×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 27. ΚΖ'. Η εκλογή του Χάρου (1)

27. ΚΖ'. Η εκλογή του Χάρου (1)

Ο Κωνσταντίνος βγήκε από τη βασιλική σκηνή και γύρισε κατά την έξοδο του στρατοπέδου. Εκεί ήταν κίνηση μεγάλη. Ο Διογένης είχε φύγει με πολύ στρατό, και όσοι έμειναν εσχολίαζαν τις ειδήσεις και προμάντευαν τρανή νίκη. Ο Κωνσταντίνος δε θέλησε να περάσει ανάμεσά τους. Με την ελπίδα πως θα έφευγε απαρατήρητος, γύρισε από το άλλο μέρος του στρατοπέδου όπου έστεκαν οι άδειες καλύβες των στρατιωτών του Διογένη. Λίγα βήματα όμως παρακάτω απήντησε τον Νικήτα μ' ένα στρατιώτη. Ήταν ο βουβός δούλος του Δραξάν, που τον παραμόνευε. Με την πρώτη ματιά που του έριξε, ο Νικήτας μάντεψε τι είχε γίνει.

- Λοιπόν, δε σε λύγισε! είπε.

- Ποιος; ρώτησε σκοτεινιασμένος ο Κωνσταντίνος. Με νόημα έδειξε ο Νικήτας κατά τη βασιλική σκηνή.

- Έχεις άδικο, είπε, και είναι χαμένος καιρός, γιατί δε θα σε ξεχάσει. Το βλέπω τώρα δυο χρόνια.

Ο Κωνσταντίνος σούφρωσε τα φρύδια του.

- Εσύ με μαρτύρησες; ρώτησε.

- Όχι! Σου είχα δώσει το λόγο μου πως δε θα μιλήσω. Μα η καρδιά της την οδήγησε ως εδώ για να βρει τον Γίνο Βούγα. Και όταν ήλθες, την άφησα να σε δει.

- Θα ήταν πιο σπλαχνικό να εμπόδιζες τη σκηνή που έγινε πρωτύτερα, είπε ο Κωνσταντίνος.

Έγνεψε του βουβού δούλου να τον ακολουθήσει και γύρισε να φύγει.

- Την αποχαιρέτησες; ρώτησε ο Νικήτας.

- Ναι, για πάντα.

- Όχι για πάντα, είπε μια φωνή κοντά τους.

Ο Κωνσταντίνος αναπήδησε, μα την ίδια στιγμή δυο χέρια τον άρπαξαν από πίσω και ο Μιχαήλ έπεσε στο λαιμό του. Η συγκίνηση τους έπνιγε και τους δυο. Κάμποση ώρα έμειναν άφωνοι, σφιγμένοι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Ο Νικήτας έκανε νόημα του βουβού, και μαζί απομακρύνθηκαν, αφήνοντας τους δυο φίλους μόνους στο έρημο εκείνο μέρος του στρατοπέδου.

- Σε νόμιζα φευγάτο, είπε στο τέλος ο Κωνσταντίνος.

- Και γι' αυτό φανερώθηκες με το φως της ημέρας; έκανε ο Μιχαήλ. Τωόντι, ήταν να φύγω ευθύς, μα με σταμάτησαν. Μου είπαν πως ο Γίνος Βούγας έφερε νέα που άλλαξαν τα σχέδια του Αυτοκράτορα. Έλαβα λοιπόν διαταγή να περιμένω. Και γυρεύοντας τον Γίνο, να μάθω για σένα, σε είδα που έβγαινες από... από τη βασιλική σκηνή, πρόσθεσε με κάποιο δισταγμό.

Βαριά έπεσε η σιγή μεταξύ τους. Πρώτος την έκοψε ο Μιχαήλ.

- Και τώρα που τελείωσε το κρυφτό και το κυνηγητό, είπε, έλα στη σκηνή μου... Έχομε να μιλήσομε.

- Φεύγω, Μιχαήλ, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

- Δε φεύγεις, είπε ήσυχα μα αποφασιστικά ο Μιχαήλ. Σε περιμένει ο Αυτοκράτορας για μια τελετή, όπου η παρουσία σου είναι απαραίτητη. Όλα είναι έτοιμα, μόνο σένα περιμένουν.

Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του φίλου του.

- Η τελετή δε θα γίνει, είπε σοβαρά. Φεύγω αμέσως.

Ο Μιχαήλ ανορθώθηκε, έριξε πίσω το κεφάλι, τα μάτια του άστραψαν. Το λιγνό λιωμένο του πρόσωπο άλλαξε, έλαμψε από τη φωτιά της ψυχής του.

- Θα μείνεις, είπε δυνατά, και η τελετή θα γίνει. Το απαιτώ τώρα.

- Το απαιτείς;

- Ναι, το απαιτώ. Σαν έκανες τη θυσία να φύγεις, για να μου αφήσεις το δρόμο ελεύθερο, είπε συγκρατώντας το τράνταγμα της φωνής του, ξέχασες μόνο ένα πράμα, Κωνσταντίνε, πως εγώ θυσίες δε δέχομαι.

- Μιχαήλ! φώναξε ο Κωνσταντίνος.

Μα ο άλλος τον διέκοψε.

- Χωρίς να με ρωτήσεις, είπε, με υποχρέωσες ν' ανοίξω μαζί σου λογαριασμό ευγνωμοσύνης που η ζωή μου ολόκληρη δεν μπορούσε να τον ξεπληρώσει. Έφυγες για να πάρω εγώ την κόρη που αγαπούσες, και φαντάστηκες, εσύ που με ξέρεις από μικρό παιδί, πως θα το παραδεχόμουν, πως θα έπαιρνα τη θέση σου... το φαντάστηκες! Κι εκείνην... δεν τη λυπήθηκες;

Βαριά ακούμπησε ο Κωνσταντίνος τα δυο του χέρια στους ώμους του Μιχαήλ.

- Και φαντάζεσαι εσύ, είπε, αργά προφέροντας κάθε συλλαβή, πως ξέροντας ότι την κόρη αυτή την αγαπάς κι εσύ, θα την πάρω ποτέ;

Με άτονη φωνή αποκρίθηκε ο Μιχαήλ:

- Την αγαπούσα... Δεν την αγαπώ πια.

- Δεν είναι αλήθεια!

- Δεν την αγαπώ πια, επανέλαβε πιο δυνατά ο Μιχαήλ. Ο πόνος, η ντροπή της θυσίας σου σκότωσαν την αγάπη.

Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σιωπηλά ατένιζε το αφανισμένο πρόσωπο του φίλου του.

- Θα ήθελα τα λόγια σου να τα πιστέψω, είπε στο τέλος. Μα είδα τον Ευθύμιο... Γιατί πηγαίνεις στο μοναστήρι;

- Για να γυρίσεις εσύ, είπε με ορμή ο Μιχαήλ, για να καταλάβεις την τρέλα της φυγής σου, να νιώσεις πως άδικα κατέστρεψες τη ζωή της, και να γυρίσεις πίσω, κοντά της!

Ο Κωνσταντίνος χαμογέλασε.

- Όλο για κείνην μου μιλάς, και θέλεις να με πείσεις πως την ξέχασες.

Ο Μιχαήλ έσκυψε το κεφάλι στα χέρια του.

- Επιτέλους, πάρε το κι έτσι, είπε με απελπισία. Μα μη φύγεις πια! Έστω! Ναι, για χατήρι της, μείνε, μείνε, μείνε!

Κάποιος υπασπιστής πλησίασε μ' ένα έγγραφο στο χέρι. Ο Κωνσταντίνος τον είδε, και για ν' αφήσει καιρό στο φίλο του να καταπονέσει την ταραχή του, προχώρησε μερικά βήματα και τον σταμάτησε.

- Τι τρέχει; ρώτησε.

- Διαταγή του στρατηγού Ευστάθιου Δαφνομήλη για τον κλεισουράρχη Μιχαήλ Ιγερινό, αποκρίθηκε ο υπασπιστής.

- Του το παραδίνω εγώ, είπε ο Κωνσταντίνος.

- Δεν κάνει, αποκρίθηκε ο υπασπιστής. Πρέπει να το παραδώσω στα ίδια τα χέρια του πατρικίου Μιχαήλ.

- Δώστ' το, είπε ο Μιχαήλ σιμώνοντας.

Και σαν έφυγε ο υπασπιστής, έσπασε τη σφραγίδα, το διάβασε και το έδωσε του φίλου του.

- Να η λύση, είπε ήσυχα. Διάβασε το έγγραφο.

Ήταν διαταγή να φύγει αμέσως, με δέκα μόνο οπλίτες, να περάσει από μέσα από τους εχθρούς, που βαστούσαν τα στενά στα βόρεια, να μαζέψει όλα τα ελληνικά σώματα που ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί για να κρατούν την τάξη στα νεοκυριευμένα μέρη, και με κάθε θυσία να εμποδίσει την υποχώρηση του Βλαδισλάβ, αν αυτός ζητούσε να φύγει εμπρός στον Διογένη.

Η αποστολή ήταν μυστική κι επικίνδυνη. Κανένα έγγραφο δεν έπρεπε να κρατεί ο Μιχαήλ για να μην προδοθεί το σχέδιο, αν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των εχθρών.

- Και τώρα, είπε ο Μιχαήλ, έχε γειά, Κωνσταντίνε. Ελπίζω πως δε θα γυρίσω. Μ' αν δε με θελήσει ο Χάρος, στο μοναστήρι θ' αποτραβηχθώ. Ώστε μείνε συ εδώ, είναι περιττό πια να φύγεις.

- Όχι, είπε ο Κωνσταντίνος. Άλλη λύση σου προτείνω. Δε θέλεις, λες, να πάρεις εσύ την κόρη που και οι δυο την αγαπούμε. Μα κι εγώ τη θυσία σου δεν τη δέχομαι. Από κει που σε στέλνουν, μικρή είναι η ελπίδα πως θα γυρίσεις ποτέ. Αν υποχωρήσει ο Βλαδισλάβ, θα πολεμήσει λυσσασμένα, και οι δικές μας δυνάμεις είναι μικρές σ' εκείνα τα μέρη. Σου προτείνω να πάμε και οι δυο, ο καθένας χωριστά, και αν κατορθώσομε να περάσομε, εκεί να ενωθούμε. Μπορεί να πέσομε και οι δυο. Μπορεί όμως ο ένας από μας να επιζήσει. Ας διαλέξει ο Χάρος μεταξύ μας.

Τα μάτια του Μιχαήλ έλαμψαν.

- Καλά είπε. Μα αν μείνεις εσύ, ορκίσου πως θα την πάρεις.

- Ορκίζομαι, είπε ταραγμένα ο Κωνσταντίνος. Ορκίσου και συ, Μιχαήλ.

Ο Μιχαήλ χαμογέλασε.

- Αν με θέλει... είπε, ορκίζομαι.

Έσμιξαν τα χέρια τους. Απότομα άρπαξε ο Κωνσταντίνος τον Μιχαήλ στην αγκαλιά του και οι δυο φίλοι φιλήθηκαν με την ορμή της παιδικής τους αγάπης. Επίσης απότομα χωρίστηκαν, και χωρίς να ρίξουν μια ματιά πίσω, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο Μιχαήλ μπήκε στη σκηνή του να πάρει τα όπλα του. Ο Κωνσταντίνος σίμωσε τον Νικήτα που έστεκε παρακάτω με το βουβό δούλο.

- Νικήτα, είπε ο Κωνσταντίνος, στείλε μου εδώ τα δώδεκα μου παλικάρια που περιμένουν στην έξοδο του στρατοπέδου. Δε θέλω πια να περάσω από κει.

Και με το κεφάλι έδειξε πάλι κατά τη βασιλική σκηνή.

- Φεύγεις; ρώτησε ο Νικήτας.

- Φεύγω.

- Με τον Μιχαήλ;

- Ναι!

- Έχεις καμιά παραγγελία... αν τύχει και δε γυρίσεις; ρώτησε ο Νικήτας με κάποιο χαλάρωμα στη φωνή.

- Ναι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

Έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό χρυσοδεμένο προσευχητάριο, το άνοιξε στην πρώτη σελίδα, και με σταθερό χέρι έγραψε λίγες λέξεις. Ύστερα το τύλιξε σ' ένα μεταξωτό μαντίλι και το έδωσε του Νικήτα.

- Όταν με δεις νεκρό, μα τότε μόνο, δώσε της το... είπε.

Ο Νικήτας το πήρε και μια στιγμή το κράτησε στο χέρι με τα μάτια στυλωμένα στο δεματάκι.

- Και αν δε σε δω νεκρό; ρώτησε.

- Να με ζητήσεις και να με βρεις.

- Πας βόρεια;

- Ναι! - του έτεινε το χέρι: Έχε γεια, Νικήτα.

Ο Νικήτας πήρε το χέρι του, τον έσυρε στην αγκαλιά του, τον φίλησε στα μαλλιά κι έφυγε. Ο Κωνσταντίνος έκανε νόημα του βουβού, και μαζί βγήκαν από το στρατόπεδο. Εκεί περίμεναν λίγη ώρα ώσπου ακούστηκαν τα ποδοβολητά των αλόγων, και οι δώδεκα άντρες ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου. Ο Κωνσταντίνος πήδησε στο μαύρο άλογο που του έφερνε ένας, ο βουβός καβαλίκεψε άλλο, και όλοι μαζί γύρισαν κατά τα βουνά. Πολλή ώρα πήγαινε ο Κωνσταντίνος με σκυφτό το κεφάλι, χαμένος στις σκέψεις του. Πίσω ακολουθούσε ο πιστός δούλος και τα δώδεκα παλικάρια, όλοι από το δοξασμένο σώμα του Γίνου Βούγα, και ως την ψυχή αφοσιωμένοι στον αρχηγό τους. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά, και στα σκεπά προχωρούσαν, κάτω από τα δέντρα, όταν από μακριά, πέρα από μια ρεματιά, ξεχώρισαν ένα σώμα Βουλγάρων, που ακίνητοι και οπλισμένοι περίμεναν, μισοκρυμμένοι μέσα στα πυκνά δέντρα. Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε τα παλικάρια του, κατέβηκε από το άλογο, και γυρτός προχώρησε στα χαμόκλαδα ως την ξεσκέπαστη πλαγιά του βουνού όπου ξαπλώθηκε μπρούμυτα και κοίταξε κάτω.

Οι Βούλγαροι ήταν πολλοί. Εδώ κι εκεί, όπου ήταν πιο αραιά τα δέντρα, λόγχες και περικεφαλαίες γυάλιζαν. Ο Κωνσταντίνος σύρθηκε ως το γύρισμα του βράχου, κι εκεί είδε πέντε - έξι Βουλγάρους που παραμόνευαν στην έξοδο της κλεισούρας. Πήγε παρακάτω, πότε κρυμμένος μες στα δέντρα, και πότε πεσμένος χάμω, κατασκοπεύοντας τα μέρη ολόγυρα, και ανακάλυψε άλλα δυο σώματα που μερμήγκιαζαν στις δυο πλαγιές της ρεματιάς. Αμφιβολία πια δεν είχε. Ήταν ενέδρα. Μα για ποιον άραγε; Ο Διογένης δεν είχε σκοπό να περάσει από κει...

Έξαφνα θυμήθηκε την τελευταία μεγάλη καταστροφή, όπου ο Γονιτσιάτης και ο Ορέστης είχαν χαθεί από μια κατεργαριά του Ιβάτζη, που είχε καταφέρει να τους βγάλει από το δρόμο τους και να τους τραβήξει σε μια τέτοια ενέδρα. Πολύ ανήσυχος ξαναγύρισε στους άντρες του, πήδησε στο άλογό του, και με τα παλικάρια του γύρισε πίσω, αποφασισμένος με κάθε τρόπο να βρει τον Διογένη και να τον εμποδίσει να πλησιάσει τη ρεματιά.

Είχαν κατέβει στο ριζό του βουνού κι έστρεψαν κατά τον κάμπο, όταν άκουσαν σάλαγο μεγάλο, φωνές και σιδεροχτυπήματα, ποδοβολητό και ζητωκραυγές. Ο Κωνσταντίνος όρμησε μπροστά καν είδε ένα σώμα βουλγάρικο που έφευγε με μεγάλη αταξία κατά τη στενή ρεματιά, ενώ πίσω, ζητωκραυγάζοντας, ακολουθούσαν οι Αυτοκρατορικοί. Πίσω! Πίσω! ξεφώνισε ο Κωνσταντίνος. Μα στον πάταγο της μάχης η φωνή του χάθηκε. Τότε γυρνώντας στους δυο πρώτους στρατιώτες του:

- Φύγετε! πρόσταξε. Τρέξτε πίσω, πεταχθείτε στο στρατόπεδο, φέρετε τον Αύγουστο, ειδεμή χάθηκε ο Διογένης!

Κι ενώ στα τέσσερα γύριζαν οι δυο νέοι κατά τη Σέταινα, ο Κωνσταντίνος και τα λίγα του παλικάρια όρμησαν στη μάχη. Με όλη την ταχύτητα των αλόγων τους έτρεχαν πίσω οι αγγελιοφόροι. Χαμόδεντρα, χαντάκια, ποτάμια, τίποτε δεν τους σταματούσε. Εμπρός! Εμπρός, για τη σωτηρία του στρατού, και πρώτα απ' όλα για τη σωτηρία του Γίνου Βούγα, που γι' αυτόν όλοι τους θα ρίχνουνταν στη φωτιά. Μα το ένα άλογο έξαφνα σκόνταψε, ξανασηκώθηκε, έκανε να προχωρήσει, κι έπεσε σέρνοντας μαζί τον καβαλάρη.

- Τρέχα! Τρέχα! φώναξε ο πεσμένος στρατιώτης, βλέποντας το σύντροφό του που γυρνούσε στη σέλα να τον δει.

Και σα να κατάλαβε το άλογο, με καινούρια ορμή έφυγε, πετάχτηκε, έτρεξε, έφθασε, κι έπεσε νεκρό λίγα βήματα έξω από το στρατόπεδο. Από τις καλύβες τους οι στρατιώτες είχαν δει τον καβαλάρη που έφθανε, διασχίζοντας τον αέρα μισοπλαγιασμένος στο λαιμό του αλόγου του, και βγήκαν περίεργοι, να τον προϋπαντήσουν. Και σαν έπεσε το άλογο, όλοι όρμησαν να πιάσουν τον άνθρωπο. Μα μονομιάς ο νέος είχε σηκωθεί, κι έτρεξε κατά το στρατόπεδο φωνάζοντας:

- Τον Αύγουστο! Τον Αύγουστο!...

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE