×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 26. ΚΣΤ'. Γίνος Βούγας (2)

26. ΚΣΤ'. Γίνος Βούγας (2)

- Μιχαήλ, είπε σιγά η Αλεξία, έχεις και άλλη λύπη στην καρδιά! Και δε μου την είπες ποτέ. Κι εγώ δεν τη φαντάστηκα ως τώρα!...

Σήκωσε το κεφάλι ξαφνισμένος. Μα όχι... Από το ύφος της είδε πως την αλήθεια η κόρη δεν τη μάντευε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.

- Το μυστικό σου αυτό, δεν μπορείς να μου το εμπιστευθείς; ρώτησε.

Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. Αφηρημένος την κοίταζε, και μηχανικά κομμάτιαζε τη φούντα του μαξιλαριού. Η κουρτίνα που χώριζε τα δυο δωμάτια τραβήχθηκε, και ο Νικήτας παρουσιάστηκε.

- Μιχαήλ Ιγερινέ, είπε, ο Αύγουστος σε ζητά.

Ο Μιχαήλ σηκώθηκε μονομιάς και πέρασε στο πλαγινό διαμέρισμα, όπου οι τρεις στρατηγοί, Δαφνομήλης, Αριανίτης και Διογένης, περίμεναν όρθιοι, πλάγι στο θρόνο του Αυτοκράτορα, τη διαταγή ν' αποσυρθούν. Ο Διογένης ήταν αρματωμένος, έτοιμος να ξεκινήσει αμέσως για τη μάχη.

- Μιχαήλ Ιγερινέ, είπε ο Αυτοκράτορας, τείνοντας του ένα έγγραφο. Πάρε πενήντα οπλίτες και πήγαινε στο Δυρράχιο. Εκεί θα δώσεις του στρατηγού το γράμμα αυτό. Τις διαταγές μου θα σου τις μεταδώσει ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. Θα φύγεις αμέσως με το μικρό σώμα που σου είπα, και με μεγαλύτερες δυνάμεις θα σε ακολουθήσει ο Κωνσταντίνος Διογένης. Η αποστολή που σου δίνω είναι εμπιστευτική και δύσκολη. Οι εχθροί κόβουν το δρόμο. Μα ξέρω την αυτοθυσία που σε χαρακτηρίζει, και σου την αναθέτω. Πρέπει όμως να μπεις στο κάστρο πριν φθάσει ο Βλαδισλάβ στο Θέμα του Δυρραχίου. Πήγαινε, και ο Κύριος βοήθειά σου.

Ο Μιχαήλ έπεσε στα γόνατα, πήρε το μανδύα του Αυτοκράτορα και τον φίλησε. Έπειτα σηκώθηκε και βγήκε με τον Δαφνομήλη, χωρίς να μπορέσει, από την ταραχή του ούτε ένα ευχαριστώ να πει.

Στο πλαγινό χώρισμα η Αλεξία άκουσε τη διαταγή. Ξεπετάχθηκε από τη θέση της. Μα ο Νικήτας, που είχε μείνει όρθιος πλάγι στην είσοδο, της έγνεψε να μην κουνήσει.

- Ναι, να έλθει! ακούστηκε η φωνή του Αυτοκράτορα. Και αμέσως ύστερα:

- Λέγε γρήγορα, Γίνο Βούγα, έρχεσαι από το Δούναβη;

Η Αλεξία σηκώθηκε όρθια, σαν ηλεκτρισμένη. Πάλι της έκανε ο Νικήτας νόημα να σωπάσει και ν' ακούσει.

- Δέσποτα, είπε μια ζεστή αντρίκεια φωνή, δεν έρχομαι από το Δούναβη, αλλ' από τον Αξιό. Ο Ιωάννης Βλαδισλάβ είναι κοντά...

- Νικήτα... μουρμούρισε η Αλεξία σφίγγοντας τα δυο της χέρια στο στήθος της, η φωνή...

- Πώς! αναφώνησε ο Αυτοκράτορας. Μόλις χθες μας ήλθε η είδηση πως βιαστικά γυρνά ο Βλαδισλάβ κατά το Δυρράχιο!

- Ναι, Δέσποτα! Μα χθες άλλαξε πορεία και διευθύνεται στη Σέταινα. Ο Κρακράς τον έσμιξε με όλους τους βουνίσιους που σέρνει πίσω του, και με τις δυνάμεις τους όλες θα πέσουν στο στρατό μας, που τον νομίζουν ανέτοιμο και απληροφόρητο. Έστειλαν και μήνυμα του Ιβάτζη...

Η Αλεξία έτρεξε στον Νικήτα.

- Άφησέ με! Άφησέ με να δω τον Γίνο Βούγα, είπε πνιγμένη από συγκίνηση.

Ο Νικήτας γέλασε.

- Τον Γίνο Βούγα; επανέλαβε. Είναι δέκα χρόνια που πέθανε ο Γίνος Βούγας στα χέρια μου.

Με ορμή τράβηξε η Αλεξία την κουρτίνα. Αντίκρυ στο Βασιλέα στέκουνταν ένας νέος στρατιωτικά ντυμένος. Κάτω από τη σκόνη που σκέπαζε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά του μαρτυρούσαν γενιά ευγενική. Τα καστανά του μάτια έλαμπαν από ζωή και θέληση. Μα βαθιά χαράκια, που κατέβαζαν το τόξο του στόματος έδιναν στην τολμηρή του φυσιογνωμία έκφραση άπειρης πίκρας.

- Ο Ιβάτζης, έλεγε ο νέος, είχε λάβει διαταγή ν' αφήσει το Δυρράχιο και να έλθει...

Έξαφνα η φωνή του χαλάρωσε, σκόνταψε:

- ...Και να έλθει... επανέλαβε.

Τα χείλια του κούνησαν ακόμα, μα η φωνή έσβησε.

- Κων-σταν-τίνε...

Ο Αυτοκράτορας αναπήδησε. Πίσω του, σφίγγοντας την κουρτίνα στο συσπασμένο της χέρι, στέκουνταν η Αλεξία, σα φάντασμα άσπρη. Ο νέος είχε ακουμπήσει στο τραπέζι, και ακίνητος την έβλεπε.

- Αλεξία! φώναξε ο Αυτοκράτορας.

Όρμησε κοντά της και την έπιασε από τη μέση:

- Αλεξία, τι έπαθες; Παιδί μου, τρελάθηκες;

Με τα δυο της χέρια πιάστηκε στον ώμο του.

- Αύγουστε... τραύλισε, είναι ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης...

Οι δυο αυτές λέξεις έπεσαν σαν κεραυνός. Μια στιγμή ο Αυτοκράτορας κοντοστάθηκε, σαστισμένος.

- Εσύ; είπε απλώνοντας το χέρι του προς το νέο. Εσύ... ο Γίνος Βούγας;

Ο Κωνσταντίνος νίκησε την ταραχή που μια στιγμή τον είχε καταπονέσει. Ξέζωσε το σπαθί του, γονάτισε, και το έβαλε στα πόδια του Αυτοκράτορα.

- Δέσποτα, είπε, σου έκρυψα το αληθινό μου όνομα, γιατί έπρεπε ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης να χαθεί και να ξεχαστεί. Σε απάτησα, Δέσποτα. Αποφάσισε συ την τιμωρία μου.

- Σήκω πάνω! φώναξε ο Βασιλέας, τείνοντας τα δυο του χέρια. Σήκω πάνω και πάρε το σπαθί σου! Είτε Κρηνίτη σε λέγουν, είτε Γίνο Βούγα, ποτέ τιμιότερη καρδιά δεν υπηρέτησε στο δοξασμένο στρατό των Ελλήνων! Σήκω, Κωνσταντίνε Κρηνίτη. Ευχαριστώ τον Κύριο που μου έδωσε την ευκαιρία να σφίξω στην καρδιά μου το γιο του πιστού μου Κατεπάνω.

Και με τα λόγια αυτά πήρε το νέο στη στιβαρή του αγκαλιά και τον έσφιξε στο στήθος του.

- Αλεξία, είπε έξαφνα, έλα δω, παιδί μου. Σου έδωσα μιαν υπόσχεση, και σήμερα θέλω να την εκτελέσω. Ωστόσο...

Πήρε τα χέρια του Κωνσταντίνου. Στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού έλαμπε ένα γυναικείο σμαλτωμένο δαχτυλίδι. Ο Αύγουστος του το έβγαλε.

- Ωστόσο, επανέλαβε, φόρεσε το σύμβολο του γάμου σας.

Και παίρνοντας το χέρι της, πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της. Ο Κωνσταντίνος ανορθώθηκε. Έριξε μια ματιά στο αναίματο πρόσωπο της κόρης πλάγι του και αντάμωσε το ταραγμένο της βλέμμα.

- Δέσποτα, είπε με σταθερή φωνή. Μια χάρη ζητώ ακόμα από τη μεγαλοψυχία σου. Πριν θεωρήσεις τον αρραβώνα τελειωμένο, Αύγουστε, ευδόκησε να επιτρέψεις της αρραβωνιαστικής μου να με ακούσει ιδιαιτέρως λίγα λεπτά.

Ο Αυτοκράτορας κοίταξε πρώτα τη μια, ύστερα τον άλλο. Το διαπεραστικό του βλέμμα σταμάτησε στην αντρίκεια όψη του νέου και στην τολμηρή και ίσια του ματιά. Με το χέρι έδειξε το πλαγινό διαμέρισμα, της κάμαρας της Αλεξίας.

- Εκεί μέσα, είπε, μπορείς να της μιλήσεις χωρίς να σας ανησυχήσει κανένας.

Και σαν είδε την κουρτίνα που έπεσε και τους σκέπασε, χτύπησε ένα μαλαματένιο κουδουνάκι που βρίσκουνταν πάντα στο τραπέζι του. Ένας υπασπιστής παρουσιάστηκε.

- Φώναξε το στρατηγό Ευστάθιο Δαφνομήλη, διέταξε ο Βασιλέας.

Κάθησε στο τραπέζι του και βιαστικά έγραψε λίγα λόγια. Ο Δαφνομήλης παρουσιάστηκε με τον υπασπιστή.

- Δώσε αυτό στο στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη, πρόσταξε ο Βασίλειος, δίνοντας του υπασπιστή το γράμμα. Και σαν έφυγε:

- Ευστάθιε Δαφνομήλη, είπε ο Βασίλειος, η μάχη που μήνες τώρα τη ζητούμε, θα γίνει σήμερα ή αύριο. Ο Βλαδισλάβ διευθύνεται δω. Έδωσα διαταγή του Διογένη να φύγει ευθύς και να τον προϋπαντήσει. Σταμάτησε και τον Ιγερινό. Έχω άλλη αποστολή να του δώσω.

Το δωμάτιο της Αλεξίας ήταν άδειο: Ο Νικήτας είχε φύγει. Όρθιος, με τη ράχη ακουμπισμένη σε μια ψηλή καρέγλα, ο Κωνσταντίνος γύρευε να βαστάξει τη συγκίνηση που τον συνέπαιρνε πάλι, ενώ η Αλεξία, πεσμένη στο σοφά, τον κοίταζε με αγωνία, φοβούνταν να μιλήσει, ένιωθε πως κάτι τους χωρίζει και βασάνιζε την καρδιά της να μαντέψει τι. Πρώτος ανέλαβε κείνος.

- Τι υπόσχεση σου έκανε ο Βασιλέας; ρώτησε ο Κωνσταντίνος γυρεύοντας να στερεώσει τη φωνή του.

Σιωπηλά του έδειξε το δαχτυλίδι του που έλαμπε στο χέρι της.

- Να μας στεφανώσει; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Ναι! είπε η κόρη.

Λίγο ακόμα στάθηκε να δαμάσει την ταραχή της ψυχής του. Ύστερα ρώτησε πάλι:

- Του είπες πως... σ' αγαπώ;

Η λέξη, η φωνή, το βλέμμα του τη ζέσταιναν. Όχι, δεν είχε αλλάξει... Η καρδιά του ήταν δική της.

- Του είπα πως είμαι η αρραβωνιαστική σου, αποκρίθηκε.

Με τα δυο του χέρια στηρίχθηκε πίσω στη ράχη της καρέγλας, κι έσκυψε πάνω της.

- Ξέρεις γιατί έφυγα; τη ρώτησα.

- Όχι!

- Δε σου το είπε;

- Ποιος;

- Ο Μιχαήλ.

- Το ξέρει λοιπόν εκείνος; Το μάντευα.

- Δε σου είπε τίποτα; επανέλαβε.

- Όχι!

Σταμάτησε πάλι, νικημένος από τη συγκίνηση. Και πάλι είπε:

- Έφυγα γιατί σ' αγαπά κι εκείνος.

- Ο Μιχαήλ!...

Η Αλεξία είχε ανασηκωθεί, μα τα γόνατα της κόπηκαν και ξανάπεσε στο σοφά. Τον κοίταζε άφωνη.

- Δεν το εννόησες ποτέ; Σιωπηλά έκανε νόημα αρνητικό.

- Και δε σου το είπε;

- Όχι, Κωνσταντίνε!

Ο νέος έκανε δυο - τρία βήματα, και πάλι ακούμπησε στη ράχη της καρέγλας.

- Δυο χρόνια δεν έπαυσε να με γυρεύει, είπε. Σαν αγρίμι κυνηγημένο έφευγα μπροστά του, κρύβουμουν. Κατάφερα ως τώρα να μη με δει. Εγώ όμως τον είδα. Είναι λίγη ώρα, τον ξαναείδα που βγήκε από τη σκηνή του Αυτοκράτορα... Μίλησα και με τον πάτερ Ευθύμιο, και μου είπε για ποιο λόγο ήλθε αυτός εδώ. Εσύ, Αλεξία, που βλέπεις τον Μιχαήλ κάθε μέρα, το νιώθεις βέβαια, όπως το νιώθω κι εγώ, πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς χαρά, πως την έχει ανάγκη όσο και τον αέρα που αναπνέει. Να του πάρω εγώ τη γυναίκα που αγαπά, δε θα το κάνω ποτέ. Αλεξία... δώσε του λίγη ευτυχία!

Η κόρη αναπήδησε. Ίσια και υπερήφανη στάθηκε μπροστά του.

- Στάσου, είπε, και κατάφερε να μιλήσει χωρίς να τρέμει η φωνή της... έχε το θάρρος να μου πεις την αλήθεια. Δε μ' αγαπάς πια!

Δίστασε κείνος μια στιγμή, ζητώντας να βρει στο βλέμμα της τη δύναμη που του χρειάζουνταν.

- Ναι, είπε, θα έχω το θάρρος να σου πω την αλήθεια. Σ' αγαπώ... όπως τότε... Κι εσύ θα έχεις τώρα το θάρρος να κάνεις παλικαρίσια εκείνο που πρέπει. Και θα χωριστούμε.

Η κόρη γέλασε.

- Αχ, Κωνσταντίνε, είμαι, λες, πέτρα; Τώρα που μου μίλησες έτσι, πού να βρω το θάρρος που μου ζητάς;

- Θα το κάνεις, Αλεξία... Πρέπει.

Όρθια μπροστά του τον κοίταζε θλιμμένη.

- Και συ πόνεσες... το βλέπω από το πρόσωπό σου, μουρμούρισε. Άλλαξες!...

- Ναι! Πόνεσα. Και θα πονέσω ακόμα χρόνια ίσως. Μα τι σημαίνει! Αλεξία, εσύ κι εγώ είμαστε από τους ανθρώπους που μπορούν να σηκώσουν πολλά, και όμως να μην τσακίσουν. Εκείνος όχι. Γι' αυτό πρέπει να με ξεχάσεις.

- Κι εσύ;

- Εγώ έχω τη δουλειά μου, είπε με απόφαση.

- Και σου αρκεί αυτή για να είσαι ευτυχισμένος;

- Δε ζητώ ευτυχία, μπορώ να ζήσω και χωρίς χαρά. Ο Μιχαήλ όμως δεν μπορεί. Τον βλέπεις τι έχει γίνει.

Η Αλεξία σκέπασε το πρόσωπό της με τα δυο της χέρια.

- Κι εγώ δεν μπορώ, μουρμούρισε.

Σουβλερός πόνος του έστριψε την καρδιά. Τη δική της λύπη δεν την είχε προϊδεί. Του ήλθε να την αρπάξει, να τη σηκώσει, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να της πει λόγια τρυφερά, καυτά. Να της πει... Έπνιξε τον πειρασμό. Καταπόνεσε τη λιγοψυχία του. Έπιασε τα χέρια της και της ξεσκέπασε το πρόσωπο.

- Θα μπορέσεις, είπε σκληρά. Αλεξία, δεν άξιζε τον κόπο να φύγω, αν ήταν να ξανάρθω σε δυο χρόνια και να σε πάρω. Από τότε, μεταξύ των τριών μας, τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε έφυγα τότε από θυμό ή πείσμα. Αλλά είπα πως από τους τρεις μας, δυο ήταν οι πιο δυνατοί. Στους δυνατούς λοιπόν ο σταυρός, αφού μπορούν να τον βαστάξουν.

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε πάλι. Της φάνηκε πιο μεγάλος, όμορφος, σα θεός μπροστά της.

- Δεν μπορώ να πάρω άλλον... μουρμούρισε.

- Τώρα δεν μπορείς... Αργότερα όμως... σαν περάσουν χρόνια.

Αργοκούνησε το κεφάλι.

- Δε θα σε ξεχάσω ποτέ, του είπε.

Ξαναπήρε τα χέρια της και τα έσφιξε στο στήθος του. Ύστερα έσκυψε και τα φίλησε.

- Κι εγώ δε θα σε ξεχάσω ποτέ, είπε με αλλαγμένη φωνή. Και όμως δε θα σε πάρω ποτέ...

Άφησε τα χέρια της και κοίταξε γύρω του να βρει άλλην έξοδο παρά εκείνην απ' όπου είχαν μπει. Η Αλεξία ακολούθησε το βλέμμα του, κατάλαβε πως ήταν αλύγιστος. Έβγαλε από το χέρι της το δαχτυλίδι, που λίγην ώρα πριν της το είχε βάλει ο Αυτοκράτορας, και του το έτεινε. Τα χείλια του τεντώθηκαν νευρικά.

- Κράτησέ το, της είπε. Ήταν της μητέρας μου... Γύρισε κατά την πόρτα και σήκωσε την κουρτίνα.

Απέξω φύλαγε ο σκοπός. Η κόρη έκανε ένα βήμα.

- Να το ξέρεις... του φώναξε, όποταν και αν είναι, όπου και αν είσαι, να το ξέρεις... θα σε περιμένω πάντα.

Έτοιμος να βγει, γύρισε και την κοίταξε. Μια στιγμή ακόμα τον είδε μπροστά της, με μάτια βαριά από πόνο ανείπωτο που φύλαγε μέσα του. Κάτι σα χαμόγελο πέρασε στο στόμα του, κάτι τόσο απόκοσμο, που η ψυχή της συνταράχθηκε. Η κουρτίνα ξανάπεσε στη θέση της και τον έχασε από μπροστά της. Τότε έξαφνα αντιλήφθηκε πως όλα τελείωσαν και πως για πάντα τον είχε χάσει. Έκανε δυο βήματα και πιάστηκε στην πλάτη της καρέγλας όπου στέκουνταν εκείνος πριν.

- Θεέ μου... μουρμούρισε.

Έγειρε το πρόσωπό της στα χέρια της που ήταν σκαλωμένα στην ξύλινη ράχη.

- Θεέ μου, επανέλαβε.

Μα τα μάτια της έμεναν στεγνά, τίποτα δεν ξαλάφρωσε τα παρατεντωμένα της νεύρα. Ούτε βρήκε λόγια για να προσευχηθεί. Η καρδιά της ήταν όλη επαναστατημένη.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE