απάνω - κάτω νευρικά στο δωμάτιό του. Κάθε λίγο σταματούσε στο τραπέζι του, έπαιρνε ένα ανοιγμένο γράμμα, το ξαναδιάβαζε, και πάλι το έριχνε στο τραπέζι και ξανάρχιζε τον ανήσυχο περίπατό του. Κάπου - κάπου πήγαινε στην πόρτα, έριχνε μια ματιά στο διάδρομο, και πάλι με σουφρωμένα φρύδια γύριζε στο τραπέζι του, ξαναχώνουνταν στη μελέτη της περγαμηνής, και πάλι την άφηνε και ξανάρχιζε να πηγαινοέρχεται. Και όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο νευρικός γίνουνταν. Τέλος η πόρτα άνοιξε απέξω κι ένας άντρας μπήκε. Ο Δαφνομήλης έβγαλε μια φωνή ανακουφισμένη και άπλωσε τα δυο του χέρια.
- Επιτέλους! φώναξε. Έλεγα πως έπαθες τίποτα, Νικήτα, και άργησες τόσο!
Ο Νικήτας πήρε το χέρι του στρατηγού κι έσκυψε και το φίλησε.
- Άργησα, Ευστάθιε Δαφνομήλη, γιατί ήθελα να σου φέρω τις πληροφορίες που μου ζήτησες, είπε.
- Έμαθες τίποτα; Λέγε γρήγορα! αναφώνησε ο στρατηγός παίρνοντας από το τραπέζι την απλωμένη περγαμηνή. Οι δικές μου ειδήσεις είναι πως ο καταραμένος αυτός Ιβάτζης μας παίζει με τα λόγια του, και με ψευτοϋποσχέσεις γυρεύει να πουλήσει τον Αυτοκράτορα. Ξέρεις όμως ποια είναι η αλήθεια;
- Ξέρω, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Η φάρα του ολόκληρη βρίσκεται μαζεμένη στην Πρόνιστα, επίσης και πλήθος βουνίσιοι που του έμειναν πιστοί. Τους εκάλεσε όλους, τάχα πως θα εορτάσει την Κοίμηση της Παναγίας, μα πραγματικά στο παλάτι του ετοιμάζεται καινούρια επανάσταση.
- Και ο Αυτοκράτορας το ξέρει;
- Το ξέρει, και τρώγεται και οργίζεται. Μα τι να κάνει; Στρατός δεν μπορεί ν' ανέβει εκεί απάνω, στο αετοβούνι του Βουλγάρου.
- Στρατός, όχι βέβαια, είπε ο Δαφνομήλης. Ένας όμως μπορεί. Και θα πάγω εγώ.
Τα μάτια του Νικήτα έλαμψαν.
- Το ήξερα, είπε. Και γι' αυτό ήλθα. Μα δε θα πας μόνος σου, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Θα πάρεις και δυο συντρόφους, και ή θα νικήσομε μαζί σου ή θα πέσομε και οι τρεις.
Ο Δαφνομήλης χαμογέλασε.
- Εσύ, καλά, πιστέ μου Νικήτα, είπε. Έλα, θα σ' έχω ανάγκη. Μα ποιος είναι ο άλλος που θα θελήσει να μπει σ' αυτή τη σφηκοφωλιά;
- Ο Ιγερινός.
- Ο Μιχαήλ;
Με απορία κοίταξε ο στρατηγός τον αφοσιωμένο του κατάσκοπο.
- Ναι, στρατηγέ, ήλθε μαζί μου. Είχα μισομαντέψει το σκοπό σου από το γράμμα σου, και του το είπα.
- Και θα δεχθεί να έλθει;
- Θα σε παρακαλέσει.
- Και η αρραβωνιαστική του; Ο Νικήτας στέναξε.
- Η κακομοίρα! Μουρμούρισε.
- Τι τρέχει; Τα χάλασαν;
- Τι, τον αρραβώνα; Όχι, δεν τον χάλασαν, ούτε θα τον χαλάσουν.
- Λοιπόν;
- Τι τα θέλεις, στρατηγέ, είπε πάλι ο Νικήτας. Τέτοιος αρραβώνας χειρότερος είναι και από θάνατο.
- Δεν ξέχασε η κόρη τον άλλο; ρώτησε ο Δαφνομήλης χαμηλώνοντας τη φωνή του.
- Ούτε θα τον ξεχάσει ποτέ.
- Μα λοιπόν γιατί αρραβωνιάστηκαν;
- Γιατί τους το άφησε παραγγελιά πριν πεθάνει... ο άλλος.
- Ο Κρηνίτης;
- Ναι! Πριν φύγει εκείνη τη μέρα, έβαλε τον Ιγερινό να ορκιστεί μαζί του, πως όποιος από τους δυο γυρίσει ζωντανός θα έπαιρνε την Αλεξία Αργυρή, και συνάμα έγραψε της Αλεξίας πως της άφηνε παραγγελιά να πάρει το φίλο του. Και από κει που ήθελε η κόρη να κλειστεί σε μοναστήρι, άλλαξε γνώμη. Δε θέλει, λέγει, να παρακούσει του πεθαμένου. Στο λείψανο του ορκίστηκε να κάνει το θέλημά του. Με βαριά καρδιά τους αρραβώνιασε λοιπόν ο Αυτοκράτορας. Μα ήταν αληθινή κηδεία εκείνος ο αρραβώνας! Και από τότε χωρίστηκαν, και δεν την ξαναείδε ο Ιγερινός.
- Πώς αυτό;
- Εκείνη πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου μένει με την αδελφή του. Κι εκείνος κυνηγά τον Ιβάτζη.
- Και είναι τώρα εδώ;
- Ναι, στρατηγέ.
- Πες του να έλθει.
Καθώς μπήκε ο Μιχαήλ στην κάμαρα, ο Δαφνομήλης σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. Μα κοντοστάθηκε ξαφνισμένος. Ο Μιχαήλ ήταν σχεδόν γέρος. Το αναίματο ισχνό του πρόσωπο ασάλευτο και αγέλαστο, ήταν σα μαρμαρωμένο, σαν άψυχο. Μόνο στα βουλιαγμένα τους κοιλώματα, σκοτεινά και ισκιωμένα, τα μάτια του φύλαγαν ακόμα ζωή. Το αργό του περπάτημα, οι κυρτοί του ώμοι, τα ψαρά του μαλλιά, κάτασπρα στα μηνίγγια, τον έκαμναν αγνώριστο. Ο Δαφνομήλης, κάπως συγκινημένος, θέλησε να κρύψει την εντύπωσή του.
- Κάθησε να ξεκουραστείς, του είπε με συμπάθεια, φαίνεσαι κουρασμένος. Αργότερα μιλούμε.
- Δεν είμαι κουρασμένος, αποκρίθηκε ήσυχα ο Μιχαήλ, και ίσως είναι καλύτερο να μη χάνομε καιρό, Ευστάθιε Δαφνομήλη.
- Τι εννοείς;
- Πως αν έχεις καμιάν ελπίδα να εκτελέσεις το σχέδιό σου, τώρα είναι περίσταση, στην εορτή μέσα.
- Ξέρεις λοιπόν το σχέδιό μου; ρώτησε ο Δαφνομήλης.
- Ξέρω πως είσαι άξιος να πας να μαχαιρώσεις τον Ιβάτζη στο παλάτι του μέσα.
- Ναι... Μα το σχέδιο μου είναι λίγο διαφορετικό. Ο Αύγουστος τον θέλει ζωντανό, είπε ο Δαφνομήλης.
Και γυρνώντας στον Νικήτα:
- Πρώτα απ' όλα όμως πρέπει να γνωρίζομε τα μέρη εκείνα, είπε. Πήγες ποτέ;
- Όχι, είπε ο Νικήτας, μα πήγε ο Ιγερινός. Ο Δαφνομήλης αναπήδησε.
- Εσύ; αναφώνησε.
- Έρχομαι από κει, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ.
- Πήγες να κατασκοπεύσεις;
Μίσος έντονο ζωντάνεψε το άψυχο πρόσωπο του νέου.
- Όχι, είπε, πήγα να τον σκοτώσω.
- Τι;
Η φλόγα που άναψε μια στιγμή το πρόσωπο του έσβησε πάλι, και με την άτονη φωνή, που του ήταν πια σα φυσική, πρόσθεσε:
- Δεν τον πέτυχα. Ήταν πάντα περιτριγυρισμένος, και ξένους δε δέχεται.
Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος. Ύστερα είπε με απόφαση:
- Εμένα θα με δεχθεί.
- Ίσως, είπε ο Μιχαήλ, αν πεις τ' όνομά σου.
- Και θα έλθεις μαζί μου;
- Θα έλθω, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Και την καρδιά του θα του την πάρω εγώ.
- Θα κάνεις ό,τι σου πω, Μιχαήλ.
- Δεν ξέρω.
- Θα κάνεις ό,τι σου πω!
Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. Με σφιγμένα χείλια κοίταζε τη λίμνη που απλώνουνταν γυαλιστερή και ολόφωτη κάτω από το παράθυρο.
- Μιχαήλ, μια μέρα μου ζήτησες μια χάρη, είπε ο στρατηγός προφέροντας μια - μια τις λέξεις, και σου την έκανα... Και μου είπες τότε πως αν ποτέ έχω ανάγκη από τυφλή αφοσίωση, να έλθω σε σένα. Ήθελες να πας σε κάποιο μοναστήρι όπου βρίσκουνταν πληγωμένος...
Το στόμα του Μιχαήλ συσπάστηκε. Σήκωσε το χέρι και σταμάτησε το στρατηγό.
- Καλά, είπε, θα έλθω.
- Και θα κάνεις ό,τι σου πω;
- Θα κάνω ό,τι θέλεις.
Ο Δαφνομήλης ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νέου και με συγκίνηση είπε:
- Όποιος έλθει μαζί μου πρέπει ν' αποφασίσει πως δε θα γυρίσει ζωντανός.
- Το ξέρω.
- Σκέφθηκες την Αλεξία;
Απότομα πήρε ο Μιχαήλ το χέρι του Δαφνομήλη και το έβγαλε από τον ώμο του.
- Ναι, είπε, τη σκέφθηκα. Και γύρισε να φύγει.
- Και αν σκοτωθείς; έκανε ο Δαφνομήλης. Ο Μιχαήλ είχε φθάσει στην πόρτα. Σήκωσε την κουρτίνα και χωρίς να γυρίσει ρώτησε:
- Πότε φεύγομε;
- Αμέσως, είπε ο Δαφνομήλης.
- Σε περιμένω έξω, είπε ο Μιχαήλ. Και βγήκε.
Σαν όλους τους ορθόδοξους εκείνης της εποχής, είτε Έλληνες ήταν είτε Βούλγαροι ο Ιβάτζης, με όλη του τη σκληρότητα, ήταν όμως πολύ θεοφοβούμενος. Αποφάσισε την εορτή του Δεκαπενταύγουστου να την εορτάσει, εκείνο το χρόνο του 1018, στο παλάτι του της Πρόνιστας, μ' εξαιρετική πολυτέλεια. Όλους του τους συγγενείς, ως και τους πιο απομακρυσμένους, τους κάλεσε και τους μάζεψε γύρω του για να δείξει το μεγαλείο και τη δύναμη της φάρας του. Βασιλικά τους υποδέχθηκε και τους φιλοξένησε στο παλάτι του. Και τόσος κόσμος μαζεύθηκε, που το εξοχικό αυτό κτήμα κατήντησε σα μικρή πόλη.