24. ΚΔ'. Η δύναμη της φιλίας (2)
Και βγήκε με τον Νικήτα για να κρύψει τη συγκίνησή του. Μαζί πήγαν στο δωμάτιο όπου είχαν πλαγιάσει το βουβό δούλο. Καθώς είδε τον Κωνσταντίνο, ο άμοιρος άρχισε να κλαίει και να βγάζει ασυνάρτητες φωνές. Με καλοσύνη τον καθησύχασε ο Κωνσταντίνος, και προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του. Μα τίποτα περισσότερο δεν έμαθε απ' ό,τι είχε αντιληφθεί ο Νικήτας. Ούτε έμοιαζε ο βουβός να ξέρει τίποτα άλλο. Αφού ξεπροβόδισε τον Νικήτα, ο Κωνσταντίνος ξαναγύρισε στην κάμαρα του Μιχαήλ. Τον βρήκε αναίσθητο όπως τον είχε αφήσει. Γονατισμένη κοντά του, η Αλεξία ήταν βυθισμένη στην προσευχή.
Μέρες και μέρες, πλάγι στο στρώμα του, ο Κωνσταντίνος και η Αλεξία αγωνίστηκαν να τον σώσουν από τα παγωμένα χέρια του Χάρου, απλωμένα απάνω του, έτοιμα να τον αρπάξουν. Νύχτες ολόκληρες πέρασαν άγρυπνοι, σκυμμένοι στο πλευρό του, τρέμοντας κάθε στιγμή μην πετάξει η ψυχή του με την τελευταία του αναπνοή. Μα δυνατότερα ακόμα από την αγάπη τους και από τα σοφά γιατρικά του πάτερ Ευθυμίου, τα νιάτα του Μιχαήλ πάλευαν με το Χάρο. Ώσπου επιτέλους νίκησαν, και η ανάρρωση άρχισε.
Εβδομάδες όμως είχαν περάσει από τη μέρα που τον μάζεψε ο Νικήτας στο μεγάλο δρόμο, και ακόμα κανένα σημείο δεν έδειχνε πως η σκέψη και το μνημονικό ξαναγύριζαν σαν πρώτα. Μια - δυο φορές μόνο, είχε κοιτάξει τον Κωνσταντίνο σα να τον αναγνώριζε. Μα όταν τον ρώτησε κείνος πώς αισθάνουνταν, έκλεισε πάλι τα μάτια και απόκριση δεν έδωσε.
- Δεν πειράζει, απαντούσε ο καλός πάτερ Ευθύμιος στ' ανήσυχα ερωτήματά τους. Σα δυναμώσει λίγο, θα ξανάρθει και η ενθύμηση.
Ένα βράδυ που κάθουνταν η Αλεξία και ο Κωνσταντίνος στο προσκέφαλό του, ενώ ο πάτερ Ευθύμιος διάβαζε παρακάτω, σκυμμένος κοντά στο λυχνάρι, κρότος μεγάλος ακούστηκε στο δρόμο, φωνές θυμωμένες, και κατάρες, και κόσμος που έτρεχε σα να ήταν να δει κάτι που περνούσε. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε μεμιάς.
- Μείνε δω, Αλεξία, είπε, πηγαίνω να δω τι τρέχει. Και βγήκε βιαστικά.
Ο πάτερ Ευθύμιος είχε πάγει στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτα. Το έκλεισε πάλι και γύρισε στο βιβλίο του, κάμνοντας νόημα της Αλεξίας να μην ανησυχεί. Έξαφνα, στη βαθιά σιωπή της κάμαρας, για πρώτη φορά ακούστηκε η φωνή του Μιχαήλ, σιγανή, αδύνατη, μισοσβησμένη.
- Αλεξία... δεν άλλαξες... μόνο που μεγάλωσες από τότε...
Ο καλόγερος σηκώθηκε κι έσκυψε στο στρώμα. Μα ο άρρωστος είχε κλειστά τα ματόφυλλα κι έμοιαζε να κοιμάται. Ο Ηγούμενος έγνεψε της κόρης να έλθει κοντά του, και βλέποντας τη συγκίνηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της:
- Είναι η αρχή της γιατριάς, ψιθύρισε. Άκουσε τ' όνομά σου και η λέξη αυτή φαίνεται να του θύμισε τα παλιά χρόνια, όταν το πρωτάκουσε. Θάρρος, κόρη μου! Η νίκη είναι πια κοντά.
Σα γύρισε ο Κωνσταντίνος, η Αλεξία έτρεξε ως έξω να τον προϋπαντήσει, και με δάκρυα στα μάτια του είπε την καλήν είδηση.
- Ευλογημένη να είσαι, Αλεξία, της είπε συγκινημένος. Με τ' όνομά σου λοιπόν συνήλθε.
Μπήκε στην κάμαρα και κάθησε πάλι κοντά στο φίλο του. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό και αγέλαστο.
- Τι ήταν οι φωνές στο δρόμο; ρώτησε ο Ευθύμιος.
Ο Κωνσταντίνος ξανασηκώθηκε και πολύ ταραγμένος πήγε και ήλθε μια - δυο φορές στην κάμαρα.
- Τι τρέχει; ρώτησε ανήσυχα ο Ηγούμενος.
- Έπιασαν τον Δραξάν, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
Η Αλεξία σίμωσε τρομαγμένη.
- Τι θα τον κάνουν τώρα; ρώτησε.
Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε, και ο Ηγούμενος έσκυψε το κεφάλι σιωπηλά. Σε όλους ήταν γνωστή η καταδίκη του Δραξάν. Η αυτοκρατορική διαταγή είχε διαδοθεί παντού όπου βρίσκουνταν Έλληνες. Ο Κωνσταντίνος περπατούσε απάνω - κάτω νευρικά.
- Ήταν φρικτό... φρικτό... μουρμούρισε. Ο βουβός του δούλος τον είδε από το παράθυρο, κι έτρεξε έξω... Μα τον σταμάτησαν, τον έδιωξαν... Και ο Δραξάν τον είδε, και του χαμογέλασε... και τον χαιρέτησε με το χέρι... Και φώναζε ο δύστυχος δούλος, και δέρνουνταν, ώσπου έπεσε χάμω, αναίσθητος, και τον κουβάλησαν μέσα...
- Πού τον έπιασαν τον Δραξάν; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξία. Δεν ήταν πια στα Βοδενά;
- Όχι, είναι καιρός που έφυγε με τον Ιβάτζη. Μόλις όμως μαθεύτηκε πως ο Αυτοκράτορας φεύγει από τη Θεσσαλονίκη με μεγάλο στρατό να ξανακυριεύσει το κάστρο, ο Δραξάν θέλησε να γυρίσει πίσω, να μπει στο φρούριο και να το υπερασπίσει. Μα ο Αύγουστος το μάντεψε κι έδωσε διαταγή να κλείσουν τα στενά. Ώστε σαν έφθασε, ο Δραξάν, έπεσε στην ενέδρα των δικών μας. Και τον έφεραν εδώ.
- Και τώρα;
Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. Και βαριά έπεσε σιγή στο δωμάτιο. Ο Ηγούμενος τότε σηκώθηκε, πήρε ένα μακρύ μουντό μανδύα, τον έριξε απάνω του και πήγε κατά την πόρτα.
- Πού πας, πάτερ Ευθύμιε; ρώτησε ο Κωνσταντίνος που μισομάντευε το σκοπό του καλόγερου.
- Στο φρούραρχο, αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. Η άγρια ποινή δεν πρέπει να εκτελεστεί. Μπορεί να ήταν εχθρός μας ο Δραξάν, μα είναι άνθρωπος!
Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε με ορμή.
- Έρχομαι μαζί σου! αναφώνησε. Ναι, εχθρός μας ήταν. Μα είναι ευγενική ψυχή. Αυτό το έδειξε.
Και βγήκαν έξω μαζί. Μόνη της με τον άρρωστο, η Αλεξία περίμενε. Στη μισοσκότεινη κάμαρα, άλλο δεν ακούουνταν παρά η λαφριά αναπνοή του Μιχαήλ που έμοιαζε να κοιμάται ήσυχα. Με το νου της ακολουθούσε η Αλεξία τους δυο άντρες, γύρευε να μαντέψει τα λόγια τους, την απάντηση του φρουράρχου. Φαντάζουνταν τον Δραξάν, τον υπερήφανο, αγέρωχο Δραξάν, με σίδερα στα πόδια και στα χέρια, σε καμιά σκοτεινή φυλακή ριχμένο. Η καρδιά της σφίχθηκε. Θυμήθηκε το γράμμα του προς τον Ιβάτζη, με τη διαταγή ν' απολύσουν τον Μιχαήλ.
- Ναι! μουρμούρισε, έχει ευγενική ψυχή!
- Σώπα!...
Ξαφνισμένη γύρισε, και αντάμωσε το ταραγμένο βλέμμα του Μιχαήλ καρφωμένο απάνω της.
- Μιχαήλ! είπε με χαρά, Μιχαήλ... με ακούς;
Η ταραγμένη έκφραση δεν έσβησε από το πρόσωπό του. Της φάνηκε απεναντίας πως βάθαινε. Γύρισε το κεφάλι του από το μέρος του τοίχου κι έκλεισε πάλι τα μάτια. Κάμποση ώρα η Αλεξία σκυμμένη απάνω του περίμενε μια λέξη, μια ματιά που να της δείξει πως αισθάνουνταν και γνώριζε. Μα ο Μιχαήλ δεν κούνησε πια. Η ώρα περνούσε, η σιωπή απλώνουνταν παντού, και οι δυο άντρες δε γύριζαν. Ήταν πια αργά, όλοι μέσα στο φρούριο είχαν αποκοιμηθεί, όταν λαφρύς κρότος στο διάδρομο, σα βήματα υπόκωφα, κίνησε την προσοχή της Αλεξίας. Σηκώθηκε σιγά - σιγά για να μην ξυπνήσει τον άρρωστο, και προχώρησε στην πόρτα. Ο διάδρομος ήταν κατασκότεινος, και όμως τα προσεκτικά βήματα ολοένα πλησίαζαν. Η κόρη πήρε το λυχνάρι και βγήκε έξω. Δυο άντρες κουβαλούσαν ένα σώμα τυλιγμένο σε κάτι μαύρο, και η Αλεξία αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο και τον Ηγούμενο που της έκαμναν νόημα να μη μιλήσει. Ίσια στην κάμαρα μπήκαν και ακούμπησαν χάμω το φορτίο τους.
- Ποιος είναι; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξία, δείχνοντας το ακίνητο σώμα.
- Κλείσε την πόρτα, ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος. Δεν πρέπει ν' ακουστεί πως τον φέραμε απέξω.
- Μα ποιος είναι;
Ο καλόγερος ωστόσο είχε σηκώσει το σκέπασμα και η Αλεξία ανεγνώρισε το βουβό δούλο. Τα ματόφυλλά του ήταν κλειστά και τα ρούχα και τα χέρια του ήταν κόκκινα από αίμα.
- Τον σκότωσαν; ρώτησε τρομαγμένη.
- Όχι, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.
Και με βαθιά συγκίνηση της διηγήθηκε πως πήγαν στο φρούραρχο, μα εκείνος έμεινε ακλόνητος λέγοντας πως οι διαταγές του Αυτοκράτορα ήταν ρητές και συγχώρεση δεν μπορούσε να δώσει. Με τα πιο συγκινητικά λόγια είχε παρακαλέσει ο Ευθύμιος να του χαρίσουν μόνο λίγες ώρες, να τρέξει στο Βασιλέα που βιαστικά προχωρούσε κατά τα Βοδενά, να τον παρακαλέσει μια φορά ακόμα να συγχωρήσει τον Δραξάν, ή τουλάχιστον ν' αλλάξει την άγρια ποινή, να μην τον σουβλίσει, παρά σα στρατιώτη να τον σκοτώσει. Μάταια στάθηκαν όλα. Έξαφνα η πόρτα άνοιξε, ο δήμιος μπήκε μέσα... Η ποινή είχε εκτελεστεί.
- Κύριε, σπλαχνίσου τον! αναφώνησε η Αλεξία, κρύβοντας τα μάτια της.
- Ο Κύριος τον σπλαχνίστηκε, Αλεξία, είπε ο Κωνσταντίνος πολύ συγκινημένος, και του έστειλε το φτωχό δούλο.
Και δείχνοντας τον Ηγούμενο, που σκυμμένος πλάγι στο βουβό έπλενε τα αίματα από τα χέρια του:
- Ο πάτερ Ευθύμιος θέλησε να του πάγει την παρηγοριά της θρησκείας, εξακολούθησε. Μα σα φθάσαμε κει... ο Κύριος τον είχε πάρει κοντά Του...
- Πέθανε!
- Ναι! Το κεφάλι του ήταν γερμένο στο στήθος, τα μάτια του ήταν κλειστά, και στην καρδιά είχε μπηγμένο το πλατύ μαχαίρι του δούλου του...
- Τον σκότωσε; Ο βουβός;
- Ποιος άλλος θα τολμούσε να το κάνει; Για να τον σώσει από το μακρύ μαρτύριο, ο πιστός δούλος τον μαχαίρωσε. Τον βρήκαμε αναίσθητο, σωριασμένο στα πόδια του αφέντη του... Αν τον ανακαλύψουν, θα το πληρώσει με τη ζωή του.
- Συνέρχεται, ψιθύρισε ο Ευθύμιος.
Ο βουβός έριξε μια φοβισμένη ματιά γύρω και, βλέποντας τρία πρόσωπα γερμένα πάνω του, σαστισμένος γύρευε να καταλάβει τι έτρεξε. Έξαφνα θυμήθηκε, άρπαξε το κεφάλι του και ξέσπασε σε θρήνο σιγανό, μακρύ, που έσχιζε την καρδιά. Ο Κωνσταντίνος γονάτισε κοντά του και με νοήματα θέλησε να του εξηγήσει πως βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους. Ο δούλος πήρε τα χέρια του και τα φίλησε, και πάλι έκρυψε το πρόσωπό του, και το θλιβερό του κλάμα ξανάρχισε.
- Πώς τον φέρατε χωρίς να σας δει ο σκοπός; ρώτησε η Αλεξία.
- Από το παράθυρο, αποκρίθηκε ο Ηγούμενος. Αφού μπήκαμε μεις από την πύλη, ο Κωνσταντίνος ξαναβγήκε από ένα παράθυρο και πήγε και τον έφερε. Μα τώρα τι θα γίνει ο δύστυχος;
- Θα τον πάρω εγώ, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, όχι δούλο, αλλά παρατρεχάμενο ελεύθερο.
Και γυρνώντας στο βουβό, με νοήματα του εξήγησε το σχέδιό του. Ο βουβός μισοκατάλαβε και, για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του, ξανάρχισε να φιλά τα χέρια και τα ρούχα του. Η Αλεξία πήγε πάλι και κάθησε στο προσκέφαλο του Μιχαήλ. Τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα δάκρυα.
- Ο άμοιρος! μουρμούρισε. Σα σκύλος πιστός αγαπούσε τον αφέντη του...
Μα η φωνή του Μιχαήλ, μισοθυμωμένη, μισοπαρακλητική, τη διέκοψε.
- Αχ, σώπα!... Παρακαλώ, σώπα!...
Η Αλεξία καταταραγμένη έγειρε απάνω του.
- Τι είναι, Μιχαήλ; Τι θέλεις; ρώτησε.
- Μη μιλάς πια! παρακάλεσε κείνος.
Κι έξαφνα, βλέποντας κοντά του το συγκινημένο πρόσωπο του Κωνσταντίνου και τα χαρούμενα δάκρυα που έστεκαν στα μάτια του:
- Όταν μιλά, πρόσθεσε με παράπονο, σβήνει πάλι η εικόνα και μένω μονάχος...
- Ποια εικόνα, Μιχαήλ;
- Της Βουβής... στο δάσος...
Η Αλεξία έκανε νόημα του Κωνσταντίνου να μην επιμείνει. Και ύστερα, σαν είδε τον άρρωστο ήσυχο και τον πάτερ Ευθύμιο καθισμένο κοντά του, πήρε παράμερα τον Κωνσταντίνο και ψιθυριστά του διηγήθηκε πως και από νωρίς είχε ταραχθεί το ίδιο σαν άκουσε τη μιλιά της.
- Αρχίζει και θυμάται λοιπόν, είπε ο Κωνσταντίνος.
- Ναι, ευλογημένη η Πανάχραντη! αποκρίθηκε η Αλεξία.
Κι έκανε το σταυρό της. Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Σα θύελλα έπεσε ο Αυτοκράτορας στα Βοδενά, και απ' όλα τα μέρη με λύσσα πρόσβαλε την πόλη και το φρούριο. Με τους κριούς αλύπητα έδερνε όλη μέρα τα τειχογυρίσματα, και τη νύχτα οι εργάτες έσκαβαν υπονόμους όπου γκρεμίζουνταν οι βαρείς πέτρινοι τοίχοι. Σε λίγο έφερε τους Βουλγάρους σε τέτοια αμηχανία, σε τέτοια αποθάρρυνση που αναγκάστηκαν να ζητήσουν έλεος και να παραδώσουν πόλη και φρούριο, χωρίς όρους, στον τρομερό Μακεδόνα.
Ο Βασίλειος αυτή τη φορά έστειλε στο Βολερό όχι μόνο τους στρατιώτες, αλλά και τους κατοίκους. Και για να προλάβει κάθε άλλο επαναστατικό κίνημα, έχτισε δυο καινούρια δυνατά κάστρα, την «Καρδιά», μέσα στην κλεισούρα που είναι κοντά στα Βοδενά και τον «Προφήτη Ηλία», λίγο ψηλότερα. Ο χειμώνας από καιρό είχε συμμαζέψει το παγωμένο άσπρο του πάπλωμα από τη γη, και στη θέση του απλώθηκε, στους λόφους και στους κάμπους, χαρούμενη και μυρωδάτη, η χλωρή ανοιξιάτικη πρασινάδα. Όσο περνούσαν οι μέρες, λίγο - λίγο αναλάμβανε ο Μιχαήλ, μα τόσο σιγά, που πολλές φορές αποθαρρύνουνταν ο Κωνσταντίνος και ανησυχούσε μη μείνει ανήμπορος όλη του τη ζωή. Το μνημονικό του για καιρό έμεινε σκοτεινό. Κάποτε τον έπιαναν θυμοί, και άλλες φορές παράπονα. Πότε έδιωχνε τον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να τον δει, και πότε πάλι έμενε ώρες ολόκληρες σιωπηλός, κρατώντας το χέρι του φίλου του. Κι έξαφνα τον ρωτούσε πώς τον λέγουν. Άλλες φορές πάλι θυμούνταν παλιά πράματα και ξεχνούσε τα πρόσφατα.
Η παρουσία της Αλεξίας προπάντων τον μπέρδευε. Όσο κάθουνταν σιωπηλή κοντά του, την κοίταζε ήρεμος κι ευχαριστημένος. Μα μόλις έκαμνε να μιλήσει, στενοχωριούνταν, θύμωνε ή τον έπαιρνε το παράπονο. Μια μέρα παροργισμένος τη ρώτησε:
- Μα ποια είσαι;
- Είμαι η Αλεξία Αργυρή, αποκρίθηκε σιγαλά η κόρη.
Και για να ησυχάσει την ταραχή που έβλεπε πάλι στα μάτια του:
- Δε με θυμάσαι, του είπε, που ήλθα μια μέρα στο σπίτι σας στην Αδριανούπολη, και μαζί παίξαμε στα χαλιά;
- Θυμούμαι, αποκρίθηκε. Μα γιατί λοιπόν μοιάζεις τόσο μιας βουβής Βουλγάρας, που την απήντησα σ' ένα δάσος;
Τότε του διηγήθηκε τη ζωή της από τη μέρα που με τον Παγράτη πήραν το μακρύ μαύρο δρόμο της σκλαβιάς, ως τότε που πρώτη φορά ξαναβρέθηκε μπροστά του, και ανακατώθηκε τόσο στη ζωή των δυο αγοριών, χωρίς εκείνα να φαντάζουνται ποια ήταν. Την άκουε, πεσμένος στο μαξιλάρι, με τα μάτια κλειστά. Κι εκείνη μιλούσε σιγά, και όλο κατέβαζε περισσότερο τη φωνή της, νανουρίζοντάς τον με τη διήγηση. Ώσπου της φάνηκε πως αποκοιμήθηκε. Μα ο Μιχαήλ δεν κοιμούνταν. Στο αμυδρό ακόμα μυαλό του, μια - μια κατακάθιζαν οι ενθυμήσεις, και τα πιο σκοτεινά μυστήρια τα εξηγούσε τώρα απλά - απλά, τα έβαζε στη θέση τους. Και σιγαλά μουρμούρισε, σα να εξακολουθούσε αψά τη σκέψη του:
- Και ήσουν Ελληνίδα... και σε λέγαν Αλεξία...