×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 20. Κ'. Κατά διαταγή του Ιβάτζη (2)

20. Κ'. Κατά διαταγή του Ιβάτζη (2)

- Δέσετε αυτό τον άνθρωπο, διέταξε ο Δραξάν τους στρατιώτες, μαζέψτε τους πληγωμένους και ακολουθείτε με.

Και η συνοδεία, όλη μαζί, με τον Δραξάν μπροστά, γύρισε ανατολικά στο μεγάλο δρόμο. Με τα χέρια πισθάγκωνα πήγαινε ανάμεσά τους ο Κωνσταντίνος. Στις βρισιές των στρατιωτών αποκρίνουνταν μόνο με την άφοβη ματιά του, περιφρόνηση γεμάτη. Από την αγωνία της ψυχής του τίποτα δεν έδειχνε το πρόσωπό του. Και όμως, η ψυχή του βασανίζουνταν.

Είχε παίξει παιχνίδι επικίνδυνο και το είχε χάσει. Για τη ζωή του λίγο τον έμελε. Την είχε αποφασισμένη από τη μέρα που παραδέχθηκε να μπει στο Τάγμα των Κατασκόπων του Αυτοκράτορα και να δουλεύει ανάμεσα στους εχθρούς. Και, δέκα χρόνια τώρα, ζούσε με την ιδέα του θανάτου πάντα μπροστά του, την είχε συνηθίσει πια σαν κάτι μοιραίο. Γι' αυτό, και σαν τον ρώτησε ο Δραξάν, ψέματα δεν καταδέχθηκε να πει για να σώσει τη ζωή του. Πως θα τον σκοτώσουν το ήξερε. Μα τι σημαίνει; Φθάνει να πέσει όμορφα. Αυτό μονάχα ήθελε, για να δει και να πεισθεί και ο Μιχαήλ πως καμιά δουλειά δε λερώνει μια ψυχή που έχει μέσα της ευγένεια και υπερηφάνεια. Και θα πιστέψει τότε ο Μιχαήλ πως, όποιος ξέρει και στέκει ψηλά, ψηλότερα από τις πράξεις του, υψώνει κάθε δουλειά και την κάνει ευγενική, ανεβάζοντάς τη στο δικό του σκαλοπάτι. Για την Πατρίδα του δούλευε. Τι σημαίνει με τι λέξη ονομάζουνταν η δουλειά του; Τη φιλοτιμία του σαν ολοκαύτωμα την πρόσφερε στην Πατρίδα, παραμερίζοντας το άτομο του μπροστά στο μεγάλο έργο. Και ποιος ξέρει αν μια μέρα δεν το μάθει και η Αλεξία... αν μια μέρα δε της πουν πως πέθανε Έλληνας τίμιος, για μια ιδέα... την ιδέα της κοινής τους Πατρίδας... Μα και αν δεν το μάθαινε, τι σημαίνει; Φθάνει που το ήξερε κείνος...

Από τις ανοιχτές του πληγές έχανε πολύ αίμα, και με το νυχτερινό κρύο οι πόνοι ολοένα δυνάμωναν, γίνουνταν πιο σουβλεροί. Κάθε βήμα ήταν μαρτύριο. Μα όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στο βάσανο της ψυχής του! Το σχέδιό του γκρεμίζουνταν πριν το επιτύχει. Με όλους του τους κόπους και τις ενέργειες, δεν κατόρθωσε να τραβήξει τον Δραξάν στα βουνά, όπως είχε τραβήξει τον Ρωμανό. Ο Δραξάν του ξέφευγε πάλι, και τώρα πήγαινε στη «φωλιά». Με τη λέξη «φωλιά» εννοούσαν τη χώρα όπου μαγειρεύουνταν η προδοσία, αυτό το ήξερε. Μα τ' όνομα της χώρας δεν το είχε μάθει ακόμα. Και τώρα τον πήγαιναν και αυτόν στη «φωλιά», μα με τα χέρια δεμένα, αιχμάλωτο, κατάδικο! Απελπισμένα κοίταξε γύρω. Ένας άνθρωπος δε βρίσκουνταν, για το Θεό, να του κάνει νόημα να τους ακολουθήσει; Τόσοι Έλληνες γύριζαν τώρα ελεύθεροι στην Εγνατία οδό, αφότου ο Αυτοκράτορας την είχε ξαναπάρει! Ένας δε θα βρεθεί στο δρόμο του, να τον στείλει με το μήνυμα που θα έσωζε ίσως ένα ελληνικό φρούριο; Να είχε τον Μιχαήλ... Και άλλη ανησυχία, άλλο φίδι τον δάγκασε στην καρδιά, με την ενθύμηση του Μιχαήλ. Ποιος άραγε να τον αναγνώρισε, τον υπηρέτη του ξενώνα κοντά στο Βουτέλιο, και να τον πρόδωσε; Και πώς να του μηνύσει να φύγει πριν τον πιάσουν;

Τη ζωή τους με χαρά την έδιναν και οι δυο. Μα πήγαινε χαμένος, περιττός ο θάνατός τους, αφού δεν πρόφθασαν να σώσουν το κάστρο... Περπατούσαν οι στρατιώτες με γρήγορο βήμα, και ακολουθούσε κι εκείνος ανάμεσά τους. Μα το αίμα που είχε χάσει, και οι πόνοι, τον είχαν αδυνατίσει τόσο, που με κόπο έστεκε στα πόδια του. Αφανισμένος σέρνουνταν, μα δεν καταδέχουνταν να δείξει το μαρτύριό του. Κάθε τόσο το φως του σκοτείνιαζε, και σκόνταφτε στο δρόμο, και πάλι αντρειεύουνταν, και σφίγγοντας τα δόντια του προχωρούσε μερικά βήματα. Ώσπου απόκανε, απόστασε, τα πόδια του σκάλωσαν στο χώμα σα να είχαν ριζώσει, κι έξαφνα, μονοκόμματος, έπεσε σα δέντρο ξεριζωμένο.

Μερικά βήματα μπροστά ο Δραξάν άκουσε τον κουφό γδούπο και τις φωνές και την οχλοβοή των στρατιωτών, και γύρισε στη σέλα του να δει τι τρέχει. Στο σκοτάδι μισοδιέκρινε τους στρατιώτες του μαζεμένους, άλλους σκυμμένους, άλλους χειρονομώντας. Και γύρισε πίσω.

- Τι τρέχει; ρώτησε απότομα. Τι φωνάζετε όλοι μαζί;

- Ο Έλληνας πέθανε! του αποκρίθηκε ένας.

- Δε σαλεύει πια, είπε ο άλλος.

- Δεν πέθανε ακόμα, μα ξεψυχά, είπε τρίτος.

Και όλοι μαζί γύρευαν να εξηγήσουν πώς έπεσε ξαφνικά, εκεί που περπατούσε όμορφα και καλά. Ο Δραξάν ξεκαβαλίκεψε, ζήτησε ένα φως κι έσκυψε απάνω στον πληγωμένο. Έξαφνα ακούστηκε τρέξιμο αλόγου. Ήταν ο Γρηγόρης που έφθανε με την Αλεξία. Ξεκαβαλίκεψαν και ζύγωσαν τους στρατιώτες. Με μια ματιά, στο φως του δαυλού, ο Γρηγόρης αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο και τον Δραξάν σκυμμένο πάνω του.

- Τι τρέχει; ρώτησε τάχα αδιάφορα.

Ο Δραξάν σήκωσε το κεφάλι και τον αναγνώρισε.

- Στην ώρα έφθασες, παπά! είπε με ανακούφιση. Πες μου αν ζει ή αν πέθανε αυτός.

Και βλέποντας την Αλεξία που ασάλευτη, σα μαρμαρωμένη, κοίταζε τον πεσμένο νέο:

- Μπα, είπε, η Βουβή; Πού βρέθηκε δω τέτοια ώρα μαζί σου;

- Έφευγα για το Άγιον Όρος, είπε ο Γρηγόρης, και βρήκα το κορίτσι στο δρόμο. Το λυπήθηκα που περπατούσε στις λάσπες, και το πήρα στα κάπουλα... Μα τι του κάνατε αυτουνού του άμοιρου; ρώτησε με συγκίνηση. Όλο πληγές είναι!

- Μη χάνεις την ώρα σου σε ρωτήματα, παπά, είπε ο Δραξάν σκοτεινιασμένος, και μην πολυεξετάζεις, παρά βλέπε και κάνε ό,τι σου λέγω. Πες μου ζει;

- Ναι, ζει, μα είναι σε κακά χάλια.

- Μπορείς να τον γιάνεις;

- Ίσως, είπε με δισταγμό ο Γρηγόρης, μα θα μ' αφήσεις να κάνω όπως θέλω.

- Τι εννοείς; ρώτησε υποψιάρικα ο Δραξάν.

- Θα σταματήσεις στο πρώτο χωριό και θα μου τον αφήσεις εκεί.

- Αδύνατο, είπε ξερά ο Δραξάν, θα πάγει εκεί που πάγω κι εγώ.

- Αν πεθάνει στο δρόμο, θα έχεις εσύ την αμαρτία, είπε σοβαρά ο καλόγερος, και η φωνή του σα να έτρεμε λίγο.

- Ας έχω εγώ την αμαρτία, είπε ο Δραξάν, και ο Κύριος να με συγχωρήσει.

Και πρόσθεσε:

- Δέσε τις πληγές του. Εσείς οι καλόγεροι τα ξέρετε αυτά.

Ο Γρηγόρης είδε πως ο Δραξάν ήταν αποφασισμένος τον αιχμάλωτό του να μην τον αφήσει, και πως άδικα έχανε τα λόγια του. Το δράμα το μάντευε. Αφού γύριζε πάλι ανατολικά, θα πει πως ο Δραξάν είχε μάθει τι ήταν ο Κωνσταντίνος... Έβγαλε από τον κόρφο του ένα μποτιλάκι, και με το φάρμακο που είχε μέσα έπλυνε τις πληγές και τις έδεσε πρόχειρα με ό,τι πανί βρήκε. Στο μεταξύ, οι στρατιώτες είχαν φτιάσει ένα φορείο με κλαδιά και φύλλα και, με τη βοήθεια του καλόγερου, σήκωσαν τον αναίσθητο Κωνσταντίνο.

- Σκεπάσετέ του τα μάτια, πρόσταξε ο Δραξάν, και συ, καλόγερε, ακολούθα μας. Ο άρρωστος έχει την ανάγκη σου.

Και πήρε πάλι το δρόμο του. Με την πρόφαση να διορθώσει το σαμάρι του αλόγου του, ο Γρηγόρης έμεινε πίσω λίγα βήματα με την Αλεξία. Η κόρη δεν τόλμησε να μιλήσει, σιωπηλά έσφιξε το χέρι του.

- Μη φοβάσαι, γρήγορα θα γίνει καλά, της αποκρίθηκε σιγά, οι πληγές δεν είναι βαριές... Άλλος είναι ο φόβος μου! Είδες πως ο Δραξάν αρνήθηκε να μου τον αφήσει...

Πήρε την κόρη στα κάπουλα, και με βήμα αργό ακολούθησε το φορείο. Κατά τα χαράματα έφθασαν σ' ένα χωριό. Ο Δραξάν πρόσταξε να βρουν μια βωδάμαξα για να κουβαλήσουν τον πληγωμένο. Στο χωριό άφησε τους στρατιώτες, πήρε μαζί του δυο μονάχα, για να φυλάγουν τον Κωνσταντίνο, και, αφού τους έβαλε ν' αλλάξουν ρούχα και να φορέσουν χωριάτικα, έφυγε πάλι, πιο βιαστικός ακόμα, σέρνοντας μαζί τον Γρηγόρη και την Αλεξία. Ο Γρηγόρης ζήτησε την άδεια να βάλει τη «Βουβή» στην άμαξα, με την ελπίδα πως θα κατάφερνε να συνεννοηθεί με τον πληγωμένο, όσο και να φύλαγαν οι στρατιώτες. Μα με θυμό αρνήθηκε ο Δραξάν.

- Πάρε τη στο ζώο σου, σα θέλει να μας ακολουθήσει, είπε, ειδεμή ας πάγει πεζή.

Κι έτσι την πήρε πάλι ο Γρηγόρης στα κάπουλα του αλόγου του και ακολούθησαν τον Δραξάν. Μπροστά πορεύουνταν η βωδάμαξα, ένα μακρύ σανιδένιο κάρο για γεννήματα, όπου είχαν βάλει μια πρόχειρη κουκούλα από καραβόπανα, κλεισμένα απ' όλες τις μεριές, τάχα για να προφυλάγουν τον πληγωμένο από τη βροχή που αδιάκοπα έπεφτε, αλλά προπάντων για να μην τον αφήσουν να δει πού πήγαιναν. Στα περίχωρα του Όστροβου σταμάτησαν. Ο Δραξάν και οι σύντροφοι του πήγαν σ' ένα χωριατόσπιτο, έξω από τη χώρα. Ο Δραξάν φώναξε τότε τον Γρηγόρη, και τον πρόσταξε μπροστά του να φροντίσει και να δέσει τις πληγές του Κωνσταντίνου. Ο νέος είχε συνέλθει και ανεγνώρισε τον Γρηγόρη. Η καρδιά του πήρε αέρα, μα δεν είπε λέξη, ούτε έκανε σημείο. Τα μάτια του Δραξάν ήταν καρφωμένα πάνω του. Όλη μέρα έμειναν κλεισμένοι. Τη νύχτα πάλι ξεκίνησαν. Ο Δραξάν είχε φροντίσει για την Αλεξία ένα μουλάρι, μα πρόσταξε να μείνει πίσω με τον Γρηγόρη και να μη σιμώσει το αμάξι, από φόβο μην τύχει και συνεννοηθεί ο Κωνσταντίνος με κανένα.

Πριν χαράξει έφθασαν στα Βοδενά. Ο Δραξάν σταμάτησε, φώναξε έναν από τους δυο στρατιώτες και του μίλησε κρυφά. Ο στρατιώτης έφυγε ευθύς για την πόλη, και οι άλλοι περίμεναν κρυμμένοι ανάμεσα σε κάτι δέντρα. Σε λίγο επέστρεψε ο στρατιώτης, μα δεν ήταν μόνος. Τρεις άνδρες τον συνόδευαν. Από πίσω από την κουκούλα του αμαξιού, ο Κωνσταντίνος ούτε φαίνουνταν ούτε μπορούσε να δει. Ο Γρηγόρης όμως είχε ξεκαβαλικέψει και, καθισμένος χάμω με την Αλεξία, τους κοίταζε.

Οι τρεις άντρες φαίνουνταν πολύ συγκινημένοι. Αγκάλιασαν και φίλησαν τον Δραξάν, και κάμποση ώρα μίλησαν κρυφά. Ύστερα έβγαλαν τον Κωνσταντίνο από το αμάξι, αφού πρώτα έδεσαν τα μάτια του, τον έβαλαν σ' ένα φορείο, και, κάνοντας νόημα του Γρηγόρη ν' ακολουθήσει, γύρισαν κατά τα Βοδενά. Η πόλη των Βοδενών απλώνουνταν στην έξοδο μιας στενής κλεισούρας, και από παντού κρυσταλλένια νερά κατέβαιναν, καταρράχτες, από τα γύρω βουνά, πότιζαν τα κατάφυτα τους περιβόλια και χύνουνταν στη λίμνη Λουδία. Ψηλά, σ' ένα γιγαντένιο βράχο απάνω, έστεκε το φρούριο. Οι πύργοι και τα περιτειχίσματα του κάστρου, κλιμακωτά χτισμένα, φύλαγαν το μπροστινό μέρος, το μόνο απ' όπου μπορούσε να το προσβάλει εχθρός. Πίσω και στα πλάγια, γκρεμνός απότομος το προφύλαγε. Και στην κορυφή, απειλητικός και υπερήφανος, υψώνουνταν πάνω από τη ζώνη των περιτειχισμάτων ο μεγάλος πύργος. Με απορία παρατήρησε ο Γρηγόρης πως ο Δραξάν και η συνοδεία του δε σταματούσαν στην πόλη, παρά γύριζαν κατά το φρούριο. Είχαν κάνει κάμποσο δρόμο, όταν, γυρνώντας έξαφνα, ο Δραξάν έγνεψε σε δυο από τους συντρόφους του, κι ευθύς έπιασαν τον Γρηγόρη και του έδεσαν τα μάτια.

- Μην ανησυχείς, είπε ο Δραξάν του καλόγερου, κανένας δε θα σε πειράξει, φθάνει να μη ζητήσεις να δεις πού πηγαίνομε. Δέσετε και τα μάτια της Βουβής, και να μας ακολουθήσει κι εκείνη.

Μα η Βουβή είχε χαθεί.

- Πώς την αφήσατε να φύγει; ρώτησε με θυμό ο Δραξάν.

- Ως τώρα ήταν εδώ, αποκρίθηκε ένας, δεν μπορεί να πήγε μακριά.

Τη ζήτησαν λίγη ώρα, μα άδικα. Η Αλεξία είχε εξαφανιστεί.

- Δεν μπορούμε να περιμένομε περισσότερο, είπε ένας, σε λίγο θα ξημερώσει.

- Αγκαλά δεν πειράζει και αν έφυγε, είπε ο Δραξάν. Είναι απείραχτο και δυστυχισμένο πλάσμα.

Και ξαναπήραν το δρόμο τους. Δυο άντρες βαστούσαν τον Γρηγόρη από τα χέρια και τον πήγαιναν σιωπηλά, ανεβαίνοντας πάντα. Σε λίγο έφθασαν σε μέρος επίπεδο, κι εκεί σταμάτησαν. Ένα τρίξιμο ακούστηκε, κάτι έγειρε, μια γέφυρα ή μια βαριά πόρτα, και οι δυο του φύλακες τον έσπρωξαν μπροστά. Έκανε μερικά βήματα, πόρτες άνοιξαν και σφάλισαν σιγά, και ύστερα τον ανέβασαν μια ψηλή σκάλα γυριστή, τον πέρασαν από διαδρόμους, όπου σιωπηλά πήγαιναν, με κουφά βήματα, και τον έσπρωξαν σε μια κάμαρα.

- Τώρα μπορείς ν' ανοίξεις τα μάτια σου, του είπαν, κι έκλεισαν την πόρτα και την κλείδωσαν απέξω.

Ο Γρηγόρης έβγαλε το μαντίλι. Βρίσκουνταν σ' ένα στενό κελί, αναπαυτικά επιπλωμένο, με μικρό παράθυρο καγκελωτό. Κατάλαβε πως ήταν αιχμάλωτος του Δραξάν. Κατάλαβε πως ήταν σε φρούριο, και πως το φρούριο αυτό ήταν η «φωλιά», όπου μαγειρεύουνταν από καιρό η προδοσία. Ήταν το φρούριο των Βοδενών, το κλειδί της Εγνατίας οδού.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE