24. ΚΔ'. Η δύναμη της φιλίας (1)
Στο Όστροβο σαν έφθασαν, ο Κωνσταντίνος και η Αλεξία πήγαν κατευθείαν στο φρούριο και παρουσιάστηκαν στην πύλη.
- Τις ει; φώναξε ο φρουρός.
Ο Κωνσταντίνος έδωσε το σύνθημα και ο φρουρός του άνοιξε. Μα βλέποντας την Αλεξία, θέλησε να τη σταματήσει.
- Τι θέλει η γυναίκα; ρώτησε.
- Είναι μαζί μου, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, και θέλομε να δούμε αμέσως το φρούραρχο, τον τουρμάρχη Μανουήλ Βουτουμίτη.
Ένας στρατιώτης τους οδήγησε σε μια κάμαρα, όπου δυο άντρες, όρθιοι κοντά στο παράθυρο, συζητούσαν ζωηρά αν και χαμηλόφωνα.
- Θα πάγω εγώ και θα ρωτήσω στα Βοδενά, έλεγε μ' επιμονή ο ένας.
Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Νικήτα και το φρούραρχο.
- Νικά ο Αετός, είπε χαιρετώντας στρατιωτικά.
Οι δυο άντρες γύρισαν ξαφνισμένοι.
- Κρηνίτη! φώναξε με χαρά ο Νικήτας.
Μα βλέποντας την Αλεξία, σταμάτησε απότομα. Ο φρούραρχος πλησίασε.
- Τι θέλει η κόρη, Κρηνίτη; ρώτησε.
- Είναι η κόρη του εταιριάρχη Αλεξίου Αργυρού, που σκοτώθηκε στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος με στρατιωτική συντομία κατώτερου που αναφέρει στον ανώτερο.
- Η Αλεξία Αργυρή; αναφώνησε ο Νικήτας. Η ορφανή που τόσα χρόνια τη γυρεύει ο Αυτοκράτορας;
- Ναι! είπε ο Κωνσταντίνος. Ερχόμαστε κατευθείαν από τα Βοδενά. Το φρούριο έπεσε.
- Τι; φώναξε ο φρούραρχος.
- Ο Δραξάν, συνεννοημένος από καιρό μ' ένα μέρος της φρουράς, κατόρθωσε να μπει μυστικά στο κάστρο, εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Και χθες βράδυ έδωσε το σημείο, οι πύλες άνοιξαν, και πλήθος εχθροί μπήκαν στο φρούριο κι έσφαξαν τους πιστούς της φρουράς, ως τον τελευταίο στρατιώτη.
Κατάχλωμος, και σφίγγοντας τα δόντια του, ο Νικήτας είχε πλησιάσει.
- Θυμήσου τώρα τα λόγια της γυναίκας, Μανουήλ Βουτουμίτη, είπε.
Ο φρούραρχος αναπήδησε:
- Τι λες, αδελφέ; Λόγια τρελής που είδε, λέγει, τον Δραξάν ν' ανεβαίνει στο φρούριο; Ήταν να βάλει κανείς πίστη;
- Δεν ήταν τρελή η γυναίκα που τον είδε, είπε σιγά η Αλεξία. Ήμουν εγώ.
- Εσύ; Και πώς τον είδες; Και γιατί δεν είπες το σύνθημα;
- Ήταν μαζί μου, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, και το σύνθημα δεν το γνώριζε.
- Γιατί λοιπόν δεν ήλθες εσύ, Κρηνίτη, αντί να στείλεις ένα κορίτσι; αναφώνησε ο τουρμάρχης που γύρευε και καλά σε άλλον να ρίξει το λάθος.
- Δεν την έστειλα εγώ, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος. Ήλθε αυτοθέλητα και χωρίς να το ξέρω. Εγώ ήμουν αιχμάλωτος στα χέρια του Δραξάν.
Και, με λίγα λόγια, διηγήθηκε πώς έπεσε στην ενέδρα του Ιβάτζη, πώς κουβαλητό τον ανέβασαν στο φρούριο των Βοδενών όπου έμεινε κλεισμένος, και πώς, με την τολμηρή βοήθεια της Αλεξίας, κατόρθωσε να φύγει. Ο φρούραρχος άρπαξε ένα φύλλο περγαμηνή, κάθησε στο τραπέζι του και βιαστικά έγραψε την αναφορά του Κωνσταντίνου.
- Πρέπει σήμερα να φύγεις, είπε του Νικήτα σφραγίζοντας το γράμμα. Ήθελες να πας στα Βοδενά, μα τώρα πια είναι περιττό. Πήγαινε κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη και δώσε αυτό στα χέρια του Αυτοκράτορα.
Ο Νικήτας πήρε το έγγραφο και βγήκε με τον Κωνσταντίνο και την Αλεξία. Έξω στο διάδρομο ο Νικήτας πήρε τα χέρια της Αλεξίας και τη γύρισε στο φως.
- Ναι! είπε με συγκίνηση. Του μοιάζεις του λεβέντη που τόσο με μάγεψε! Έχεις τα μάτια της μητέρας σου και τη λιγνή της κορμοστασιά. Μα του πατέρα σου έχεις το στόμα και την όψη του όλη. Και θα έχεις το χαρακτήρα του και τη θέλησή του, δεν είναι έτσι;
- Γνώρισες τους γονείς μου; ρώτησε η Αλεξία δακρυσμένη.
- Τους είδα μια φορά, αποκρίθηκε ο Νικήτας, και μου έκανε τόσην εντύπωση η τολμηρή έκφραση του πατέρα σου, που την έχεις κι εσύ, ώστε έπρεπε απ' αυτό να σε αναγνωρίσω. Μα σε νόμιζα Βουλγάρα και δεν σε κοίταξα ποτέ.
Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο:
- Και πάγει χαμένη η τόλμη της, είπε με θυμό, δείχνοντας την κλειστή πόρτα του φρουράρχου, για ένα ανόητο πείσμα, τάχα πως ήταν τρελή η γυναίκα που είδε τον Δραξάν!
- Πήγαινες στα Βοδενά; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
- Ναι, πήγαινα ίσα - ίσα για να βεβαιωθώ αν ήταν ο Δραξάν ναι ή όχι μες στο φρούριο. Δεν πείστηκα εγώ πως τα λόγια της γυναίκας ήταν τρελά! Ξεκίνησα μάλιστα αμέσως μόλις το έμαθα, και θα ήμουν φθασμένος τώρα, αν...
Σταμάτησε, κοίταξε τον Κωνσταντίνο, και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νέου.
- Κωνσταντίνε, είπε σοβαρά, ο Μιχαήλ είναι δω.
- Εδώ!...
Τόσο ανέλπιστη ήταν η χαρά, τόσο αιφνίδια η είδηση, που χλώμιασε και ακούμπησε στον τοίχο, χωρίς δύναμη, χωρίς φωνή. Η Αλεξία είδε τη συγκίνησή του, ένιωσε την ανησυχία του κι έστρεψε στον Νικήτα να ρωτήσει. Μα το πρόσωπο του κατασκόπου την πάγωσε. Καμιά χαρά δεν έδειχναν τ' αυστηρά του χαρακτηριστικά.
- Πήγαινα στα Βοδενά, μόλις χάραζε, εξακολούθησε ο Νικήτας. Μα στο δρόμο τον βρήκα... Και γύρισα πίσω και τον έφερα εδώ...
Σταμάτησε μια στιγμή. Τα μάτια του δεν έφευγαν από το χλωμό πρόσωπο του νέου. Έξαφνα ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε πως κάτι άλλο είχε να πει ο Νικήτας και δεν τολμούσε. Ορθώθηκε μεμιάς:
- Τι τρέχει; Τι είναι που δε λες; ρώτησε.
- Θέλεις να έλθεις να τον δεις; είπε σιγά ο Νικήτας.
- Τι έχει; Πού είναι;
- Έλα! Τον έφερα σηκωτό... Να μπεις μέσα σιγά... Ο Κωνσταντίνος τον άρπαξε από τους ώμους και τον κοίταξε στα μάτια.
- Ζει; ρώτησε.
- Ζει ακόμα... ναι... είπε χαμηλόφωνα ο Νικήτας.
Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το κεφάλι του στα χέρια του.
- Τη φοβέρα του... τη φοβέρα του... ετόλμησε να την εκτελέσει... μουρμούρισε.
- Ποιος; ρώτησε ο Νικήτας.
- Ο Δραξάν!...
Κακό χαμόγελο, μίσος γεμάτο, σύσπασε το στόμα του Νικήτα.
- Όχι, είπε, ο Ιβάτζης...
- Πού είναι; αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Θέλω να τον δω!
Ο Νικήτας έγνεψε της Αλεξίας να έλθει, και τους οδήγησε στο απάνω πάτωμα. Μόλις έφεγγε στην κάμαρα όπου μπήκαν. Από το μισόκλειστο παράθυρο, μια λουριδίτσα φως έπεφτε χρυσή στο πάτωμα, και σε μια γωνιά, εμπρός στο εικόνισμα της Παναγίας, ένας καντήλι έκαιε. Κάτω από το εικόνισμα, σ' ένα στρώμα κοίτουνταν ο Μιχαήλ. Ο Κωνσταντίνος πλησίασε και γονάτισε πλάγι του. Ήταν ο Μιχαήλ άραγε; Ανάμεσα στα ξανθά μαλλιά που σκέπαζαν το μαξιλάρι, ένα αδύνατο κερένιο πρόσωπο ξεχώριζε, τόσο λιωμένο, που ο Κωνσταντίνος τρόμαξε ν' αναγνωρίσει το φίλο του.
- Ανοίξετε το παράθυρο, είπε με φωνή βραχνή, δεν τον βλέπω...
Ο Νικήτας έσπρωξε τα παραθυρόφυλλα και ο ήλιος χύθηκε στο δωμάτιο, το πλημμύρισε με το χρυσό του φως. Μα ο Μιχαήλ δεν κούνησε, ούτε άνοιξε τα μάτια. Στη μύτη πλάγι και στο στόμα, δυο γραμμές χαράζουνταν, σταχτερές, στην κερένια του όψη, σα να είχε αφήσει κιόλα ο Χάρος, στο διάβα του, το αποτύπωμα του παγωμένου του χεριού. Πλάγι στον Κωνσταντίνο γονάτισε η Αλεξία, και σιγαλά ακούμπησε το χέρι της στην καρδιά.
- Ζει!... είπε. Ευλογημένο τ' όνομα του Κυρίου!
Και γυρνώντας στον Κωνσταντίνο το βλέμμα της, βαρύ από δάκρυα βασταγμένα και από αγάπη:
- Θα τον σώσομε, είπε, μαζί εσύ κι εγώ...
Ο Κωνσταντίνος δε βάσταξε περισσότερο. Σηκώθηκε μεμιάς, βγήκε στο διάδρομο, ακούμπησε στον τοίχο και ξέσπασε στα κλάματα, με το άγριο εκείνο ξέσπασμα του δυνατού άντρα που δεν κλαίγει ποτέ. Ο Νικήτας τον είχε ακολουθήσει και, όρθιος κοντά του, τον κοίταζε άφωνος, ανίκανος να παρηγορήσει λύπη που την ένιωθε τόσο μεγάλη. Λίγο όμως βάσταξε η αδυναμία του Κωνσταντίνου. Με την ξανάστροφη τίναξε τα δάκρυα από τα μάτια του και γύρισε στον Νικήτα.
- Πού τον βρήκες; ρώτησε.
- Στο μεγάλο δρόμο.
- Πώς, έτσι; Σ' αυτή την κατάσταση;
- Ναι! Ήταν σαν πεθαμένος, και παλιά αίματα σκέπαζαν τα ρούχα του, τα μαλλιά του. Σ' ένα δυο μέρη ήταν χτυπημένος μα ήταν μερών οι πληγές. Πλάγι του, με το κεφάλι ανοιγμένο, ένας δούλος βογγούσε...
- Τι δούλος; διέκοψε ο Κωνσταντίνος. Μην ήταν βουβός;
- Τον ξέρεις; έκανε ξαφνισμένος ο Νικήτας. Ναι, είναι βουβός.
- Ζει ακόμα;
- Ναι, και είναι δω.
- Μπόρεσες να συνεννοηθείς μαζί του;
- Απάνω - κάτω κατάλαβα πως τον έστειλε ο Δραξάν στον Ιβάτζη στη Σέταινα, για να ελευθερώσει τον Μιχαήλ...
- Να τον ελευθερώσει;
- Έτσι λέγει το γράμμα που είχε απάνω του, υπογραμμένο από τον Δραξάν και μ' επανώγραμμα προς τον Ιβάτζη, στη Σέταινα.
Ένα λεπτό έμεινε ο Κωνσταντίνος σαστισμένος.
- Δεν καταλαβαίνω! είπε.
- Από κείνα που είδα, είπε ο Νικήτας, και απ' όσα με νοήματα μπόρεσε ο βουβός να μου πει, συμπεραίνω πως ο Δραξάν είχε στείλει το δούλο στη Σέταινα. Και πρέπει βιαστικά να τον έστειλε, γιατί εκεί κοντά που τους βρήκα, ένα σαμαρωμένο άλογο έβοσκε ήσυχα.
- Δεν είναι δυνατό να πήγε στη Σέταινα, διέκοψε ο Κωνσταντίνος. Ως αργά τη νύχτα ο δούλος ήταν μαζί μας.
- Δεν πήγε βέβαια ως εκεί, είπε ο Νικήτας, το άλογο ήταν ξεκουρασμένο και ζωηρό σα να έβγαινε από το στάβλο. Πρέπει στο δρόμο ν' αντάμωσε τον Ιβάτζη και τη συνοδεία, και να τους έδωσε το γράμμα, γιατί η σφραγίδα ήταν σπασμένη και το γράμμα το βρήκα τσαλακωμένο και χωμένο στον κόρφο του δούλου. Από τα νοήματα του κατάλαβα πως διάβασαν το γράμμα, συνεννοήθηκαν όλοι μαζί, πέταξαν τον Μιχαήλ στο δρόμο, θέλησαν να σκοτώσουν το δούλο και ύστερα έφυγαν. Υποθέτω πως τα έκαναν αυτά όλα για να μην έχουν να δώσουν λόγο στον Δραξάν σαν τους ρωτήσει γιατί ήταν ο Μιχαήλ σ' αυτό το χάλι.
- Και άφησαν το γράμμα, τάχα πως δεν το έλαβαν... και θέλησαν να ξεπαστρέψουν το δούλο για να μη μιλήσει, πρόσθεσε πικρά ο Κωνσταντίνος. Τέτοια τερτίπια τα ξέρει ο Ιβάτζης!
Μπήκε πάλι στην κάμαρα. Ο Μιχαήλ δεν είχε κουνήσει. Σκυμμένη απάνω του η Αλεξία γύρευε να χύσει ανάμεσα στα χείλη του ένα ζεστό που είχε φτιάσει από ξερά βότανα. Ο Νικήτας της έγνεψε να βγει στο διάδρομο μαζί του.
- Αλεξία, της είπε, ξέρεις πού βρίσκεται ο γερο-Παγράτης; Μας χρειάζεται αμέσως κάποιος που να ξέρει από αρρώστιες...
Η κόρη έσμιξε τα χέρια της.
- Δεν τάμαθες; ρώτησε, και βαριά δάκρυα μαζεύθηκαν στα μάτια της. Πέθανε... ψιθύρισε.
- Πέθανε; Ω! Τον άμοιρο! Πότε;
- Το περασμένο φθινόπωρο.
- Και ήσουν εσύ μαζί του; Τον έβλεπες συχνά;
- Βέβαια!
- Πες μου, πες μου... είπε νευρικά ο Νικήτας, ξέρεις αν τον πρόφθασε ο Γρηγόρης; Ξέρεις πού βρίσκεται τώρα ο Γρηγόρης;
Η κόρη θέλησε ν' αποκριθεί, μα καμιά λέξη δε βγήκε από το σφιγμένο της λαιμό. Κούνησε μια - δυο φορές τα χείλια και, σκεπάζοντας το πρόσωπό της, ξέσπασε στα κλάματα.
- Αλεξία, παιδί μου, είπε συμπονετικά ο Νικήτας, μην κλαις έτσι... μίλησέ μου, πες μου... Είδες τον Γρηγόρη;
Η κόρη σήκωσε το πρόσωπό της.
- Ο Γρηγόρης... - είπε πνίγοντας τους λυγμούς της - ο Γρηγόρης...
Έριξε μια ματιά στην ανοιχτή πόρτα, και πιο χαμηλά επανέλαβε:
- Ο Γρηγόρης... τον σκότωσαν...
Ο Νικήτας ανατινάχθηκε. Βραχνή ξέσπασε η φωνή από το λάρυγγά του. Σήκωσε τους κλειστούς του γρόθους και, σείοντας τους πάνω από το κεφάλι του:
- Ποιος! φώναξε άγρια. Ποιος! Ποιος!
- Νικήτα!... μουρμούρισε παρακλητικά η Αλεξία κι έγνεψε κατά την ανοιχτή πόρτα του Μιχαήλ.
Μεμιάς κυρίευσε ο Νικήτας το θυμό του, χαλίνωσε το πάθος του:
- Ποιος τον σκότωσε; ρώτησε σιγά, και μόνο της φωνής του το τρεμούλιασμα μαρτυρούσε ακόμα την αναστάτωση της ψυχής του.
- Τον έσφαξαν χθες...
- Στα Βοδενά;
- Ναι!
- Ο Δραξάν;
- Δεν ξέρω... Από πάνω από τον πύργο τον έριξαν κάτω, κι έπεσε νεκρός στα πόδια μας...
Ο Νικήτας έσφιξε τα δόντια του και, με σταυρωμένα χέρια, σαν αγρίμι κλεισμένο σε κλουβί, πήγε και ήλθε δυο - τρεις φορές στο στενό διάδρομο. Όταν σταμάτησε πάλι κοντά στην Αλεξία, είχε κυριεύσει ολότελα το θυμό του.
- Αλεξία, παιδί μου, της είπε με βαθιά λύπη. Έπρεπε να σε πάρω μαζί μου αμέσως και να σε παραδώσω στον Αυτοκράτορα που χρόνια τώρα σε γυρεύει. Μα θα ήταν αμαρτία ν' αφήσεις τώρα τους δυο δυστυχισμένους που σε περιμένουν εκεί μέσα. Μείνε μαζί τους! Στα χέρια σου αφήνω τον Μιχαήλ και η Πανάχραντη να τον λυπηθεί, και να μεσιτεύσει στον Κύριο για κείνον...
- Και συ; μουρμούρισε η κόρη.
- Εγώ...
Τα μάτια του άστραψαν πάλι, τα χέρια του απλώθηκαν. Μα βαστάχθηκε:
- Εγώ φεύγω ευθύς. Πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη. Και σα δω το αυτοκρατορικό φλάμπουρο να κυματίζει πάλι στο φρούριο των Βοδενών, και τον Δραξάν καρφωμένο στο παλούκι, τότε... τότε θα ξανάρθω.
Μπήκε στην κάμαρα ν' αποχαιρετήσει τον Κωνσταντίνο.
- Περίμενε με δω, του είπε. Έχεις και συ μεγάλη ανάγκη από ησυχία και ανάπαυση. Έστειλα να φέρουν τον πάτερ Ευθύμιο, τον Ηγούμενο της μονής του Γρηγόρη... πρόσθεσε με συγκίνηση. Για χατήρι μου θα έλθει. Μα είναι μακριά. Σε τρεις - τέσσερεις μέρες, ελπίζω, θα είναι δω. Και από αρρώστιες ξέρει αυτός.
- Τέσσερεις μέρες... είπε ο Κωνσταντίνος που δεν έβγαζε τα μάτια του από το πρόσωπο του φίλου του. Ως τότε...
- Ως τότε, η Παναγία θα μας λυπηθεί, Κωνσταντίνε, μουρμούρισε η Αλεξία.
Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε και τα μάτια του βούρκωσαν.
- Παρακάλεσέ τη λοιπόν με την καρδιά σου, της είπε, γιατί χρειάζεται να γίνει θαύμα... Σου τον παραδίνω...