×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 10. Ι'. Στο στρατόπεδο του Βουλγαροκτόνου (2)

10. Ι'. Στο στρατόπεδο του Βουλγαροκτόνου (2)

Ο Δαφνομήλης σηκώθηκε έξαφνα, και τράβηξε τον Μιχαήλ στο στήθος του:

- Όλη μου τη ζωή, είπε με συγκίνηση, προσπάθησα να υπηρετήσω πιστά και μ' αφοσίωση το Βασιλέα μου που είναι η μια μου λατρεία. Καμιά μου όμως πράξη δεν μπορεί να συγκριθεί με το καλό που έκανα τη νύχτα εκείνη, που είπα του Νικήτα να σας κρατήσει και τους δυο ανάμεσα στους Βουλγάρους.

Μα ο Μιχαήλ δε χαμογέλασε, ούτε καμιά χαρά ζωήρεψε το σκεπτικό του πρόσωπο για τον έπαινο που έτσι πλάγια του έκαμνε ένας από τους λαμπρότερους στρατηγούς του Βασιλείου. Συλλογισμένα τον κοίταζε, και τόση λύπη έλεγε το βλέμμα εκείνο, που ο Δαφνομήλης το παρατήρησε.

- Τι τρέχει λοιπόν; είπε ζωηρά, χτυπώντας τον χαδιάρικα στον ώμο, με το λιγνό μα σιδερένιο του χέρι. Μήπως και δεν είμαστε ευχαριστημένοι μ' αυτό που κάναμε;... Σήκωσε το κεφάλι, παλικάρι! Λίγοι φθάνουν εκεί που έφθασες εσύ, με το ένα σου αυτό το κατόρθωμα. Ύστερα από κείνα που είπες του Αυτοκράτορα και όσα έχω ακόμα να του πω, την τύχη σου την έκανες. Ό,τι κι αν ζητήσεις τώρα, ο Αύγουστος θα σου το δώσει. Γιατί τίποτα δεν του αρέσει τόσο σαν την παλικαριά. Γειά σου, παιδί μου! Ο δρόμος σου είναι αξιοζήλευτος!

Και χαρούμενα βγήκε έξω ο Δαφνομήλης και πήγε ίσια στη σκηνή του Βασιλείου. Μα ούτε και αυτά τα καλά λόγια του στρατηγού δε ζωήρεψαν τον Μιχαήλ. Για ώρα πολλή έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας από την πόρτα της σκηνής τις κορυφές των δέντρων που σειούνταν και κυμάτιζαν με κάθε αεράκι που περνούσε και με το νου του πήγαινε μακριά, μακριά, πέρα από το βουνό, ως το μοναστήρι, όπου κοίτουνταν ο φίλος του...

Όχι, ο δρόμος του δεν ήταν αξιοζήλευτος, ούτε ήθελε να ζητήσει τίποτα από το Βασιλέα. Εκείνος μια λατρεία είχε, μιαν αγάπη. Το φίλο του, που ήταν περισσότερο και από αδελφός! Και το ήξερε πως την αποστολή του ο Κωνσταντίνος δεν την άφηνε, γιατί είχε κι αυτός μια λατρεία, ένα ιδανικό, και το έβαζε τόσο ψηλά, που με κανένα άλλο αίσθημα δεν το παράβαλλε.

Και ο Μιχαήλ γύρισε από το μέσα μέρος, για να μη δει ο γιατρός που τον φύλαγε, πως τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρυα. Την αυριανή, τα χαράματα, λύθηκε η πολιορκία της Στρουμπίτζης. Με τη συνηθισμένη του γρηγοράδα ο Βασίλειος, μιας και το αποφάσισε, πήρε το στρατό του ολόκληρο, κατέβηκε την κοιλάδα του Πόντου, κι έφθασε στο Μελένικο χωρίς ν' απαντήσει αντίσταση. Μόλις στρατοπέδευσαν κι έστησαν τις σκηνές, παρουσιάστηκε ένας χωρικός και ζήτησε να μιλήσει του αυτοκράτορα. Ήταν ο Νικήτας.

- Τι νέα φέρνεις; ρώτησε ο Βασίλειος, μόλις τον είδε.

- Το φρούριο δεν πέφτει εύκολα, Δέσποτα, αποκρίθηκε ο Νικήτας.

- Έχουν τροφές;

- Έχουν. Και καιρό και άντρες θα χάσεις, αν θελήσεις με τη βία να το πάρεις.

- Και ο Ιβάτζης;

- Δεν πρόφθασε ακόμα να μαζέψει αρκετές δυνάμεις για να σε σταματήσει. Η μόνη του ελπίδα είναι τώρα πως θα βαστάξει το Μελένικο, για να κερδίσει αυτός καιρό.

- Πού βρίσκεται;

- Στο βουνό.

- Στην Κερκίνη; Λοιπόν ήταν σωστό το μήνυμα που είδε ο Ιγερινός στο χώμα γραμμένο.

- Ναι, Δέσποτα!

- Υποψιάζεσαι κανένα; ρώτησε ο Βασιλέας.

- Κανένα, Δέσποτα. Εχθρός όμως δεν είναι, η πληροφορία ήταν σωστή. Αν εκείνη την ώρα ο Ιγερινός δε γύριζε πίσω, θα έπεφτε στα χέρια τους, γιατί όλα τα μονοπάτια ήταν πιασμένα ως πέρα, στο Δύσβατο.

Ο Βασίλειος του έκανε νόημα να τον αφήσει.

- Θα σε ξαναφωνάξω πάλι, είπε.

Έφυγε ο Νικήτας και πήγε ίσια στη σκηνή του Δαφνομήλη. Ο στρατηγός έλειπε. Μόνο ένας νέος, με το κεφάλι μαντιλοδεμένο, αντέγραφε από μια περγαμηνή στρωμένη στο τραπέζι μπροστά του.

- Πού είναι ο στρατηγός; ρώτησε ο Νικήτας. Ο νέος αναπήδησε.

- Νικήτα! Φώναξε.

- Μιχαήλ!

Οι δυο άντρες με συγκίνηση έσμιξαν τα χέρια τους.

- Τι έπαθες; ρώτησε ο Νικήτας, δείχνοντας το δεμένο του κεφάλι.

- Μια κουτρουβάλα, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ. Πες μου, εσύ τι ανακάλυψες;

Ο Νικήτας του επανέλαβε όσα είχε πει του Βασιλέα.

- Και το μυστικό μήνυμα μένει σκοτεινότερο παρά ποτέ, πρόσθεσε. Δεν μπορώ τίποτα να φανταστώ. Εχθρικό όμως δεν μπορεί να είναι και με μια ματιά, δείχνοντας την περγαμηνή απλωμένη στο τραπέζι: Γραφιάς έγινες; ρώτησε.

Το πρόσωπο του Μιχαήλ σοβάρεψε στη στιγμή.

- Ναι, είπε. Φαίνεται πως το μήνυμα, που έφερα του Αυτοκράτορα, μου άνοιξε μεμιάς το δρόμο για να φθάσω στα ψηλότερα αξιώματα. Αντιγράφω τις μυστικές διαταγές του Αυγούστου που θα μοιραστούν στους στρατηγούς, όσο δεν μπορώ να πιάσω πιο κουραστική δουλειά. Κι έτσι που με βλέπεις, εξακολούθησε, είμαι υπασπιστής του Αυτοκράτορα.

Ένα - δυο λεπτά έμεινε ο Νικήτας σιωπηλός. Ύστερα ρώτησε:

- Λοιπόν θα μείνεις εδώ; Ο Μιχαήλ χαμογέλασε.

- Το ξέρεις πως δε θα μείνω, είπε - πήρε τις περγαμηνές και τις τύλιξε τη μια μέσα στην άλλη. Πότε φεύγεις, Νικήτα; πρόσθεσε ήσυχα.

- Μόλις μ' αφήσει ο Αυτοκράτορας.

- Θα πας πίσω στη μονή;

- Ναι!

- Θα έλθω μαζί σου.

Ο Νικήτας πήρε το χέρι του νέου, κι ένα λεπτό το κράτησε στο δικό του.

- Μιχαήλ, είπε σοβαρά, μείνε δω. Σου παρουσιάζεται τώρα μια περίσταση μοναδική ν' αφήσεις τη ζωή που μισείς. Ίσως είναι καλύτερα να μην τη χάσεις.

Τα χείλια του Μιχαήλ έτρεμαν καθώς ρώτησε:

- Θα μου φέρεις λοιπόν τον Κωνσταντίνο; Ο Νικήτας παράτησε απότομα το χέρι του.

- Ο Κωνσταντίνος είναι πια άντρας, είπε, θα διαλέξει μόνος του τη ζωή που θέλει να κάνει. Ο Μιχαήλ γέλασε.

- Το βλέπεις πως πρέπει να φύγω, είπε.

Ακουμπισμένος στο τραπέζι με τα χέρια σταυρωμένα, ο Νικήτας κοίταζε το πήγαινε κι έλα των στρατιωτών, που έστηναν τις καλύβες και άναβαν φωτιές για να ψήσουν το δείπνο τους. Και ο Μιχαήλ, με αργές κινήσεις, έπαιρνε ένα - ένα στα χέρια του και κοίταζε, αφηρημένος, τα όπλα του Δαφνομήλη, ριγμένα όπως όπως σ' ένα κάθισμα.

- Αν πεθάνει ο Κωνσταντίνος, τι θα κάνεις εσύ; ρώτησε έξαφνα ο Νικήτας.

Ο Μιχαήλ ανατρίχιασε.

- Δεν το συλλογίστηκα ποτέ, είπε. Μα δεν μπορώ να φανταστώ ζωή χωρίς εκείνον.

- Ο Κωνσταντίνος είναι πιο ανεξάρτητος από σένα, είπε ο Νικήτας. Και όμως σ' αγαπά όπως τον αγαπάς, και σου το απέδειξε τη μέρα που έσχισε τα μούτρα του Βουλγάρου που σε μαστίγωνε. Μα βλέπει και πιο ψηλά.

- Ναι! είπε με καμάρι ο Μιχαήλ. Βλέπει πιο ψηλά απ' όλους μας, και είναι δυνατότερος απ' όλους μας, και από σένα, Νικήτα, που θρησκεία σου έκανες τη θέληση του υπερήφανου και αλύγιστου Δαφνομήλη, και από τον Δαφνομήλη ακόμα, που τυφλά λατρεύει τη σιδερένια ψυχή του Βασιλέα του, που τον εδάμασε κι αυτόν! Ο Κωνσταντίνος όμως λατρεία του έκανε μονάχα μιαν ιδέα, την Πατρίδα. Λύνεται από κάθε προσωπικότητα, είναι ανεξάρτητος, δεν έχει ανάγκη από κανένα... Ενώ εγώ τον έχω ανάγκη στη ζωή μου...

- Ποιον έχεις ανάγκη στη ζωή σου, παλικάρι; ρώτησε ο Δαφνομήλης μπαίνοντας στη σκηνή. Γεια σου, Νικήτα! Από τη σκηνή του αυτοκράτορα έρχομαι, ώστε δε σε ρωτώ τι νέα φέρνεις. Και ο Σέργιος, ο χρυσόστομος κουβικουλάριος, διατάχθηκε ν' ανέβει στο φρούριο και ν' ακονίσει τη γλώσσα του, ώσπου να πείσει τους λεβέντες της φρουράς πως πιότερο συμφέρει να παραδώσουν τα όπλα και το κάστρο, παρά να ψοφήσουν της πείνας, όπως το έχομε αποφασίσει.

- Θα συνθηκολογήσει ο Αύγουστος; ρώτησε ο Νικήτας.

- Έτσι θέλει. Του είπες, φαίνεται, πως το φρούριο δεν πέφτει, και ο Αύγουστος έχει λόγους, λέγει, να το πάρει μια ώρα αρχύτερα.

- Βέβαια έχει λόγους, είπε ο Νικήτας. Κάθε μέρα που χάνομε είναι κέρδος για τον Ιβάτζη και τους δικούς του. Ενώ αν πέσει το Μελένικο, δεν μπορούν πια να βασταχθούν στα βουνά.

- Ωστόσο εσύ θα ξαναφύγεις αμέσως, Νικήτα, είπε ο στρατηγός. Σε περιμένει ο Αύγουστος για να σου δώσει οδηγίες.

Ο Νικήτας βγήκε τρεχάτος από τη σκηνή. Σαν ξαναγύρισε, βρήκε τον Δαφνομήλη και τον Μιχαήλ που τον περίμεναν.

- Φεύγω, είπε και ήλθα να σε αποχαιρετήσω, Ευστάθιε Δαφνομήλη.

- Πού πηγαίνεις λοιπόν; ρώτησε ο στρατηγός.

- Στον Πρίλαπο, να βρω τον Τσάρο.

- Θα έλθω μαζί σου! φώναξε ο Μιχαήλ.

- Εσύ; Πώς; είπε ο Δαφνομήλης. Σ' έκανε ο Αύγουστος υπασπιστή του και γυρεύεις να φύγεις, για να ξαναγυρίσεις στην αβέβαιη ζωή του κατασκόπου;

- Ευστάθιε Δαφνομήλη, είπε ο Μιχαήλ με πολλή ταραχή. Μου είπες μια μέρα πως τώρα ό,τι κι αν ζητήσω του Αυτοκράτορα θα μου το κάνει. Μια χάρη λοιπόν τώρα ζητώ! Στη μονή της Ελεούσας είναι ο μόνος μου φίλος, που για μένα είναι ό,τι έχω στον κόσμο, και τον άφησα βαριά πληγωμένο. Μεσίτευσε στον Αύγουστο, στρατηγέ, να με αφήσει να φύγω με τον Νικήτα!

- Θα περάσεις από τη μονή αυτή; ρώτησε ο Δαφνομήλης τον Νικήτα.

- Όχι αμέσως, αποκρίθηκε ο κατάσκοπος, αλλά θα περάσω από κει αφού μάθω πρώτα τα κινήματα του Ιβάτζη στην Κερκίνη και του Νικουλιτσά στο Δύσβατο.

- Στο μοναστήρι είναι ο Δραξάν, είπε ο Δαφνομήλης και αυτός σε ξέρει!

Ο Νικήτας χαμογέλασε.

- Μέρος από τις οδηγίες που μου έδωσε ο Αύγουστος είναι για τον Δραξάν, αποκρίθηκε. Δική μου δουλειά είναι να μη με αναγνωρίσει.

- Και ο Ιγερινός μπορεί να σου χρησιμεύσει στην κατασκοπεία σου;

- Μπορεί να με βοηθήσει σημαντικά, αποκρίθηκε ο Νικήτας. Είναι γρήγορος και γενναίος. Σε μιαν ανάγκη είναι πολύτιμος.

- Πήγαινε λοιπόν, είπε ο στρατηγός γυρνώντας στο νέο. Ώσπου να ετοιμαστείς, θα σου έχω στείλει τη γραπτή διαταγή και το διαβατήριο με την υπογραφή του Αυγούστου.

Ο Μιχαήλ άρπαξε το χέρι του και το φίλησε.

- Αν χρειαστείς ποτέ τυφλή αφοσίωση, θυμήσου με, Ευστάθιε Δαφνομήλη! είπε ενθουσιαστικά.

- Θα σε θυμηθώ, παλικάρι, αποκρίθηκε ο στρατηγός με το υπερήφανο χαμόγελό του. Στις μέρες που ζούμε, συχνά χρειαζόμαστε τέτοια αφοσίωση. Κι ένας πιστός κατάσκοπος αξίζει, αυτή την ώρα, και από στρατηγό περισσότερο. Στο καλό λοιπόν, παιδί μου. Καλή αντάμωση πάλι, Νικήτα.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE