24. ΚΔ'. Η δύναμη της φιλίας (3)
Από κείνη τη μέρα άρχισε γρηγορότερα να παίρνει τ' απάνω του, πέρασαν οι θυμοί του και οι παραξενιές, και αδιάκοπα ήθελε κοντά του τον Κωνσταντίνο, και όλη του η παλιά αγάπη για το φίλο του ξαναξύπνησε δυνατότερη παρά ποτέ. Όσο όμως καλυτέρευε η υγεία του, τόσο έπεφτε σε μελαγχολίες που τον άφηναν σιωπηλό και μαραμένο για μέρες, και ποτέ δε μιλούσε για το μέλλον και για τη δουλειά του, ούτε ζητούσε ποτέ να μάθει νέα. Μια - δυο φορές τον ρώτησε ο πάτερ Ευθύμιος τι τον ζάλιζε και του χαλούσε τη διάθεση. Μα κάθε φορά αποκρίνουνταν με κάποια πρόφαση, κι εξήγηση δεν έδινε.
Ο Κωνσταντίνος επίσης είχε παρατηρήσει τη μελαγχολία του φίλου του. Και βλέποντας τον τόσο θλιμμένο, δίσταζε να του μιλήσει για τη δική του ευτυχία. Μόλις τον είδε να δυναμώνει λίγο, ο πάτερ Ευθύμιος πρότεινε να τον βγάλουν από το σκοτεινό και υγρό φρούριο, και να τον πάνε σε μέρος αερικό, με ήλιο πολύ. Βρήκαν λοιπόν ένα όμορφο σπιτάκι στη λίμνη του Όστροβου, πλάγι στο Λουδία ποταμό, κι εκεί τον μετέφεραν. Στο άστεγο προαύλιο με τη μαρμαρένια καγκελαρία, όπου κάτασπρη μαρμαρένια σκαλίτσα κατέβαινε στη λίμνη, ο Μιχαήλ, ξαπλωμένος σε μια προβιά, μεταξύ του Κωνσταντίνου και της Αλεξίας, τους διηγούνταν ένα δειλινό πώς τον είχαν πιάσει στον ξενώνα του χωριού. Είχε αντισταθεί όσο μπορούσε. Μα τον καταπόνεσαν. Και αναίσθητο, μες στα αίματα βουτηγμένο, τον είχαν σηκώσει, τον έδεσαν σ' ένα άλογο και τον πήγαν από τα βουνά στη Σέταινα όπου έφθασαν ύστερα από δυο μέρες. Χωρίς καν να του δέσουν τις πληγές, τον έριξαν σ' ένα κατώγι, κι εκεί τον άφησαν χωρίς τροφή άλλη παρά ξερό ψωμί, χωρίς σκέπασμα, χωρίς καν ένα στρώμα για να ξαπλωθεί.
Για μέρες και μέρες τον έτρωγε η θέρμη. Και τόσο τον αδυνάτισε, που τον περισσότερο καιρό έμενε αναίσθητος. Εκεί τον βρήκε ο Ιβάτζης. Και μια νύχτα διέταξε να τον σηκώσουν, και μισοπεθαμένο να τον δέσουν σ' ένα μουλάρι και να τον πάνε στα Βοδενά. Μα εκεί που πήγαιναν, κάποιος έφθασε καβάλα και τους σταμάτησε. Τι έγινε τότε, ήταν πολύ άρρωστος και δεν το αντιλήφθηκε. Μια στιγμή συνήλθε και βρέθηκε χάμω, μες στις λάσπες. Ήταν νύχτα ήσυχη, και πάνω από το κεφάλι του άστρα λαμποκοπούσαν. Τα παρακάτω δεν τα θυμούνταν.
- Μα εκείνην την ώρα, Κωνσταντίνε, πρόσθεσε ο Μιχαήλ, σε συλλογίστηκα. Είπα πως τώρα, θέλοντας και μη, θα παρατήσω πια το έργο μας και θ' αναπαυθώ εκεί που ξυπνημό δεν έχει... Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του.
- Δε θ' αναπαυθείς Μιχαήλ, του είπε, μα το έργο μας θα το παρατήσεις... Ο Αυτοκράτορας σε περιμένει στα Βοδενά για να σε διορίσει κλεισούραρχο στο καινούριο κάστρο που χτίζεται και να σε κάνει πατρίκιο. Και στο μέλλον θα πολεμάς πλάγι του.
Χωρίς χαρά ρώτησε ο Μιχαήλ:
- Είχες ειδήσεις;
- Ναι, είχα γράμμα του Νικήτα. Έρχεται αύριο να πάρει την Αλεξία για να την παραδώσει του Αυτοκράτορα.
Ο Μιχαήλ δε μίλησε. Συλλογισμένα κοίταζε το χέρι του Κωνσταντίνου που βαστούσε σφιχτά το δικό του.
- Δε χαίρεσαι, Μιχαήλ; ρώτησε η Αλεξία.
Από κάτω από τα βαριά του ματόκλαδα, μια στιγμή την ατένισε. Ύστερα πάλι γύρισε στο φίλο του.
- Το ξέρεις, του είπε, πως όταν φύγεις, θα φύγω κι εγώ μαζί σου.
Ο Κωνσταντίνος έριξε μια ματιά της Αλεξίας.
- Δε θα φύγω πια, Μιχαήλ, του είπε σιγαλά. Ο Μιχαήλ ανασηκώθηκε. Λαφριά κοκκινάδα χύθηκε στο μέτωπό του και σκέπασε σιγά - σιγά όλο του το χλωμό πρόσωπο.
- Το εννοείς; ρώτησε νευρικά.
- Ναι, Μιχαήλ.
- Είναι υπόσχεση;
- Ναι, είναι υπόσχεση.
Ο Μιχαήλ έγειρε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια. Η Αλεξία έσκυψε πιο κοντά.
- Μιχαήλ... ψιθύρισε ανήσυχη.
- Είναι τόσο ανέλπιστο, που δεν μπορώ να το αντιληφθώ... μουρμούρισε ο Μιχαήλ, και φοβούμαι να το πιστέψω...
Ο Κωνσταντίνος έριξε πάλι μια ματιά της Αλεξίας και αντάμωσε το βλέμμα της. Δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε η άλλη. Από λόγια δεν είχαν ανάγκη. Η κόρη ήξερε την αιτία που τον είχε κάνει να δεχθεί τώρα κι εκείνος τις προτάσεις του Αυτοκράτορα, και στο βλέμμα του αυτό είχε μετρήσει το βάθος της αγάπης του, που γι' αυτήν και το έργο του ακόμα το άφηνε. Σηκώθηκε σιγά - σιγά και ακούμπησε στη μαρμαρένια καγκελαρία. Πέρα από τα βουνά ο ήλιος βασίλευε. Οι τελευταίες πορφυρένιες ακτίνες άπλωναν στον ουρανό το βασιλικό τους πέπλο, και τα νυσταγμένα νερά της λίμνης αντανακλούσαν ήρεμα το υπερήφανο κόκκινο φως. Κάπου εκεί κοντά ένας κότσυφας σφύριζε το βραδινό του ανοιξιάτικο τραγούδι. Πάρα πολλά αισθήματα φούσκωναν την καρδιά της. Δάκρυα γλυκά πλημμύρισαν τα μάτια της. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τους δυο φίλους. Το βλέμμα του Κωνσταντίνου ήταν ακόμα απάνω της. Στο σιωπηλό του ρώτημα αποκρίθηκε με συγκινημένο χαμόγελο, και σιγανά μπήκε στο σπίτι.
Η ώρα ήταν κατάλληλη να μιλήσει ο Κωνσταντίνος και η καρδιά της της έλεγε πως θα προτιμούσαν οι δυο φίλοι να είναι μόνοι. Πήγε στο δωμάτιό της και ακούμπησε στο παράθυρο. Παρακάτω, κοντά στο ποτάμι, καθισμένος στο χλωρό χορτάρι, ο βουβός δούλος κοίταζε μελαγχολικά το νερό που έτρεχε στα πόδια του. «Συλλογίζεται τον πεθαμένο του αφέντη...», σκέφθηκε η Αλεξία. Και λίγη από τη μελαγχολία του δούλου μπήκε στην ψυχή της και φώλιασε κει. «Γιατί, γιατί σαν είμαστε τόσο ευτυχισμένοι, να μην μπορούμε λίγη από την ευτυχία μας και σε άλλους να χαρίσομε»; Από μέσα από τα μισόκλειστα του ματόκλαδα ο Μιχαήλ την είχε δει που έφευγε, και την ακολούθησε με τα μάτια ώσπου χάθηκε μες στο σπίτι.
Η νυχτερινή καταχνιά κατέβαινε αργά - αργά. Και η πορφυρένια δόξα τ' ουρανού λίγο - λίγο χλώμιασε κι έσβηνε. Σιγανή και απόμακρη ακούστηκε η φωνή του Μιχαήλ, και ξάφνισε τον Κωνσταντίνο που ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του.
- Θα ήταν αδύνατο τώρα πια...
- Τι θα ήταν αδύνατο, Μιχαήλ;
- Να ξαναφύγομε.
- Ναι! είπε συλλογισμένα ο Κωνσταντίνος, θα ήταν αδύνατο τώρα πια...
- Το νιώθεις; Το μάντεψες; είπε ο Μιχαήλ, και η συγκίνηση έβαζε στη φωνή του λαφρύ τρεμούλιασμα.
- Τι μάντεψα, Μιχαήλ;
- Πως τώρα... αν ήταν να την ξαναχάσω... δε θάθελα πια να ζήσω.
Όλο το αίμα του Κωνσταντίνου όρμησε στην καρδιά του.
- Ποια; ρώτησε.
- Την Αλεξία...
Και με το χέρι σκέπασε τα μάτια του, αποκαμωμένος από τη συγκίνηση. Άσπρος σαν τον τοίχο, με χείλια σφιγμένα, κοίταζε ο Κωνσταντίνος το αναίματο πρόσωπο του φίλου του, λιωμένο από την αρρώστια, το διάφανο σχεδόν χέρι όπου ξεχώριζαν γαλάζιες οι φλέβες, και το κορμί, λιγνό λιωμένο και αυτό τόσο, που μόλις ξεχώριζε κάτω από το μάλλινο σκέπασμα.
- Την αγαπάς; ρώτησε απότομα.
Ο Μιχαήλ δεν αποκρίθηκε. Η καρδιά του Κωνσταντίνου χτυπούσε σκεπαρνιές στο στήθος του. Του ήλθε ζάλη. Κατόρθωσε όμως να καταπονέσει το πάθος του, την αναστάτωσή του.
- Της το είπες; ρώτησε πιο σιγά.
- Όχι ακόμα, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Ήταν να φύγω... Δεν ήθελα να την ταράξω...
Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και ακούμπησε στην πεζούλα, εκεί που πρωτύτερα είχε ακουμπήσει η Αλεξία. Γύρευε να πνίξει το θυμό που ξαφνικά φούσκωσε την καρδιά του, να δαμάσει τα αισθήματά του πριν ξαναμιλήσει του φίλου του. Μέσα στη φοβερή αναστάτωση της ψυχής του, μια σκέψη ξεχώριζε επιτακτική: ο φίλος του ήταν άρρωστος, μια λέξη μπορούσε να τον σκοτώσει. Και τη λέξη αυτή δεν έπρεπε να την πει.
- Είναι μήνες και μήνες που θέλω να σου το πω, είπε χαμηλόφωνα ο Μιχαήλ, μήνες που σου το κρύβω αυτό το μυστικό... Μα ντρέπουμουν να τ' ομολογήσω... Τη νόμιζα Βουλγάρα...
Τη νόμιζε Βουλγάρα και δεν είχε μιλήσει, γιατί του φαίνουνταν αδύνατο να πάρει γυναίκα από εχθρική φυλή. Και τώρα που την ήξερε Ελληνίδα, φαντάζουνταν πως μπορούσε η Αλεξία να γίνει δική του... Μα σα θα μάθαινε πως η Αλεξία αγαπούσε άλλον; Χωρίς να γυρίσει ρώτησε ο Κωνσταντίνος:
- Και αν εκείνη δε σε θέλει... Και αρνηθεί;
Απελπισμένη, τρεμάμενη σηκώθηκε η φωνή του Μιχαήλ:
- Αν δε με θέλει; Αν μ' αρνηθεί; Μα τότε...
Η φωνή του έσβησε. Και ο Κωνσταντίνος δεν τόλμησε να τον κοιτάξει. Με το βλέμμα καρφωμένο στα νερά της λίμνης, σταχτερά τώρα, σαν πένθιμα, γύρευε να συμμαζέψει τη σκέψη του. «Αν αρνηθεί...», συλλογίστηκε, και χαρά άγρια ξέσπασε μέσα του. «Και θ' αρνηθεί... θα θελήσει δική μου να μείνει...».
Και πάλι είδε τον φίλο του χλωμό, λιγνό, λιωμένο...
- Γιατί να σ' αρνηθεί; είπε χωρίς να γυρίσει.
Η φωνή του ήταν σταθερή, δεν πρόδιδε την ταραχή της ψυχής του. Και στον ίδιο τόνο πρόσθεσε:
- Ζήτησέ την. Ίσως σε θέλει.
Στην καρδιά του το ήξερε πως όλα αυτά ήταν ψέματα, πως η Αλεξία ήταν δική του. Μα την καρδιά του την πλάκωσε.
- Θα σε θέλει, επανέλαβε πιο δυνατά, πρέπει να σε θέλει...
Μιλούσε τόσο ήσυχα, τόσο σφιχτά βαστούσε χαλινωμένα τα αισθήματά του, που τόλμησε να κοιτάξει το φίλο του. Το γαλανό βλέμμα του Μιχαήλ αντάμωσε μια στιγμή το δικό του. Το στόμα του συσπάσθηκε, μα δε μίλησε. Και στο βουβό αυτό συναπάντημα των ματιών τους, ο Κωνσταντίνος είδε πως ο φίλος του μάντεψε το μυστικό του. Λύπη βαθιά τον πλημμύρισε. Στη δική του οδύνη απάνω, μέτρησε την οδύνη του φίλου του... Όχι, δεν το ήθελε, δεν το καταδέχουνταν! Τον πόνο τον φορτώνουνταν αυτός, ο δυνατός, για ν' αφήσει στον άλλο, τον πιο αδύνατο, ανοιχτό το δρόμο της ευτυχίας. Πήρε αρπαχτά την αναπνοή του, ανασηκώθηκε. Με σιδερένια απόφαση, πνίγοντας την αγανάκτηση της καρδιάς του, γύρισε στο φίλο του.
- Είσαι καλά πια, είπε με φωνή ομαλή. Αύριο σαν έλθει ο Νικήτας, μπορείς να φύγεις και συ μαζί.
Πήρε κι έσφιξε το χέρι του, και στο χαμόγελο του έριξε όλη την αγάπη της ψυχής του:
- Και σου εύχομαι...
Σταμάτησε εγκαίρως, η φωνή του χαλάρωνε. Γύρισε απότομα, κατέβηκε τα σκαλοπάτια και τράβηξε κατά τον ποταμό. Στο σπίτι μέσα τα φώτα ήταν αναμμένα. Ένα παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό, και η λάμψη του χύνουνταν έξω, σχημάτιζε στην άμμο ένα μεγάλο τετράγωνο φωτεινό. Ήταν το παράθυρο της Αλεξίας. Μια στιγμή σταμάτησε και κοίταξε το παράθυρο. «Και αν δε θέλει; Και δε θα θέλει...».
Η ψυχή του αναστατώθηκε πάλι. Δεν ήταν μόνος αυτός, ήταν και η Αλεξία... Δεν είχε πια δικαίωμα να την αφήσει... Άγρια ξαναξύπνησε η πάλη στην καρδιά του... Την καταπόνεσε αμέσως, την έπνιξε. Ξανάκουσε τη φωνή του φίλου, ένιωσε πάλι την απελπισία του. Η Αλεξία; Ήταν κι εκείνη δυνατή... Ας σπάσει και αυτή την καρδιά της επιτέλους... ή ας ξεχάσει. Σήκωσε το κεφάλι κι έκανε μερικά βήματα. Κοίταξε γύρω να προσανατολισθεί, και πάλι αντίκρισε το παράθυρο της Αλεξίας. Μα δε σταμάτησε πια.
Κατέβηκε στον ποταμό κι έριξε μια ματιά στ' απάνω και στα κάτω. Θαμπά, στην καταχνιά μέσα, ξεχώριζε το γεφύρι. Ο Κωνσταντίνος ανέβηκε βιαστικά την όχθη, πέρασε αντίκρυ και, χωρίς να κοιτάξει πίσω, χάθηκε στο σκοτάδι.