23. ΚΓ'. Αλεξία (1)
Στο κελί του μέσα, δούλευε ωστόσο ο Κωνσταντίνος ώρες και ώρες χωρίς διακοπή, για ν' ανοίξει πέρασμα και να φύγει. Τέσσερα ήταν τα κάγκελα του παράθυρού του. Τα δυο τα είχε βγάλει ολότελα και το τρίτο ήταν σχεδόν ελεύθερο, όταν έξαφνα ακούστηκε σαν κούκου φωνή. Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και ακροάστηκε. Ήταν πουλί αλήθεια; Και ήταν τόσο κοντά στο φρούριο, που ακούουνταν έτσι δυνατά; Δεύτερη φωνή αντιλάλησε πιο κοντά ακόμα. Από μέσα από το φρούριο άλλος κούκος αποκρίθηκε, και την ίδια ώρα, από πάνω από τον πύργο ο σκοπός φώναξε: «Τις ει;». Κανένας δεν αποκρίθηκε.
Έξαφνα πάταγος σα βροντή σκέπασε όλους τους άλλους ήχους. Του φάνηκε του Κωνσταντίνου πως σταματούσε η καρδιά του. Το γυμνασμένο του αυτί δε γελάστηκε. Ήταν οι βαριές σιδερένιες αλυσίδες που μεμιάς ξετυλίγουνταν και, την ίδια ώρα, όλες οι γέφυρες του φρουρίου βρόντησαν χάμω, από πάνω από το χαντάκι που περιτριγύριζε το κάστρο, ανοίγοντας όλες τις πύλες διαμιάς. Ένα μούγκρισμα του ξέφυγε: «Ανάθεμα!». Από παντού φωνές ακούστηκαν, προστάγματα, στριγλιές, βογγητά και κατάρες.
Ο Κωνσταντίνος όρμησε στην πόρτα. Ήταν αμπαρωμένη. Έτρεξε στο παράθυρο, έμπηξε με φούρκα το μαχαίρι του στις μισοχωρισμένες πέτρες που βαστούσαν ακόμα το κάγκελο, και πέταξε ένα κομμάτι τοίχο. Το σίδερο, ελεύθερο πια, έγειρε κι έπεσε έξω, βρόντησε σ' ένα πεζούλι και γκρεμίστηκε στο βάραθρο. Απέξω από την πόρτα του φωνές βουλγάρικες ακούστηκαν: «Σφάξτε τους όλους!... Κλείστε τις πόρτες... μην ξεφύγει κανένας...». Και στο διάδρομο η πάλη ξανάρχισε.
Ο Κωνσταντίνος έπιασε το σκοινί που κρέμουνταν, δεμένο στο τέταρτο κάγκελο, βγήκε από το παράθυρο και κρεμάστηκε από τα χέρια. Για κείνον, που από μικρός είχε συνηθίσει σε όλα τα σωματικά γυμνάσματα, το κατέβασμα αυτό ήταν παιχνιδάκι. Μα πού κρέμουνταν δεν το ήξερε. Το φεγγάρι είχε βασιλέψει, το σκοτάδι ήταν πυκνό. Με τα χέρια, και σφίγγοντας το σκοινί ανάμεσα στα γόνατα, άρχισε να κατεβαίνει. Κάθε λίγο έσκυβε να δει κάτω, μα τίποτα δε φαίνουνταν. Κατέβαινε σε κατάμαυρο χάος. Έξαφνα, πάνω από το κεφάλι του, φωνές ξέσπασαν και αναμμένοι δαυλοί φώτισαν τον πύργο και τους οδοντωτούς τοίχους.
Ο Κωνσταντίνος κατάλαβε. Οι τελευταίες του ελπίδες έσβησαν. Η φρουρά, καταπονεμένη, είχε υποχωρήσει στα τελευταία χαρακώματα και τα τελευταία της παλικάρια πολεμούσαν ακόμα. Μα το φρούριο ήταν χαμένο. Την ίδια ώρα η φυλακή του φωτίστηκε. Δυο - τρία κεφάλια έσκυψαν ξεφωνίζοντας στο χαλασμένο παράθυρο, και ο Κωνσταντίνος είδε ένα τσεκούρι που γυάλισε. Κατάλαβε πως θα κόψουν το σκοινί, και ξεσφίγγοντας τα χέρια του γλίστρησε όσο μπορούσε γρηγορότερα. Η πρώτη τσεκουριά τίναξε το σκοινί στα χέρια του. Η δεύτερη το έκοψε, και ο Κωνσταντίνος έπεσε σ' έδαφος σκληρό. Μια γυναικεία στριγλιά ξέσπασε, μα σκεπάστηκε από τις φωνές των Βουλγάρων που έσκυβαν στο παράθυρο και ξεφώνιζαν όλοι μαζί:
- Έπεσε... σηκώθηκε... Όχι, γκρεμίστηκε στο βράχο.
Μονομιάς βρέθηκε πάλι ο Κωνσταντίνος στα πόδια του και κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκουνταν σ' έναν εξώστη του φρουρίου, στα πόδια του μεγάλου πύργου. Μάζεψε το κομμένο σκοινί, κι έτρεξε να το δέσει στο περιτείχισμα, να κατέβει παρακάτω. Μα κάποιος τον άρπαξε και τον έσυρε πίσω με ορμή. Μια φωνή του ξέφυγε:
- Αλεξία!
Με το χέρι της του σκέπασε το στόμα και τον έσπρωξε πίσω από μιαν αγκωνάρια. Την ίδια στιγμή Βούλγαροι ξεπρόβαλαν από μέσα από τον πύργο, πέρασαν τρεχάτοι μπροστά τους χωρίς να τους δουν, και χάθηκαν στο τειχογύρισμα.
- Τώρα! Γρήγορα! ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος αδράχνοντας το χέρι της.
- Όχι εδώ! Είναι γκρεμνός! μουρμούρισε η κόρη. Στο μπροστινό μέρος είναι η σκάλα...
- Ποια σκάλα;
- Μια σκοινένια... μας περιμένει φίλος... Στο δώμα του πύργου καινούριες φωνές ξέσπασαν, και ανάμεσα στην οχλοβοή μερικές λέξεις ξεχώρισαν:
- Τον τρελό με το σταυρό... χτύπα...
Την ίδια στιγμή ένας άνθρωπος πρόβαλε τρεχάτος από το σκοτάδι με τα χέρια τεντωμένα, και τους έσπρωξε πίσω. Ήταν ο βουβός δούλος. Στο πρόσωπό του η φρίκη ήταν ζωγραφισμένη. Με το χέρι έδειξε το μπροστινό μέρος του φρουρίου όπου τρεχάτοι ανέβαιναν οι Βούλγαροι. Από κει ο δρόμος ήταν κομμένος. Βιαστικά ξετύλιξε από τους ώμους του μια σκοινένια σκάλα και την έδεσε στα δόντια του τοίχου. Ανάμεσα στο σάλαγο της μάχης, έξαφνα τρομαγμένες φωνές ακούστηκαν:
- Παναγία μου! Παπάς είναι!
Η Αλεξία κοντοστάθηκε παγωμένη ως την καρδιά.
- Πιάσε τη σκάλα, γρήγορα, κατέβα! της είπε ο Κωνσταντίνος.
Μα η κόρη δεν κούνησε. Τα μάτια της ήταν στυλωμένα με φρίκη στο οδοντωτό τειχογύρισμα του πύργου.
- Γρήγορα! Το φρούριο έπεσε, Αλεξία, δεν έχεις πια καιρό! επανέλαβε ο Κωνσταντίνος.
Την έπιασε από τη μέση και την έσυρε ως το προτείχισμα. Μα η Αλεξία του ξέφυγε. Μια φωνή ξέσπασε από τα χείλη της:
- Παναγία μου!
Από πάνω από το οδοντωτό πεζούλι, μαύρος όγκος πρόβαλε, κρεμάστηκε απέξω, κουβαριάστηκε στον αέρα, και με μουγγό κρότο γκρεμίστηκε στις πέτρες και απλώθηκε στα πόδια τους... ένα μακρύ λιγνό σώμα, τυλιγμένο σε μαύρο καλογερίστικο ράσο. Η Αλεξία έπεσε στα γόνατα.
- Γρηγόρη! φώναξε.
Σήκωσε το ματωμένο κεφάλι του, και στα μισόκλειστα του μάτια γύρεψε μια σπίθα ζωής να βρει.
- Γρηγόρη... Γρηγόρη!... επανέλαβε με αγωνία.
Ο Κωνσταντίνος ρίχθηκε χάμω κοντά της, άνοιξε το ρούχο του καλόγερου και κόλλησε το αυτί του στο τρυπημένο στήθος. Η καρδιά δε χτυπούσε πια. Η ψυχή του είχε πετάξει. Το πνεύμα του μάρτυρα ήταν με τον Πλάστη του...
- Ζει;... μουρμούρισε η Αλεξία. Πες μου, ζει;
Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι και τα βλέμματα τους ανταμώθηκαν. Της φάνηκε πως όλα γύριζαν και γκρεμίζουνταν, το φως της σκοτίστηκε, κι έπεσε αναίσθητη απάνω στο νεκρό. Στους διαδρόμους και στις σκάλες του πύργου βήματα ακούστηκαν και ομιλίες. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε με ορμή. Έμενε η αποστολή του, να φύγει, να τρέξει, να πάγει του Βασιλέα την είδηση της προδοσίας. Του έμενε και να εκδικήσει το μάρτυρα. Σήκωσε το αναίσθητο κορίτσι στην αγκαλιά του κι έτρεξε στο προτείχισμα, όπου, στα σκοτεινά, κρέμουνταν δεμένη η σκάλα. Στ' απάνω τείχη ο σάλαγος της μάχης είχε σβήσει. Χαρούμενα γέλια ακούουνταν τώρα και ζητωκραυγές. Οι τελευταίοι πιστοί της αυτοκρατορικής φρουράς είχαν αποκοιμηθεί το στερνό τους ύπνο. Ο Κωνσταντίνος έσφιξε τα δόντια του.
- Δαιμόνια! Δαιμόνια!.., μούγκρισε.
Βιαστικά, με τη βοήθεια του δούλου έδεσε την Αλεξία στο στήθος του, με τρόπο που να μείνουν ελεύθερα τα δυο του χέρια και, γνέφοντας του δούλου να τον ακολουθήσει, κρεμάστηκε στη σκάλα. Μα ο βουβός έκανε νόημα αρνητικό κι έδειξε την Αλεξία, τάχα πως αυτή ξέρει. Εκείνη την ώρα, το τειχογύρισμα όλο φωτίστηκε δυνατά, και ο Δραξάν βγήκε με μερικούς στρατιώτες, κι έτρεξε στο μέρος όπου κοίτουνταν το σώμα του πεθαμένου παπά. Μεταξύ στις επάλξεις, ο Κωνσταντίνος τον είδε, ολόφωτο ανάμεσα στους στρατιώτες, που γονάτιζε κοντά στο νεκρό κι έκανε το σταυρό του. Του ήλθε πειρασμός φρικτός, να ξανανέβει και να μπήξει το μαχαίρι του στην καρδιά του Βουλγάρου. Μα η έννοια της Αλεξίας τον έβγαλε από το σκοτεινό του όνειρο. Είδε το αχνό πρόσωπο γερμένο στον ώμο του και, σιγά μα σταθερά, άρχισε να κατεβαίνει. Εύκολη δουλειά δεν ήταν. Το σώμα του κοριτσιού, αν και λαφρύ, βάραινε διπλά στη λιγοθυμιά της, και η σκάλα κρέμουνταν αστερέωτη στο χάος. Κατεβαίνοντας κοίταζε ο Κωνσταντίνος να βρει στα σκοτεινά καμιάν εξοχή του βράχου, όπου να στερεωθεί και να ξεκουραστεί.
Επιτέλους το πόδι του χτύπησε την πέτρα, βρήκε πάτημα και στάθηκε. Έλυσε την Αλεξία και την ξάπλωσε στο βράχο. Από πάνω κάποιος κούνησε τη σκάλα. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα χέρι που έκαμνε νόημα αποχαιρετισμού. Ήταν ο βουβός. Την ίδια στιγμή κόπηκε το σκοινί που την κρατούσε, και η σκάλα κουβαριάστηκε στο βράχο κοντά του. Από μέσα από την καρδιά του, ο Κωνσταντίνος ευλόγησε το δούλο. Τώρα θα 'βρισκε τρόπο να κατέβει από το βράχο. Γονάτισε κοντά στο αναίσθητο κορίτσι, πήρε τα χέρια της και τα έτριψε να τα ζεστάνει.
Τι να κάνει να τη συνεφέρει δεν ήξερε. Την τύλιξε όπως μπόρεσε στην κάπα της, ύστερα κάθησε κοντά της, ακούμπησε τους αγκωνές του στα γόνατα και το κεφάλι στα χέρια του, και βυθίστηκε στις σκέψεις του. Να προσπαθήσει να κατέβει χαμηλότερα ήταν τώρα περιττό. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο βράχος απότομος. Κινδύνευε να πέσει και να σπάσει τα κόκαλά του χωρίς ωφέλεια. Έπειτα δεν ήταν μόνος, έπρεπε να πάρει και την Αλεξία μαζί. Φρονιμότερο ήταν να περιμένει το ξημέρωμα. Στο ταραγμένο και κουρασμένο του μυαλό γύρευε να βάλει τάξη. Οι σκέψεις του όλες μπερδεύουνταν. Πώς βρέθηκε κει η Αλεξία; Και πώς ήξερε ότι βρίσκουνταν κλεισμένος εκείνος μέσα στον πύργο; Πώς κατόρθωσε να συνεννοηθεί με το βουβό δούλο χωρίς να το μάθει ο Δραξάν; Η μια σκέψη φέρνοντας την άλλη, θυμήθηκε την τελευταία του ομιλία με τον Δραξάν. Θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει για τον Μιχαήλ και το δήμιο, και ανατρίχιασε. Η καρδιά του σπάραξε για το φίλο του. Του είχε πει του Δραξάν πως, αν σκότωνε τον Μιχαήλ, θα έχυνε αδελφικό αίμα. Μα άραγε αυτό θα σταματούσε το Βούλγαρο; Και όταν θα μάθαινε ο Δραξάν πως ξέκοψε ο φυλακισμένος του, από εκδίκηση δε θα βασάνιζε αγριότερα τον Έλληνα που έμενε στα χέρια του; Και πού ήταν ο Μιχαήλ; Πώς να τον σώσει; Έσφιξε τους γρόθους του.
- Να τον πιάσω μονάχα μια φορά!... μουρμούρισε.
Του φάνηκε σα να σάλεψε η Αλεξία. Έσκυψε απάνω της και παραμέρισε λίγο την κουκούλα της κάπας της. Μα ήταν σκοτεινά, δεν την έβλεπε.
- Αλεξία... ψιθύρισε.
Η κόρη τον άκουσε και γύρισε το κεφάλι.
- Ποιος μιλεί; ρώτησε.
- Δε με αναγνωρίζεις;
- Ποιος είσαι;
- Εγώ τη φωνή σου τη θυμήθηκα, Αλεξία, μόλις την ξανάκουσα.
Η κόρη ανασηκώθηκε.
- Τη θυμήθηκες; Πότε την ξανάκουσες; ρώτησε και η φωνή της έτρεμε.
- Την άκουσα μια καλοκαιριάτικη μέρα, σε μια ρεματιά ολόφωτη, όπου ένα ρυάκι κυλούσε τα νερά του και σιγομουρμούριζε ανάμεσα στα χαλίκια... και, παρακάτω, Βούλγαροι έσφαξαν Έλληνες. Την άκουσα τη φωνή σου που είπε τ' όνομα μου... Και το χέρι σου συμπονετικά έβγαλε το σίδερο από την πληγή μου κι έπλυνε το αίμα από το μέτωπο μου... Και με αίμα έγραψες του φίλου μου να έλθει να με πάρει... Μην κάνω λάθος, Αλεξία; Μη και δεν ήσουν εσύ;
Μια στιγμή η κόρη δε μίλησε. Ύστερα σιγά είπε:
- Ναι, εγώ ήμουν.
Και πολλήν ώρα δε μίλησαν πια. Στο κάστρο, πάνω από το κεφάλι τους, οι χαρούμενες φωνές λίγο - λίγο ησύχαζαν. Οι Βούλγαροι, χορτασμένοι από αίμα και σφαγές, είχαν χαιρετίσει τη νίκη τους με ό,τι κρασί βρέθηκε στο φρούριο και, αποκαμωμένοι από της νυχτιάς τους κόπους, έγερναν να κοιμηθούν. Η νύχτα ήταν ήσυχη, φύλλο δεν κουνούσε. Από το μαύρο ουρανό τ' άστρα τους κοίταζαν με τα χρυσά τους φωτεινά μάτια, άψυχα, παγωμένα στην ολύμπια αταραξία τους, αδιαφορώντας για τους ανθρώπινους πόνους που δεν έφθαναν στα ύψη τους. Κάτω, στο ριζό του βράχου, το ποτάμι, φουσκωμένο από τις τελευταίες βροχές, μούγκριζε ανάμεσα στις πέτρες, και ο ήχος του ανέβαινε θυμωμένος, τάραζε την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας.
- Πού έμεινε; ρώτησε πάλι η Αλεξία. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το κεφάλι.
- Ποιος;
- Ο Γρηγόρης.
Σιγά, αργά της αποκρίθηκε:
- Η ψυχή του πέταξε πια. Τι σημαίνει αν το σώμα του έμεινε στα κοράκια;
Η Αλεξία ανατρίχιασε.
- Λοιπόν έμεινε κει... μουρμούρισε και ξέσπασε σε κλάματα σιγανά.
Έκλαιγε, έκλαιγε, και την άκουε ο Κωνσταντίνος, και λόγια παρηγοριάς δεν έβρισκε να της πει.
- Ο πατέρας του τη ζωή του την έδωσε για μένα, είπε η κόρη, και όμως εγώ τον Γρηγόρη δεν τον έσωσα!...
- Τι μπορούσες να κάνεις, Αλεξία! έκανε σιγά ο νέος.
- Κάτι ίσως γίνουνταν... κι έπρεπε να δοκιμάσω! Μου είπαν πως ήταν ελεύθερος... δεν έπρεπε να το πιστέψω! Έπρεπε να ξέρω πως από βουλγαρικά χέρια ελευθερία δεν έχει...
Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της, και στα σκοτεινά, για πολλήν ώρα, ο Κωνσταντίνος άκουε τους σιγανούς της λυγμούς. Την κοίταζε συλλογισμένος.
- Αλεξία, είπε στο τέλος, πώς ήλθες εδώ;
- Ήλθα για να σε σώσω, αποκρίθηκε κείνη χωρίς να ξεσκεπάσει το πρόσωπό της.
- Για να με σώσεις;
Η φωνή του έτρεμε λαφριά:
- Γιατί θέλησες να με σώσεις, εμένα; Η κόρη δεν αποκρίθηκε.
- Αλεξία, είπε πάλι ο Κωνσταντίνος. Την τελευταία φορά που σ' απάντησα, με είπες...
Άπλωσε το χέρι της και τον σταμάτησε:
- Μην πεις τη λέξη! παρακάλεσε. Δεν ήξερα τότε!
Και πιο σιγά πρόσθεσε:
- Γι' αυτό ίσα - ίσα έπρεπε να σε σώσω... επειδή εγώ ήμουν αιτία που σ' έπιασαν.
- Εσύ;
- Ναι, εγώ!
Και του διηγήθηκε την ομιλία των στρατιωτών του Ιβάτζη, που την είχε ακούσει στην ταβέρνα της Σέταινας.
- Σε άφησα να πας στο θάνατο, ενώ με μια λέξη θα σ' έσωζα... Μα σε νόμιζα προδότη. Και σα μου είπε ο Γρηγόρης τι ήσουν... Η φωνή της κόπηκε.
- Ναι; έκανε ο Κωνσταντίνος.
- Σε κυνηγήσαμε στα τέσσερα. Μα φθάσαμε αργά... Σε βρήκαμε χάμω μες στα αίματα και αναίσθητο... Ο Κωνσταντίνος έσκυψε πιο κοντά της.
- Εσύ; ρώτησε. Ήσουν με τον Γρηγόρη, εσύ; Η Αλεξία σήκωσε το κεφάλι.
- Δεν το ήξερες; αντερώτησε.
- Όχι! Με τα μάτια δεμένα πρώτα, και ύστερα κλεισμένος πίσω από τα πανιά του αμαξιού, δεν έβλεπα κανένα. Και με τον Γρηγόρη δεν μπόρεσα να μιλήσω, γιατί ήταν πάντα ο Δραξάν μπροστά... Και ήλθες ως εδώ μαζί του;
- Ναι! Μα σαν είδα πως σας πήγαιναν στο φρούριο και πως ανέβαινε μαζί και ο Δραξάν, μάντεψα πως κάτι άσχημο ετοιμάζεται, χωρίς όμως να ξέρω τι. Τότε ξέκοψα κι έτρεξα στο Όστροβο. Μα εκεί με σταμάτησε ο φρουρός. Ζήτησα έναν αξιωματικό, είπα πως ο Δραξάν βρίσκουνταν στα Βοδενά, μα με περιγέλασαν και μ' έδιωξαν. Τότε συλλογίστηκα τον Μιχαήλ και πήγα στο χωριό του.
- Τον είδες; Τον είδες; αναφώνησε ο Κωνσταντίνος.
- Όχι... έφθασα αργά... τον είχαν πάρει.
Με τα δυο του χέρια έσφιξε ο Κωνσταντίνος το μέτωπό του. Ένας στεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του.
- Είναι λοιπόν αλήθεια... είναι στα χέρια τους...
Έμεινε αρκετή ώρα ακίνητος, αφανισμένος στην αγωνία του. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του ήταν αλλαγμένη, σπασμένη.
- Ξέρεις πού τον πήγαν; ρώτησε.
- Όχι...
- Δεν τον ζήτησες;
- Δυο μέρες τον ζήτησα, μα δεν τον βρήκα... Στον ξενώνα του έμαθα πως τον πήγαν ανατολικά. Είχε αντισταθεί σα λεοντάρι, μα ήταν μόνος... Τον καταπόνεσαν και τον πήραν...
- Ανατολικά... μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος. Πού άραγε; Στα βουνά;... Οι πόλεις όλες είναι δικές μας... εκτός της Σέταινας...