×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 23. ΚΓ'. Αλεξία (2)

23. ΚΓ'. Αλεξία (2)

Σήκωσε το κεφάλι του:

- Ρώτησες στη Σέταινα, Αλεξία;

- Όχι, δεν πήγα. Γύρισα από τα βουνά και ήλθα ίσια εδώ. Έφθασα τη νύχτα.

- Χθες;

- Ναι!

- Πώς σ' έβαλαν μέσα;

- Είχα γράμματα για τον Δραξάν.

- Ποιος σου τα έδωσε; Πού τα βρήκες; ρώτησε ξαφνισμένα ο Κωνσταντίνος.

- Τα πήρα, αποκρίθηκε η Αλεξία.

Ο Κωνσταντίνος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. Όλος έτρεμε.

- Τίνος ήταν τα γράμματα; ρώτησε.

- Δεν ξέρω... ήταν σφραγισμένα.

- Δεν τ' άνοιξες;

- Όχι... Σκοπός μου ήταν να μπω στο φρούριο, όχι να κλέψω γράμματα.

- Από ποιον τα πήρες;

- Από ένα Βούλγαρο. Τον άκουσα που έλεγε πως πάγει γράμματα στα Βοδενά, και τον ακολούθησα από το Βουτέλιο. Ένα βράδυ ήπιε περισσότερο και σκουντουφλώντας βγήκε από την ταβέρνα. Τον ακολούθησα βήμα - βήμα. Στο μεγάλο δρόμο έπεσε και κοιμήθηκε. Τότε του τα πήρα.

- Και τα έφερες του Δραξάν;

- Ναι!

- Πότε του τα έδωσες;

- Χθες τη νύχτα.

- Πόσα ήταν;

- Δυο.

- Αλεξία! Αλεξία! αναφώνησε ο Κωνσταντίνος. Το ένα γράμμα ήταν του Ρωμαίου! Στα χέρια σου είχες την τύχη του Μιχαήλ!... Νευρικό τρεμούλιασμα την έπιασε.

- Πώς το ξέρεις; μουρμούρισε.

- Ήλθε ο Δραξάν στο κελί μου, σήμερα, και με φοβέρισε πως τον αδελφό μου θα τον βασανίσει, και κατάμουτρα του πέταξα τ' όνομα του Μιχαήλ, με μια τελευταία ελπίδα πως τον αδελφό της γυναίκας του δε θα τολμήσει να τον αγγίξει. Μα είναι Βούλγαρος! Έλεος αυτοί δεν ξέρουν!... Αχ, Αλεξία, τι έκανες!

Ακίνητη τον κοίταζε. Με το νου της γύρευε να λογαριάσει τι θα γίνουνταν αν είχε ανοίξει το γράμμα. Μα ο νους της είχε σταματήσει, δε δούλευε πια.

- Γιατί, γιατί δεν πήγες τα γράμματα στο φρούραρχο αντί να τα δώσεις του Δραξάν; ξέσπασε ο Κωνσταντίνος. Γιατί δεν πήγες πρώτα στον Έλληνα; Το φρούριο έπρεπε να σώσεις! Το φρούριο να συλλογιστείς πρώτα απ' όλα!

Με το χέρι τον σταμάτησε.

- Μη με καταδικάζεις, Κωνσταντίνε, πριν ακούσεις! παρακάλεσε. Δεν ήξερα καν πως κινδύνευε το φρούριο...

Τα δάκρυα που έτρεμαν στη φωνή της τον συγκίνησαν, τον μαλάκωσαν. Πήρε το χέρι της και το έσφιξε σιγά στα δικά του.

- Συγχώρησέ με, Αλεξία, μουρμούρισε. Μου έσωσες τη ζωή, κι εγώ σου γυρεύω καβγά!

- Όχι, θα είχες δίκαιο αν δεν το είχα δοκιμάσει. Μα δεν μπόρεσα.

- Ζήτησες το φρούραρχο;

- Δε ζήτησα κανέναν! Έδειξα τα γράμματα χωρίς να μιλήσω. Σκέφθηκα πως, αν ήταν οι φρουροί άνθρωποι του Δραξάν, του κάκου θα ζητούσα το φρούραρχο. Αν πάλι ήταν δικοί μας πιστοί, δε θα ήξεραν πως ο Δραξάν ήταν κρυμμένος στο κάστρο, και θ' απορούσαν ή θα με έδιωχναν, όπως έκαναν στο Όστροβο. Και τότε θα μιλούσα. Μα δε μ' έδιωξαν, ούτε απόρησαν, εξακολούθησε με καημό η Αλεξία, η προδοσία ήταν καλά οργανωμένη! Όλοι οι φρουροί ήταν του Δραξάν άνθρωποι. Ο ένας μάλιστα αναγνώρισε τη Βουβή Βουλγάρα. Μ' έβαλαν μέσα από μυστική σκάλα και με ανέβασαν απάνω. Τα γράμματα δε θέλησα να τα παραδώσω σε άλλον από τον Δραξάν... ήθελα να τον δω... είχα την ελπίδα πως θα σας έβλεπα, τον Γρηγόρη ή εσένα.

Σταμάτησε μια στιγμή, νικημένη από την ταραχή της. Σιωπηλά την κοίταζε ο Κωνσταντίνος, μια μαύρη σιλουέτα που ξεχώριζε στο φως των άστρων, λιγνή, μικρή, σαν παιδιού σιλουέτα. Η καρδιά του χτυπούσε βαριά. Το παιδί αυτό είχε τολμήσει να ζητήσει τον Δραξάν, να μπει στον πύργο, στη φωλιά της προδοσίας, την ώρα που κάθε ξένος ήταν και ύποπτος, ξέροντας πως μια ματιά, μια κίνηση μπορούσε να τη μαρτυρήσει, να της κοστίσει τη ζωή της...

- Ο Δραξάν ήταν όρθιος στο κελί του, εξακολούθησε η Αλεξία. Με αναγνώρισε αμέσως. Πήρε τα γράμματα, τα κοίταξε, και μου είπε να βγω έξω. Μου έδωσαν να φάγω, και κάθησα με κάτι άλλους. Με νόμιζαν βουβή και μιλούσαν ελεύθερα μπροστά μου. Μίλησαν για τον Έλληνα κατάσκοπο που ήταν κλεισμένος στον πύργο. Κατάλαβα πως ήσουν εσύ... Μαζί τους ήταν ένας δούλος που δε μιλούσε. Με λυπημένα μάτια με κοίταζε, και το βλέμμα του έμοιαζε να μου προσάπτει την κρυφή δουλειά που έκαμνα. Τον κοίταζα κι εγώ αδιάκοπα... η καρδιά μου μάντευε σύμμαχο.

- Ήταν ο βουβός δούλος; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Ναι!... και είναι Έλληνας.

- Πώς το ξέρεις;

- Το έμαθα ύστερα, όταν συνεννοηθήκαμε.

- Ο βουβός σου μίλησε;

- Όχι, ήταν αληθινά βουβός. Οι Βούλγαροι του έκοψαν τη γλώσσα σαν τον έπιασαν, και τον κούφαναν με βασανιστήρια. Ο Δραξάν τον έσωσε από τα χέρια τους, και από τότε ο δύστυχος τον ακολουθεί σα σκύλος. Έξω όμως από τον Δραξάν, τους Βουλγάρους τους μισεί. Το είδα στα μάτια του σαν τους κοίταζε.

- Δε μίλησαν για τον Γρηγόρη;

- Όχι, ούτε λέξη. Σε λίγο με φώναξε ο Δραξάν και μου έβαλε στο χέρι ένα χρυσό νόμισμα. Το πήρα και ακολούθησα το βουβό που μου 'δειχνε το δρόμο. Στη σκάλα, εκεί που κατεβαίναμε, του πρόσφερα το χρυσάφι. Ταράχθηκε και με κοίταξε στα μάτια. Είχα πάρει την απόφαση μου... Είπα πως θα σε σώσω ή θα χαθώ μαζί σου.

Σταμάτησε απότομα, σαν τρομαγμένη με τα λόγια που ξεστόμισε. Ο Κωνσταντίνος δεν κούνησε. Με το μέτωπο ακουμπισμένο στο χέρι του σιωπηλά εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η σκοτεινή νύχτα έκρυβε τη χλωμάδα του προσώπου του, και αν έτρεμαν τα χείλη του, η κόρη δεν τα έβλεπε. Η Αλεξία εξακολούθησε πιο σιγά:

- Με νοήματα του εξήγησα πως θέλω το σκοινί, του έδειξα το μαχαίρι μου, έδειξα τον πύργο όπου ήσουν. Ήταν προετοιμασμένος, φαίνεται... Ο Γρηγόρης μέσον του σου έγραψε;

- Ναι! είπε ο Κωνσταντίνος, και η φωνή του βγήκε βραχνή, κομμένη.

- Μου το είπε ύστερα, εξακολούθησε η Αλεξία, μα από τότε, φαίνεται, δεν τον ξαναείδε, και τον νόμιζε ελεύθερο... Κι εγώ τον πίστεψα!...

Έσβησε η φωνή της κι έμεινε σιωπηλή, χωμένη στις σκέψεις της.

- Και κρύφθηκες στο φρούριο; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Ναι!... όλη τη νύχτα, και σήμερα όλο το πρωί. Ο δούλος δεν είχε δικαίωμα να βγει, και σκοινί δεν είχε. Το απόγεμα όμως του έδωσε ο Δραξάν ένα βιαστικό γράμμα για τη Σέταινα και τότε βγήκε. Μ' αντί να φύγει αμέσως, ετοίμασε τη φυγή σου. Με είχε βγάλει στον εξώστη, κάτω από το παράθυρό σου, από μια χαλασμένη πολεμίστρα και από κει, εύκολα, με τη σφενδόνα μου, σου έριξα την πέτρα. Και ο δούλος σου έφερε το σκοινί μόλις μπόρεσε, και το έριξες... Και σου έδωσα το μαχαίρι. Ακούμπησε το σαγόνι της στα ενωμένα της χέρια και πολλήν ώρα έμεινε έτσι, κοιτάζοντας πέρα τ' άστρα που λίγο - λίγο έχαναν τη λάμψη τους, ενώ πίσω από τις κορυφές των βουνών ο ουρανός σιγά - σιγά άρχιζε ν' ασπρίζει.

Ασάλευτος και συλλογισμένος την κοίταζε ο Κωνσταντίνος. Όσο λιγόστευε το σκοτάδι, το λεπτό της πρόσωπο σιγά - σιγά ξεχώριζε κάτασπρο, στο μαύρο βράχο. Και ήταν παιδιού πρόσωπο πάνω σε παιδιού κορμί... Τόσο μικρό σώμα, για τέτοια ψυχή... Πολύ σιγά τη ρώτησε:

- Τι θα κάνεις τώρα, Αλεξία;

Η κόρη δε μίλησε ούτε κούνησε. Ο Κωνσταντίνος πήρε το χέρι της.

- Αλεξία, είπε, έλα μαζί μου.

Τα λόγια του της θύμισαν τα λόγια του Γρηγόρη, απάνω στον τάφο του γερο - Παγράτη. Μελαγχολικό χαμόγελο πέρασε στ' αχνά της χείλη.

- Αδελφή σου... μουρμούρισε.

- Όχι, είπε ο Κωνσταντίνος, γυναίκα μου.

Απότομα τράβηξε το χέρι της από μέσα από τα δικά του.

- Δε σου ζητώ θυσίες, είπε υπερήφανα, μπορώ να ζήσω χωρίς προστάτη.

- Θυσίες; είπε ο Κωνσταντίνος και στη φωνή του κάτι κουδούνισε σαν πόνος. Δεν ήταν θυσία, Αλεξία... Από μικρός σ' αγαπώ.

Τα χείλη της έτρεμαν.

- Ούτε με ξέρεις... μουρμούρισε.

- Σε είδα σε ώρες τέτοιες, που το πέρασμα τους αφήνει στην ψυχή βαθύ χαράκι, είπε ο Κωνσταντίνος. Σε είδα και μικρό παιδί στα γόνατα της μητέρας μου... η εικόνα σου έμεινε από τότε ενωμένη με τη δική της... Και σε είδα απόψε...

Σηκώθηκε χωρίς να την ξανακοιτάξει, πήρε τη σκάλα και την έδεσε σε μιαν αγριοσυκιά που έβγαινε από το βράχο. Μόλις άρχισε να φέγγει. Εξέτασε το βράχο κι έριξε τη σκάλα σ' ένα μέρος όπου φούντωναν πολλά χαμόδεντρα. Ύστερα γυρνώντας στην Αλεξία της είπε σιγά:

- Πρέπει να φεύγομε. Μπορείς να έλθεις; Η κόρη σηκώθηκε αμέσως.

- Ναι! είπε.

- Θα βαστώ τη σκάλα από δω. Μπορείς να κατέβεις μόνη ως εκεί κάτω;

- Ναι! είπε η Αλεξία.

Έβγαλε την κάπα της και την έριξε στα κλαδιά που της είχε δείξει ο Κωνσταντίνος. Ύστερα κρεμάστηκε στη σκάλα και, λαφριά, άρχισε να κατεβαίνει. Από πάνω την κοίταζε ο Κωνσταντίνος και, σαν την είδε πως έφθασε και πως ήταν σ' έδαφος στερεό, ξεκρέμασε τη σκάλα και της την έριξε. Η Αλεξία έπνιξε μια φωνή κι έσμιξε τα χέρια της. Μα κείνος της έκανε νόημα να μη φοβάται. Από κλαδί σε κλαδί, από πέτρα σε πέτρα άρχισε να κατεβαίνει. Μαθημένος από μικρός να περιφρονεί τον κίνδυνο και να μη σταματά στις δυσκολίες, είχε συνηθίσει ν' ανεβοκατεβαίνει στα κατσάβραχα σαν κατσίκι. Κάπου - κάπου αναγκάζουνταν να κάνει μερικά βήματα στα γόνατα και στα χέρια και, μόλις έβρισκε κανένα πάτημα αρκετά φαρδύ, πηδούσε επιδέξια και άφοβα, και πάλι, σα δεν είχε πέτρα που να πατήσει, κρεμάζουνταν από τα κλαδιά, και τίποτα δεν τον σταματούσε στο κατέβασμά του. Σαν έφθασε κοντά της, είδε τέτοια ανησυχία στο πρόσωπό της που συγκινήθηκε. Της χαμογέλασε να την ησυχάσει.

- Μη φοβάσαι, της είπε, είμαι συνηθισμένος σ' αυτά. Διάλεξε πάλι το καταλληλότερο μέρος, έδεσε τη σκάλα στα χαμόκλαδα και την ξανάριξε.

- Έλα, Αλεξία, είπε χωρίς να γυρίσει.

- Και συ;

- Εγώ; Όπως πριν.

- Α, όχι! αναφώνησε η Αλεξία.

Σηκώθηκε και την κοίταξε. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό.

- Γιατί; ρώτησε.

Καυτά ανέβαιναν τα λόγια από την καρδιά της στα χείλια. Μα τα βάσταξε και γύρισε το κεφάλι. Μια στιγμή ακόμα την κοίταξε, περιμένοντας μια λέξη, ένα βλέμμα. Ύστερα έσκυψε πάλι, τάχα πως στερέωνε τη σκάλα.

- Έλα, Αλεξία, επανέλαβε.

Σιωπηλά πλησίασε η κόρη, κρεμάστηκε στα σκοινιά και, όπως την πρώτη φορά, κατέβηκε, και πάλι της έριξε ο Κωνσταντίνος τη σκάλα, και πάλι κατέβηκε όπως πρώτα. Και με τον ίδιο τρόπο εξακολούθησαν το κατέβασμα, ώσπου έφθασαν στις όχθες του Βόδα. Το κρύο έτσουζε. Ο Κωνσταντίνος μάζεψε από χάμω την κάπα της Αλεξίας και την τύλιξε στους ώμους της.

- Πρέπει να εξακολουθήσω το δρόμο μου, της είπε. Μπορείς να έλθεις;

- Βέβαια! αποκρίθηκε η κόρη.

- Φαίνεσαι κουρασμένη... Η Αλεξία χαμογέλασε.

- Είδα και χειρότερα στη ζωή μου, είπε. Και ξαναπήραν πάλι το δρόμο τους.

- Πού πηγαίνομε; ρώτησε η Αλεξία σε λίγο.

- Στο Όστροβο πρώτα, να δώσομε τη θλιβερή είδηση πως έπεσαν τα Βοδενά, και ύστερα στη Σέταινα, όπου λες πως πήγαινε ο βουβός το γράμμα του Δραξάν. Εκεί θα ρωτήσομε για τον Μιχαήλ... και ο Θεός μεγάλος!

Είχε ξημερώσει πια καλά. Ο ήλιος έριχνε λοξά τις πρώτες του ακτίνες στις κορυφές των βουνών, που φωτίζουνταν ολορόδινες.

- Αλεξία, είπε έξαφνα ο Κωνσταντίνος, πώς τον γνώρισες τον Μιχαήλ;

- Τον γνωρίζω από παιδί, όπως σε γνώριζα και σένα, αποκρίθηκε η Αλεξία.

- Κι εκείνος σε ξέρει;

- Δεν ξέρει τ' όνομά μου, αλλά με αντάμωσε μια - δυο φορές.

- Και σου μίλησε ποτέ;

- Ναι!

- Πού;

- Μια βραδιά στο δάσος, κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας της Ελεούσας... Ήταν τη μέρα που έμαθαν οι Βούλγαροι στρατηγοί πως πέθανε ο Σαμουήλ, κι έφυγαν με το στρατό για τον Πρίλαπο. Δε σου το είπε;

- Όχι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

- Με νόμιζε Βουλγάρα και βουβή.

- Δε μου το είπε αυτό, μα μου είπε κάτι άλλο. Μια μέρα που γύρευε τον Ιβάτζη...

- Βρήκε στην άμμο ένα μήνυμα ελληνικά γραμμένο, διέκοψε η Αλεξία.

- Εσύ ήσουν;

- Ναι!

Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε. Μια στιγμή δίστασε. Ύστερα είπε με απόφαση:

- Πες μου ακόμα κάτι. Μια μέρα ήλθες στο μοναστήρι και ρώτησες για κάποιο στρατιώτη... και σου είπαν πως ήταν άρρωστος...

Η Αλεξία δεν αποκρίθηκε. Κοίταζε μπροστά της, μακριά, το Βόδα που έτρεχε ολόχρυσος από τις ηλιακές ακτίνες.

- Και σου είπαν πως ίσως πεθάνει, εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Κι εσύ έκλαψες... Ήξερες ποιος ήταν...

Σταμάτησε απότομα. Η Αλεξία είχε στρέψει και, μια στιγμή, το βλέμμα της αντάμωσε το δικό του. Μόνο μια στιγμή... και πάλι γύρισε και κοίταξε το φωτισμένο ποτάμι. Η καρδιά του χτύπησε ορμητικά. Στα μαύρα της μάτια είχε δει κάτι που του αναστάτωσε την ψυχή.

- Χρυσή μου... μουρμούρισε.

Δεν του αποκρίθηκε, ούτε γύρισε. Πήρε σιγά το χέρι της, και η κόρη δεν το τράβηξε. Λόγια άλλα δεν αντάλλαξαν, ήταν περιττά. Σιωπηλά, χέρι με χέρι, τραβούσαν ίσια μπροστά τους. Του Κωνσταντίνου του φάνηκε η ώρα αυτή σα γλυκιά υπόσχεση για το μέλλον. Πρώτη φορά, αφότου πέθανε η μητέρα του αισθάνθηκε πως δεν ήταν πια μόνος στη ζωή.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE