25. ΚΕ'. Δυο χρόνια πέρασαν (2)
Εκεί την ξανάβρισκε ο Μιχαήλ, σε κάθε γυρισμό του. Λίγο - λίγο η Αλεξία είχε ανοίξει την καρδιά της στη φίλη της. Ο Μιχαήλ όμως ποτέ. Ούτε τον ρώτησε ποτέ τίποτα η αδελφή του. Μα βλέποντας τώρα την Αλεξία σκυμμένη πάλι στο κέντημά της, της ήλθε ζωηρός πόθος να δει λίγη χαρά γύρω της, να δει στη ζωή του αδελφού της το χαμόγελο που από τη δική της τη ζωή τόσο νωρίς είχε σβήσει...
- Αλεξία... μουρμούρισε, ακόμα ελπίζεις και περιμένεις;
Η κόρη δεν αποκρίθηκε. Αργά - αργά περνούσε και ξαναπερνούσε τη βελόνα της στο μεταξωτό ύφασμα.
- Δεν ήθελα να σε πονέσω, παιδί μου, είπε η αρχόντισσα, μα σπαράζεται η καρδιά μου κάθε φορά που τον βλέπω!...
Η κόρη σήκωσε τα μάτια της ρωτήματα γεμάτα.
- Ποιον, Ευδοξία;
Στο κουρασμένο πρόσωπο της χήρας, όπου οι συλλογές και τα δάκρυα είχαν χαράξει πρόωρες ρυτίδες, βαθιά συγκίνηση είχε χυθεί. Η Αλεξία πήρε με αγάπη το χέρι της.
- Ποιος σου σπαράζει την καρδιά; επανέλαβε.
- Ο Μιχαήλ, μουρμούρισε η αρχόντισσα. Συλλογισμένη χάιδευε η Αλεξία το χέρι της φίλης της, όπου μόνο στολίδι γυάλιζε το δαχτυλίδι του γάμου της.
- Έχεις δίκαιο, είπε με συμπάθεια, και νιώθω πόσο σε πονεί η απουσία του αδελφού σου, και τι μοναξιά σου αφήνει κάθε φορά που φεύγει... Το νιώθω από τη μοναξιά που μου αφήνει κι εμένα. Μόνο που εγώ τον ακολουθώ παντού με τη σκέψη, και με την ελπίδα πως στο τέλος... Ενώ εσύ...
- Δε σκέπτομαι εμένα όταν σου μιλώ έτσι, χρυσή μου. Εγώ, ξέρεις, έχω τα παιδιά μου, που για κείνα ζω... Μα σκέπτομαι κείνον. Δεν παρατήρησες πως ύστερα από κάθε ταξίδι του... μπορώ να πω και ύστερα από κάθε διαμονή του εδώ, ο Μιχαήλ είναι ακόμα πιο λυπημένος, ακόμα πιο γερασμένος παρά πρωτύτερα;
- Δεν τον στέλνω εγώ, Ευδοξία, μουρμούρισε η κόρη. Η Ευδοξία την πήρε στην αγκαλιά της και τη φίλησε.
- Δε σου το κατηγορώ, καημένο μου, μην το νομίσεις ποτέ αυτό! αναφώνησε.
Η Αλεξία έπεσε στα γόνατα κι έκρυψε το πρόσωπό της στην ποδιά της φίλης της.
- Αν τον είχες δει τότε, ξέσπασε ανάμεσα στα κλάματα, αν τον είχες δει σαν ανακάλυψε πως ο Κωνσταντίνος είχε φύγει! Ενόμιζα πως θα τρελαθεί, φοβήθηκα πως θα σκοτωθεί! Εκείνος ο άρρωστος άνθρωπος, που ως εκείνη την ώρα ούτε να περπατήσει σχεδόν δεν μπορούσε, σα φάντασμα ανεβοκατέβαινε όλη νύχτα την ακροποταμιά, γυρεύοντας το σώμα του Κωνσταντίνου στα νερά του ποταμού, με μόνο μια σκέψη ριζωμένη στο μυαλό του, πως ο Κωνσταντίνος είχε αυτοκτονήσει...
- Γιατί έβαλε τέτοια ιδέα στο νου του;
- Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω. Μα την άλλη μέρα ανακαλύψαμε πως έλειπε και ο βουβός δούλος. Και μόνο σαν του το είπε και ο Νικήτας, πίστεψε ο Μιχαήλ πως ο Κωνσταντίνος είχε φύγει. Και τότε του ήλθε σαν τρέλα. Ούτε ο Νικήτας ούτ' εγώ δεν ξέραμε πώς να του μιλήσομε. Έπεσε σε παραμιλητά, φώναζε πως εκείνος έδιωξε το φίλο του, και για μέρες φοβηθήκαμε πως ο νους του έπαθε. Να τον έβλεπες τότε, Ευδοξία, εξακολούθησε θλιβερά, σε τι μαρασμό έπεσε! Κάθε μέρα βογγούσε, είχε μείνει σκιά μονάχη! Τη δική μου τη λύπη την έκρυβα μπροστά του, μην τη δει και χειροτερέψει. Και όλη μου τη δύναμη την έβαζα στην προσπάθεια να φανώ ζωηρή και αδιάφορη. Μα ένα βράδυ, που νόμιζα πως κοιμούνταν, έκλαψα... Και με είδε... Δε θα ξεχάσω το πρόσωπό του! Άρπαξε τα χέρια μου και μου είπε άγρια: «Μην κλαις! Δεν το υποφέρω! Αύριο θα φύγω, και θα τον βρω, και θα σου τον φέρω!...». Ήταν πρώτη φορά που μου έδειχνε πως μάντεψε το μυστικό μου...
- Παιδί μου...
Με αγάπη χάιδευε η χήρα το σκυφτό κεφάλι της κόρης. Μα τα δάκρυα που έστεκαν στα μάτια της δεν ήταν τόσο για το απελπισμένο κορίτσι, όσο για το κρυφό πόνο του αδελφού, που με τη γυναικεία της αγάπη τον είχε μαντέψει από την πρώτη μέρα.
- Και δεν τον εμπόδισα, Ευδοξία, εξακολούθησε η κόρη. Για το καλό του τον άφησα να πάγει... Μου φάνηκε πως η ιδέα αυτή τον έσωσε. Από κει που ούτε να φάγει ούτε να μιλήσει δεν ήθελε, άλλαξε έξαφνα, ζήτησε του Νικήτα να τον συνοδεύσει, και μόλις με παρέδωσαν στον Αύγουστο, έφυγαν μαζί, γεμάτοι ελπίδες... Μα πέρασαν δυο χρόνια... Παντού τον ζήτησε... μια - μια σβήνουν οι ελπίδες του... και οι δικές μου...
- Όχι, όχι! αναφώνησε η Ευδοξία. Μην το λες αυτό...
Η κόρη έκλαιγε με σιγανό θλιβερό παράπονο.
- Αν ήταν ζωντανός, θα γύριζε... μουρμούρισε.
- Θα γυρίσει πάλι, Αλεξία... Θα γυρίσει, θα το δεις. Μα γιατί έφυγε; Δεν το φαντάστηκες ποτέ;
Η κόρη αργοκούνησε το κεφάλι.
- Και δε ρώτησες ποτέ τον Μιχαήλ;
- Ναι, τον ρώτησα μια φορά. Με κοίταξε μόνο, και ως τον τάφο δε θα ξεχάσω τα μάτια του. Κατάλαβα πως εκείνος ξέρει γιατί έφυγε ο φίλος του, και φαντάστηκα...
- Τι;
- Φαντάστηκα πως εκείνο το βράδυ κάτι συνέβηκε μεταξύ τους... πως έγινε κάποια παρεξήγηση, ποιος ξέρει... Και δε θέλω να τον ρωτήσω πια.
Λοιπόν ο Μιχαήλ δεν είχε μιλήσει ούτε της Αλεξίας!... Και η Αλεξία, παραδομένη στη σκέψη του άλλου, δεν είχε εννοήσει...
- Στο γράμμα που σου έγραψε σήμερα ο Μιχαήλ, σου δίνει καμιάν ελπίδα για τον Κωνσταντίνο; ρώτησε η χήρα.
- Δε λέγει τίποτα... γι' αυτό και δεν ελπίζω, αποκρίθηκε η Αλεξία.
Βήματα ακούστηκαν στα ψηφιδωτά μάρμαρα απέξω. Βιαστικά σηκώθηκε η Αλεξία, σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να χαμογελάσει. Ένας δούλος σήκωσε την κουρτίνα της πόρτας.
- Ο πατρίκιος Μιχαήλ Ιγερινός, ανήγγειλε.
Η Ευδοξία έκανε λίγα βήματα και άρπαξε τον αδελφό της στην αγκαλιά της. Σιωπηλά της ανταπέδωσε κείνος τα φιλιά της, και κρατώντας την ακόμα από τη μέση, κοίταξε την Αλεξία. Η κόρη δε μίλησε. Τα μάτια τους είχαν συναπαντηθεί, και στο αγέλαστο πρόσωπο του είχε διαβάσει εκείνη την απάντηση, πριν ακόμα ξεστομίσει το ρώτημα. Ο Μιχαήλ ακούμπησε την περικεφαλαία και το μανδύα του σ' ένα σκαμνί και πλησίασε την Αλεξία. Πήρε το χέρι της και το έσφιξε νευρικά. Τα χείλια της έτρεμαν.
- Φαίνεσαι κουρασμένος, του είπε, γυρεύοντας να κρύψει τη σύγχυσή της. Κάθησε στο παράθυρο. Δες τον ήλιο πώς λάμπει στη θάλασσα... Είναι χαρά Θεού σήμερα...
Το βλέμμα του είχε σταματήσει στα κοκκινισμένα μάτια της.
- Χαρά Θεού! επανέλαβε. Έξω όμως έμεινε η χαρά αυτή, ε, Αλεξία;
Κάθησε στην καρέγλα που του είχε προσφέρει η κόρη και κοίταξε το ολοφώτιστο πέλαγος όπου τρεμούλιαζαν στ' ανήσυχα νερά οι μεσημεριάτικες ακτίνες. Ναι, ήταν χαρά Θεού. Μα ο Μιχαήλ δεν έμοιαζε να το νιώθει. Σιγαλά σήκωσε η Ευδοξία την κουρτίνα και βγήκε από την κάμαρα και τους άφησε μόνους. Ο Μιχαήλ την άκουσε που έφυγε, και χωρίς να γυρίσει είπε:
- Ήλθα να σου πω, Αλεξία, πως θα παραιτηθώ από το στρατό.
- Γιατί, Μιχαήλ;
Δεν της αποκρίθηκε αμέσως. Ύστερα, σαν κουρδισμένος, είπε ξαφνικά:
- Κάπου, στο Δούναβη κοντά, ανάμεσα στους Βουλγάρους, θαυματουργεί ένα σώμα βουνίσιων, που με την τόλμη τους και τις αδιάκοπές τους επιδρομές έχουν ξετρελάνει τους Βουλγάρους, τους έχουν καταδιώξει στα πιο ψηλά κορφοβούνια, έχουν φθάσει κάποτε ως το Δυρράχιο, και ό,τι και να κάνουν οι Βούλγαροι δεν μπορούν να τους πιάσουν...
- Το σώμα του Γίνου Βούγα; ρώτησε ήσυχα η Αλεξία. Ο Μιχαήλ γύρισε.
- Έφθασε ως εσένα τ' όνομα του ήρωα; ρώτησε.
- Το είχα ακούσει σαν ήμουν παιδί, αποκρίθηκε η Αλεξία.
Και για να τον διασκεδάσει εξακολούθησε ζωηρά, σα να διηγούνταν κι εκείνη κανένα παραμύθι:
- Κάθε οπλαρχηγός Βούλγαρος επαινιούνταν πως τον είχε σκοτώσει, κάθε λίγο όμως ξαναφανερώνουνταν, λένε, στα βουνά, τόσο που αναμεταξύ τους είχαν καταντήσει να τον θεωρούν μυθικό πρόσωπο. Και σαν ήθελαν να πουν για κανέναν καυχησιάρη, έλεγαν πως σκότωσε και αυτός τον Γίνο Βούγα. Μα κανένας δεν τον είχε δει ποτέ, ούτε πέρασε ποτέ τον Αίμο.
- Τώρα τον πέρασε και τον περνά συχνά, διέκοψε ο Μιχαήλ, και με το σώμα του, που είναι μια φούχτα ήρωες, κατορθώνει να κάνει πράματα που δεν τολμούν και οι μεγαλύτεροι μας στρατηγοί να τα καταπιαστούν.
- Ναι, και κατορθώνει να μαθαίνει μυστικά που σαστίζουν και τον Αυτοκράτορα ακόμα, είπε η Αλεξία.
- Τον ξέρει ο Αυτοκράτορας; ρώτησε ξαφνισμένος ο Μιχαήλ.
- Ναι! Ο Βούγας του πήγε το μυστικό γράμμα του Ιωάννη Βλαδισλάβ, γράμμα που έπεισε τον Αυτοκράτορα πως ο Τσάρος τον γελά.
- Μπα; Τον είδε λοιπόν ο Αυτοκράτορας τον Γίνο; Σαν τι μοιάζει;
- Δεν ξέρω, δε ρώτησα.
Ο Μιχαήλ κοίταξε πάλι κατά τη θάλασσα. Ύστερα χωρίς ενθουσιασμό είπε:
- Θα πάγω κι εκεί να ρωτήσω, Αλεξία...
Η κόρη ανατρίχιασε.
- Πού, Μιχαήλ;
- Στου Γίνου Βούγα... Ίσως ξέρει...
Λίγη ώρα δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε η άλλη. Και πάλι είπε ο Μιχαήλ:
- Αλλού δεν είναι... Ίσως είναι κει...
Την κοίταξε σα να της ζητούσε βοήθεια, σα να περίμενε από κείνην ένα λόγο που να τον κάνει να πιστέψει αυτά που ο ίδιος της έλεγε. Η κόρη τώρα έτρεμε όλη. Τα λόγια του, που χωρίς ενθουσιασμό και χωρίς πίστη της τα είχε πει, ξύπνησαν ξαφνικά σ' αυτήν ελπίδες, που λίγο - λίγο είχαν σβήσει. Θυμήθηκε πράματα που είχε ακούσει για το μικρό εκείνο ηρωικό σώμα, και που είχαν περάσει απαρατήρητα στη μεγάλη της λύπη, μα που τώρα της φώναζαν την παρουσία του Κωνσταντίνου της. Ποιος άλλος από κείνον θα είχε την τόλμη να μπει στη σκηνή του Βλαδισλάβ, να δει το γράμμα, να το πάρει του αγγελιοφόρου και να το πάγει στον Γίνο; Ποιος άλλος μπορούσε σε δυο μέρες από το Θέμα του Δυρραχίου να προφθάσει να μηνύσει του Γίνου, στα Βοδενά, πως ο Ιωάννης Βλαδισλάβ είχε μαχαιρώσει με το χέρι του τον Βλαδίμηρο, το γαμπρό του Σαμουήλ, και είχε σηκώσει μεγάλη αναρχία γύρω στο Δυρράχιο και ακόμα και μέσα στην πόλη, με την ελπίδα να πάρει με προδοσία το κάστρο;
Κάθε φορά που ρωτούσαν το Γίνο Βούγα πώς τα μάθαινε όλα αυτά, εκείνος αποκρίνουνταν μονάχα πως τα ήξερε από κάποιον πιστό του. Κι έξαφνα, μπροστά της, φωτεινή και παρήγορη, έλαμψε πάλι η ελπίδα, μήπως και ο πιστός αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος...
- Να πας, Μιχαήλ, να πας! είπε με φωτιά, το πρόσωπο της όλο αναμμένο από ενθουσιασμό και συγκίνηση. Να πας, ναι! Αν υπάρχει καμιά ελπίδα... αν ζει ακόμα, εκεί θα έχει πάγει, στου Γίνου το σώμα! Αυτή είναι η ζωή που του αρέσει, κινδύνους και ηρωισμούς γεμάτη... Πώς δεν το συλλογίστηκες νωρίτερα;
Ο Μιχαήλ πήρε τα δυο της χέρια κι έσκυψε το κεφάλι του χαμηλά, ώσπου το μέτωπο του ακούμπησε στα χέρια της.
- Ο Θεός να σ' ευλογήσει... μουρμούρισε, η πίστη σου μου ξαναδίνει ζωή...
Τον είδε τόσο συντριμμένο, τόσο αφανισμένο τώρα που δεν προσποιούνταν πια, που δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, και τον αισθάνθηκε πιο δυστυχισμένο ακόμα και απ' αυτήν την ίδια.
- Αν η πίστη μου σου δίνει εσένα δύναμη, Μιχαήλ, του είπε, τι να πω εγώ για κείνα που κάνεις εσύ για μένα;
Σήκωσε το πρόσωπό του όπου η μαύρη και αδιάκοπη λύπη των δύο τελευταίων χρόνων είχε αφήσει βαθιά τα χαράκια της, και μια στιγμή σταμάτησε το βλέμμα του απάνω της.
- Τι δε σου χρεωστώ, Μιχαήλ! Αν δε σε είχα εσένα...
- Σώπα! διέκοψε κείνος απότομα.
Σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα, κι έπεσε σ' ένα σοφά με το κεφάλι γερμένο στα χέρια του.
- Άφησέ με να σου το πω, εξακολούθησε η Αλεξία, που γύρευε να στερεώσει τη φωνή της. Αν δεν είχα τη βαθιά φιλία σου, που σε κάμνει και από αδελφό καλύτερο...
Ο Μιχαήλ πετάχθηκε πάνω.
- Στ' όνομα του... στ' όνομα του Κωνσταντίνου, σώπα, μη μιλάς για χρέος, φώναξε με πάθος. Δεν ξέρεις τι λες!
Πήγε στο παράθυρο κι έγειρε έξω. Και το λαφρύ του πελάγου τ' αεράκι δρόσισε το καυτό του μέτωπο, γαλήνεψε την αγριεμένη ψυχή του. Όταν γύρισε, ήταν λίγο πιο χλωμός, μα ήταν ήσυχος.
- Αλεξία, είπε, ήλθα να σου πω πως θα παραιτηθώ από το στρατό.
- Ναι, το είπες και πριν. Μα γιατί, Μιχαήλ;
- Για να είμαι ελεύθερος. Ο Βασιλέας με διόρισε υπασπιστή του για την εκστρατεία του Λογγού. Μα αν δεχθώ, θα είμαι δεμένος όπως ήμουν ως τώρα, που τόσες φορές, στις διάφορες αποστολές όπου έτυχε να με στείλει ο Αυτοκράτορας, πέρασα κοντά στον Γίνο ή στους δικούς του, και ποτέ, ποτέ δεν μπόρεσα να τον συναντήσω! Λες και με απέφευγαν! Θέλω τώρα να είμαι ελεύθερος...
- Απεναντίας, διέκοψε η Αλεξία, να μην παραιτηθείς με κανέναν τρόπο, και να φύγεις με τον Αύγουστο. Αν είσαι υπασπιστής του, είσαι σχεδόν βέβαιος να δεις τον ίδιο τον Γίνο, σαν πάγει να του κάνει καμιάν αναφορά!
- Πώς ξέρεις, Αλεξία, πού και πώς μπορώ να τον δω;
- Το ξέρω από τον Αύγουστο τον ίδιο. Συχνά σαν έχει διάθεση, μου διηγείται τα κατορθώματα του Γίνου, που τον έχουν ενθουσιάσει. Και στο τέλος μου λέγει πάντα: «Να καλός γαμπρός για σένα, που έζησες τόσα χρόνια στα βουνά!».
Ο Μιχαήλ γέλασε.
- Είναι λοιπόν νέος ο Γίνος;
- Δε ρώτησα ποτέ, αποκρίθηκε η Αλεξία. Μ' από τα χρόνια που τον ακούω, πρέπει να γέρασε πια.
- Και τι σου είπε ο Αύγουστος γι' αυτόν;
- Συνεννοήθηκε μαζί του και συμφώνησαν πως, με το λαμπρό σώμα των κατασκόπων και αγγελιοφόρων που κατόρθωσε να διοργανώσει, μπορεί να στέλνει ο Γίνος τις ειδήσεις κατευθείαν στον Αυτοκράτορα πολύ γρήγορα, όπου και αν βρίσκεται, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη αν είναι, ή και στην Πόλη. Κι έτσι να ξέρει πάντα ο Αύγουστος ακριβώς πού βρίσκονται τα βουλγάρικα σώματα, και να μην ξαναδούμε πια καταστροφές σαν του Βοτανειάτη στο στενό του Δύσβατου, και σαν του Γονιτσιάτη, που με τον πρωτοσπαθάριο Ορέστη και όλο το σώμα του, καταστράφηκε στην ενέδρα του Ιβάτζη.
- Και του είπε ο Γίνος πως θα τον ειδοποιεί;
- Όπου και αν βρίσκεται, ναι.
Ο Μιχαήλ έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος. Ύστερα είπε έξαφνα:
- Μα όλα αυτά που σου είπε σένα ο Αύγουστος, πώς είναι δυνατό να μην τα γνωρίζει ο Νικήτας;
- Ο Νικήτας; Μα τα ξέρει! αποκρίθηκε η Αλεξία.
- Τα ξέρει;
Ο Μιχαήλ έκανε μερικά βήματα πάνω και κάτω, και πάλι σταμάτησε μπρος στο παράθυρο, κοιτάζοντας έξω με φρύδια σουφρωμένα.
- Τι τρέχει, Μιχαήλ; Δε σου τα είπε; ρώτησε η κόρη σιμώνοντάς τον.
- Όχι μόνο δε μου τα είπε, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ, μα όποταν μιλώ εγώ για τον Γίνο Βούγα ή ρωτώ τίποτα μπροστά του, απαντά σα να βαριέται να μιλήσει ή αλλάζει την ομιλία... Και όμως με όλα αυτά, ποτέ δε μου έδειξε τόσην αγάπη όπως από κείνη τη νύχτα...
Έκοψε απότομα τη φράση του κι έσκυψε πάλι στο παράθυρο. Τα μάτια της Αλεξίας γέμισαν δάκρυα.
- Μην τον συνερίζεσαι, είπε σιγά, άλλαξε τόσο από τότε... Και είναι και αυτός τόσο θλιμμένος!
Ο Μιχαήλ γύρισε πάλι και την κοίταξε. Ανάμεσα στα φρύδια του, δυο - τρεις ρυτίδες χαράζουνταν βαθιά.
- Αν παραιτηθώ, είπε, ποιος μ' εμποδίζει ν' ακολουθώ τον Αυτοκράτορα;
- Δεν είναι το ίδιο, αποκρίθηκε η Αλεξία. Ως υπασπιστής του θα μαθαίνεις περισσότερα πράματα.
- Σωστό αυτό. Μα... αν τύχει και βρίσκομαι πάλι μακριά, σε καμιάν αποστολή, την ώρα που θα φθάσει ο Γίνος ή κανένας αποσταλμένος του;
Η Αλεξία ακούμπησε το χέρι της σιγά στον ώμο του.
- Θα είμαι εγώ εκεί, είπε με συγκίνηση.
- Εσύ, Αλεξία;
- Ναι!... Θα έλθω μαζί σου.
Πήρε από τον ώμο το χέρι της και το κράτησε στα δυο δικά του. Το στόμα του έτρεμε νευρικά.
- Θα σ' αφήσει ο Αύγουστος;
- Θα με πάρει μαζί του. Θα του το ζητήσω.
- Αλεξία... μουρμούρισε ο Μιχαήλ.
Η κόρη έκανε να χαμογελάσει, λαφρύ τρεμούλιασμα ξεχώρισε τα χείλη της.
- Τώρα θα τον βρούμε, είπε σιγά.
Μια στιγμή ακόμα κράτησε το χέρι της σφιγμένο στα δικά του, κι έσκυψε το κεφάλι σα να ήθελε κάτι να της πει. Μα ξαφνικά πάλι την άφησε, πήρε βιαστικά το μανδύα του και την περικεφαλαία, και βγήκε από την κάμαρα χωρίς να την ξανακοιτάξει. Όταν μπήκε μέσα η Ευδοξία, βρήκε την Αλεξία ακόμα στο ίδιο μέρος. Την αγκάλιασε και την έσυρε προς το παράθυρο. Την ίδια ώρα ο Μιχαήλ άνοιγε την αυλόπορτα, είδε τις δυο γυναίκες, τις χαιρέτησε με το χέρι κι έφυγε.
- Τι του είπες και τον άλλαξες έτσι, γλυκιά μου νεράιδα; ρώτησε χαμογελώντας η Ευδοξία. Τον είδα που έφευγε και τον σταμάτησα. Ήταν άλλος άνθρωπος. Μου είπε πως θα φάγει μαζί μας απόψε και πως φεύγει με τον Αυτοκράτορα. Ήταν σα μεθυσμένος. Τι τρέχει;
Δυο κόμποι έτρεμαν στα μαύρα κυρτά ματόκλαδα της κόρης.
- Για πρώτη φορά, αποκρίθηκε, του είπα εγώ να φύγει για να βρει τον Κωνσταντίνο. Και θα πάγω μαζί του, Ευδοξία.