×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 27. ΚΖ'. Η εκλογή του Χάρου (2)

27. ΚΖ'. Η εκλογή του Χάρου (2)

Ο Αυτοκράτορας ετοιμάζουνταν να βγει με τους αξιωματικούς του, να επιθεωρήσει το στρατόπεδο, όταν άκουσε τις φωνές. Παραμερίζοντας τους αξιωματικούς, που ρίχνουνταν στην πόρτα της σκηνής, βγήκε πρώτος. Την ίδια ώρα ο αγγελιαφόρος έφθασε τρεχάτος, με τα χέρια τεντωμένα, κι έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιλέα.

- Δέσποτα... φώναξε λαχανιασμένος, τρέξε... πρόφθασε... σώσε τον Διογένη!...

- Τον Διογένη!... Πού είναι; Πού! ανέκραξε ο Αυτοκράτορας.

- Έπεσε στην ενέδρα... στην ενέδρα του Βλαδισλάβ... στη ρεματιά...

Ο Βασιλέας τον άρπαξε από το χέρι και τον σήκωσε.

- Ένα άλογο! φώναξε. Πάρε ένα άλογο και οδήγα με!

Πήδησε στη φοράδα του, που έτοιμη και σελωμένη περίμενε μπρος στη σκηνή, και γυρνώντας στους άντρες που είχαν μαζευθεί γύρω του, φώναξε μόνο:

- «Όστις πολεμιστής ακολουθείτω μοι!» κι έφυγε στα τέσσερα.

Αξιωματικοί και στρατιώτες σε μια στιγμή καβαλίκεψαν και ρίχθηκαν πίσω από το Βασιλέα τους, τρέχοντας σα δαιμονισμένοι, ορμώντας σα χείμαρρος αβάσταχτος στους αγρούς και στα λαγκάδια, παραβγαίνοντας στη γρηγοράδα με το Χάρο, ποιος να πρωτοφθάσει στη ρεματιά του θανάτου... Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος με τα μετρημένα του παλικάρια, είχε τρέξει κατά τη ρεματιά να σταματήσει τους Αυτοκρατορικούς. Μα ήταν πια αργά. Από παντού έπεσαν απάνω τους οι Βούλγαροι, κατακόβοντας τους πρώτους Έλληνες που έφθαναν και που ούτε να διαφεντευθούν δεν μπορούσαν στην κλεισούρα μέσα.

- Πίσω!... Πίσω!...

Η διαταγή του Διογένη, που ανασηκωμένος στις πατήτρες του, έτρεχε στην πρώτη γραμμή, πέρασε από στόμα σε στόμα, και όλο το σώμα οπισθοχώρησε με τάξη, πολεμώντας σα λεοντάρια, χωρίς να βγει ούτε ένας στρατιώτης από τη γραμμή. Με κόπο και δυσκολία, βήμα - βήμα κατόρθωσαν να υποχωρήσουν ως έξω από τη ρεματιά. Μα έξαφνα απελπιστικές φωνές ακούστηκαν. Από το μέρος της πεδιάδας πλήθος Βούλγαροι φάνηκαν, κλείοντας και από κει την υποχώρηση.

Οι πλαγιές των βουνών γέμισαν Βουλγάρους, σα μερμήγκια τους ξέβραζαν τα δάση, και με λύσσα έπεφταν απ' όλες τις μεριές απάνω στους Βυζαντινούς. Ο Διογένης ούτε στιγμή δεν τα έχασε. Είδε πως η θέση του ήταν απελπιστική, κατάλαβε πως βοήθεια από κανένα δεν μπορούσε να ελπίσει, και αποφάσισε να πέσει ένδοξα, αφού όμως κάνει τον εχθρό να ακριβοπληρώσει τη νίκη. Αμέσως παράταξε τους άντρες του σε τετράγωνο, με τρόπο που από παντού να αντιμετωπίζουν τον εχθρό. Έξαφνα, πίσω από τους Βουλγάρους είδε δέκα - δώδεκα Αυτοκρατορικούς που ορμούσαν στη μάχη. Εμπρός - εμπρός, ένας νέος καβαλικεμένος σε μαύρο άλογο τους οδηγούσε σείοντας το σπαθί του.

- Ο Γίνος Βούγας! Ο Γίνος Βούγας! βγήκε μια φωνή απ' όλα τα στήθια.

Και με καινούριο ενθουσιασμό ρίχθηκαν οι Έλληνες πάνω στους Βουλγάρους, σα να τους έφερνε, ο ένας αυτός άντρας, δύναμη ολόκληρου στρατού. Άγριος τότε ξέσπασε ο πόλεμος και από κει. Ο Κωνσταντίνος, με μια χούφτα άντρες, γύρευε να περάσει από μέσα από τους εχθρούς και να φθάσει στον Διογένη. Και τέτοιο φόβο σκορπούσε τ' όνομα του Γίνου Βούγα και οι φοβερές του σπαθιές, που και οι γενναιότεροι μπροστά του έφευγαν. Πολλήν ώρα βάσταξε η πάλη. Ένας - ένας έπεφταν γύρω του τα παλικάρια του. Πέντε πια του έμεναν. Μα σταθερός στο άλογό του, όλο προχωρούσε ο Κωνσταντίνος προς τους Αυτοκρατορικούς, που γύρευαν και αυτοί να του ανοίξουν δρόμο. Το είχε επιτύχει σχεδόν, όταν από το πλάγι άλλο σώμα ξεπρόβαλε.

- Φύγε, Γίνο Βούγα! Φύγε! φώναξαν τρομαγμένοι οι Αυτοκρατορικοί, βλέποντας τους Βουλγάρους που κατάφθαναν να τον ζώσουν. Φύγε πριν σου κλείσουν από πίσω το δρόμο!

Ο Κωνσταντίνος έστρεψε το αγριεμένο του πρόσωπο στους συντρόφους του, και σπηρουνίζοντας το άλογο του:

- Ο Γίνος Βούγας δε φεύγει! φώναξε. Πεθαίνει ή νικά.

Το ζώο σηκώθηκε στα πίσω πόδια και πετάχθηκε αναποδογυρίζοντας ένα - δυο Βουλγάρους. Άλλη μια προσπάθεια! Άλλο ένα πήδημα κι έφθανε τους πατριώτες του... Μα έξαφνα από πίσω του μια φωνή ξέσπασε που τον συντάραξε.

- Ο Κρηνίτης;... Αρπάξετέ τον!

Ο Κωνσταντίνος γύρισε σαν αστραπή. Η φωνή αυτή τον έτσουξε σαν καμτσικιά.

- Ιβάτζη! ούρλιασε.

Τρελά ρίχθηκε πίσω, αψηφώντας τις λόγχες και τα σπαθιά, από παντού γυρισμένα πάνω του, και ανασηκωμένος στη σέλα όρμησε στον Ιβάτζη. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές, το πρόσωπο του ήταν αλλαγμένο από το μίσος που αναστάτωνε την ψυχή του.

- Κακούργε! Σε ξαναβρίσκω στο τέλος! φώναξε σηκώνοντας το σπαθί του.

Μα ο Ιβάτζης ρίχθηκε κάτω από το άλογο, ξεφεύγοντας έτσι τη φοβερή σπαθιά που του κατέβαζε ο Κωνσταντίνος, και συνάμα με το δικό του όπλο άνοιξε το πλευρό του αλόγου του εχθρού του. Το ζώο γκρεμίστηκε σα να βούλιαζε στη γη, σέρνοντας μαζί τον Κωνσταντίνο. Και σαν κοράκια έπεσαν απάνω του οι Βούλγαροι.

- Ζωντανό! Ζωντανό τον θέλω! στρίγκλισε ο Ιβάτζης. Άλλο θάνατο του φυλάγω! Δέσετε του τα χέρια... και τους αγκωνές... και τα πόδια!... Δέσετέ τον στο δέντρο! Γρήγορα, το δήμιο! Φέρετε το δήμιο!

Σε μια στιγμή τον είχαν αρπάξει, τον έσυραν δεμένο χεροπόδαρα, κι εμπρός στα μάτια όλων των Αυτοκρατορικών τον έδεσαν σ' έναν κορμό. Μάταια γύρευαν τα παλικάρια του και ο βουβός δούλος να φθάσουν κοντά του. Κόσκινα τα κορμιά τους έπεσαν γύρω. Απελπισμένα ρίχθηκαν πάλι οι Έλληνες στους Βουλγάρους, να σπάσουν τη γραμμή, ν' αρπάξουν, να σώσουν τον Γίνο τους. Μα άλλοι και άλλοι κατάφθαναν, τους πλημμύριζαν, τους πλάκωναν, τους έσπρωχναν ολοένα παραπίσω, κατά την ολέθρια ρεματιά. Δεμένος στο δέντρο, κουρελιασμένος, σκεπασμένος αίματα, ο Κωνσταντίνος αλύγιστος και αδάμαστος εξακολουθούσε να βρίζει και να προκαλεί τον Ιβάτζη.

- Φονιά! Άπιστε, του φώναζε. Πολέμησέ με, άνανδρε! Λύσε μου τα χέρια κι έλα σαν άντρας να μετρηθείς μαζί μου, αν τολμάς!

- Το δήμιο! απαντούσε αφρίζοντας ο Ιβάτζης. Το δήμιο, γρήγορα.

Και σαν τον είδε να έρχεται με τα σύνεργα του:

- Βάλε τα σίδερα στη φωτιά! φώναξε. Τα μάτια πρώτα θα του βγάλεις! Κατάσκοπος είσαι, ε; Τρέχα τώρα να πεις του βασιλιά σου τι βλέπεις...

Φωνές απ' τον αντικρινό λόφο τον διέκοψαν ξαφνικά:

- Φύγετε! Φύγετε! Ο Αυτοκράτορας !...

Και συνάμα από πίσω από το λόφο, ένα μικρό σώμα Βυζαντινών πρόβαλε, και αμέσως πίσω του άλλοι και άλλοι ακολουθούσαν. Μεμιάς άλλαξε η όψη της μάχης. Η αταξία που ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Από παντού η ίδια φωνή υψώθηκε, σπέρνοντας τον πανικό σε όλες τις γραμμές των Βουλγάρων:

- Φύγετε! Φύγετε!

Παρατώντας τον Διογένη και τους άντρες του, από κει που νόμιζαν βέβαιη τη νίκη, το έβαλαν στα πόδια, μαζί και ο δήμιος και οι βοηθοί του, φεύγοντας απ' όλες τις μεριές. Μάταια γύρευε ο Βλαδισλάβ να συμμαζέψει και να σπρώξει πίσω στη μάχη τους ξετρελαμένους του άντρες.

- Τζαίζαρ! Τζαίζαρ! ξεφώνιζαν.

Και τυφλοί, κουφοί από τον τρόμο, σκορπίζουνταν σαν τα πουλιά. Από το δέντρο όπου τον είχαν δέσει, ο Κωνσταντίνος είδε το πρώτο βυζαντινό σώμα που έφθανε, αναγνώρισε εμπρός - εμπρός τον Μιχαήλ. Στο αγριεμένο αιματωμένο του πρόσωπο, ενθουσιασμός ακράτητος άναψε.

- Μιχαήλ! Μιχαήλ! ξεφώνισε. Πιάσετε την έξοδο της ρεματιάς, κλείσετε τους την υποχώρηση! Εδώ είναι η δύναμη τους όλη! Σπάσετέ τους! Σπάσετέ τους!

Ο Ιβάτζης, που με πείσμα γύρευε και αυτός να συγκρατήσει τους φυγάδες, άκουσε τη φωνή, γύρισε και είδε τον Μιχαήλ που με τους άντρες του έτρεχε σα δαιμονισμένος να σώσει το φίλο του.

- Στη ρεματιά! Τρέξετε στη ρεματιά! του φώναξε πάλι ο Κωνσταντίνος.

Μα γερμένος εμπρός, ο Μιχαήλ εξακολουθούσε να σπηρουνίζει τα πλευρά του αλόγου του για να φθάσει γρηγορότερα στο φίλο του. Ο Ιβάτζης είχε πηδήσει κιόλα στο άλογο. Μα σαν κατάλαβε πως του ξέφυγε πάλι ο εχθρός του, το μίσος του υπερνίκησε. Τρίζοντας τα δόντια γύρισε πίσω και όρμησε στον αιχμάλωτο.

- Έλα να τον πάρεις! φώναξε του Μιχαήλ με σατανικό γέλιο. Και σκύβοντας, έμπηξε το μαχαίρι του ολόκληρο στο στήθος του Κωνσταντίνου.

Ύστερα, γυρνώντας κατά το δάσος, χάθηκε μες στα δέντρα. Άγριο ξέσπασε ούρλιασμα από το στήθος του Μιχαήλ. Και τρελός από θυμό και πόνο, ρίχθηκε πίσω του. Στο δρόμο βρήκε άλλους Βυζαντινούς που κυνηγούσαν τους φυγάδες, σφάζοντας αλύπητα όσους πρόφθαιναν.

- Τον Ιβάτζη! ξεφώνισε ξεφρενιασμένος ο Μιχαήλ. Τον Ιβάτζη! Ό,τι έχω το δίνω σ' εκείνον που θα βρει τον Ιβάτζη!

Μα ο Ιβάτζης είχε χαθεί... Κάθε γωνιά του δάσους, κάθε κορυφή βουνού ο βολιάς τα γνώριζε από μικρό παιδί. Εύκολα κρύφθηκε και ξέφυγε. Κανένας δεν τον έπιασε, κανένας δεν τον είδε. Στο τρελό κυνήγημα, ξεφωνίζοντας αδιάκοπα τ' όνομα του Ιβάτζη, ο Μιχαήλ αντίκρισε έξαφνα τον Αυτοκράτορα. Το σπαθί του Βασιλείου άχνιζε ακόμα από το αίμα των εχθρών, και γύριζε πίσω στο κέντρο του στρατού του, αφήνοντας τον Διογένη και τους άλλους στρατηγούς να καταδιώξουν τ' απομεινάρια των Βουλγάρων.

- Ιγερινέ! ανεφώνησε. Πού τρέχεις; Τι φωνάζεις σα μεθυσμένος;

Με τη φωνή του Αυτοκράτορα ο Μιχαήλ συνήλθε, ξαναθυμήθηκε τον Κωνσταντίνο δεμένο στον κορμό με το μαχαίρι στην καρδιά. Άρπαξε το μέτωπό του στα χέρια του.

- Αύγουστε, μούγκρισε, τον σκότωσε ο Ιβάτζης!

- Ποιον; φώναξε ο Αυτοκράτορας.

Την ίδια ώρα, τρεχάτος έφθανε ένας νέος αξιωματικός, το πρόσωπο του αλλαγμένο από τη συγκίνηση.

- Αύγουστε, είπε με φωνή πνιγμένη, σκότωσαν τον Γίνο Βούγα!

Και με το χέρι έδειξε το ριζό του βουνού. Ο Αυτοκράτορας έστρεψε το άλογό του κι έτρεξε με τον Μιχαήλ στο μέρος όπου πολλοί στρατιώτες μαζεμένοι φώναζαν και χειρονομούσαν. Ο Βασίλειος πήδησε από το άλογο, κι ευθύς όλοι παραμέρισαν. Γονατισμένος χάμω ήταν ο Δαφνομήλης, με το κεφάλι του Κωνσταντίνου ακουμπισμένο στο στήθος του, ενώ γερμένος απάνω του, ο Νικήτας γύρευε ν' ακούσει αν χτυπούσε η καρδιά. Ο Αυτοκράτορας έσκυψε να δει. Ένας κόμπος μαζεύτηκε στο λαιμό του.

- Ζει; ρώτησε.

Ο Δαφνομήλης σήκωσε το κεφάλι. Η απάντηση ήταν γραμμένη στην όψη του.

- Δε γίνεται! είπε ο Μιχαήλ με τραχιά φωνή. Δεν πέθανε! Σωριάστηκε χάμω και άπλωσε το χέρι στην καρδιά.

- Κωνσταντίνε! φώναξε.

Ο Νικήτας σηκώθηκε και πήγε παρακάτω, νευρικά σπρώχνοντας πίσω τα μαλλιά του από το ιδρωμένο του μέτωπο. Σιγά, αργά ο Δαφνομήλης πλάγιασε το χλωμό κεφάλι στα χόρτα και σηκώθηκε και αυτός.

- Κωνσταντίνε! φώναξε πιο δυνατά ο Μιχαήλ.

- Ένα φορείο! διέταξε χαμηλόφωνα ο Βασίλειος.

Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα, ύστερα τον Δαφνομήλη, ύστερα τον Αυτοκράτορα.

- Πέθανε; ρώτησε. Κανένας δεν του αποκρίθηκε.

Έγειρε το πρόσωπο στα χέρια του κι έμεινε ακίνητος, χωρίς ένα δάκρυ. Όταν ήλθε το φορείο και σήκωσαν το σώμα, σηκώθηκε κι εκείνος. Ένας αξιωματικός πλησίασε το Βασιλέα, και χαιρετώντας στρατιωτικά έδειξε το λείψανο.

- Πού θα τον πάμε, Δέσποτα; ρώτησε.

- Στη σκηνή μου, αποκρίθηκε ο Βασίλειος.

Και γυρνώντας στους ανώτερους αξιωματικούς του:

- Ακολουθήσετε το παλικάρι, παιδιά, πρόσταξε με βραχνή φωνή.

Όλοι έβγαλαν τα σπαθιά και χαιρέτησαν το νεκρό που περνούσε.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE