10. Ι'. Στο στρατόπεδο του Βουλγαροκτόνου (1)
Από τα ξημερώματα το στρατόπεδο των Ελλήνων βρίσκουνταν σε ανησυχία. Ο Δαφνομήλης έφευγε για να κατέβει στον Αξιό, περνώντας από το βουνό όπου ο Βοτανειάτης είχε καταστραφεί με το σώμα του. Τρεις μέρες πριν, είχε φθάσει η είδηση. Και σαν το έμαθε ο Αυτοκράτορας, κλείστηκε στη σκηνή του και από τη λύπη του δεν ήθελε να δει κανένα.
Αλλά οι μαύρες ώρες του Βασιλείου δε διαρκούσαν ποτέ πολύ. Ούτε θλίψη ούτε αποθάρρυνση δεν μπορούσε να καταβάλει το δυνατό του πνεύμα, και σαν του έρχουνταν μια αναποδιά, κοίταζε ευθύς να βρει τρόπο να τη διορθώσει. Ύστερα λοιπόν από την πρώτη ώρα της λύπης του για το χαμό του λαμπρού και πιστού του Βοτανειάτη, ο Αυτοκράτορας φώναξε τους στρατηγούς στη σκηνή του, να συνεννοηθούν με τι τρόπο να τον εκδικήσουν. Η Στρουμπίτζη ήταν στενά πολιορκημένη, σε λίγες μέρες θα έπεφτε βέβαια. Αλλά ο Βασίλειος εννοούσε να μάθει ποιος από τους Βουλγάρους στρατηγούς είχε στήσει την παγίδα, για να τον κυνηγήσει και να τον τιμωρήσει. Αποφάσισε λοιπόν ν' αφήσει ένα μέρος του στρατού του στην πολιορκία της Στρουμπίτζης, να κατέβει ο ίδιος με μεγάλες δυνάμεις στον Αξιό, να συναντήσει και να χτυπήσει τους Βουλγάρους, και αφού πέσει η Στρουμπίτζη να γυρίσει με όλο του το στρατό στη Θεσσαλονίκη. Ο Δαφνομήλης όμως, καθώς άκουσε το σχέδιο αυτό, έπεσε στα πόδια του Αυτοκράτορα και τον παρακάλεσε να μην εκτελέσει τέτοιο επικίνδυνο σχέδιο, χωρίς να μάθει πρώτα ποιος ήταν ο εχθρός, και προπάντων πριν εξετάσει τα μέρη και δει αν δε βρίσκουνταν κανένας άλλος δρόμος, παρά η στενή εκείνη ρεματιά που είχε φάγει τον Βοτανειάτη. Πολλήν ώρα συζήτησαν. Στο τέλος, με μεγάλη δυσκολία παραδέχθηκε ο Αυτοκράτορας, όχι να εγκαταλείψει το σχέδιό του, παρά ν' αφήσει τον Δαφνομήλη να πάγει εμπρός να κατοπτεύσει, και ύστερα πια ν' ακολουθήσει εκείνος με όλο το στρατό.
Πρωί - πρωί, λοιπόν, ετοιμάστηκε ο Δαφνομήλης να φύγει με το σώμα του. Ήξερε πως η αποστολή του ήταν επικίνδυνη. Είχε ακούσει να μουρμουρίζεται το όνομα του Ιβάτζη, του Νικουλιτσά και του Βλαδισλάβ. Ήξερε πως όποιος από τους τρεις κι αν είχε στήσει το καρτέρι του Βοτανειάτη, δε θα τραβιούνταν ύστερα από τέτοια επιτυχία. Μα η καρδιά του φούσκωνε από χαρά, που είχε καταφέρει τον αφέντη του να τον αφήσει να πάγει μπροστά, κι έτσι τουλάχιστον, αν σκοτώνουνταν αυτός, θα έδινε καιρό του Βασιλέα του να σωθεί. Τέτοιοι ήταν οι περισσότεροι στρατηγοί του Βουλγαροκτόνου. Ο μεγάλος αυτός Αυτοκράτορας ήξερε να εμπνέει στους άντρες του αγάπη και αφοσίωση που πήγαιναν ως το θάνατο.
Πριν όμως τον αφήσει να φύγει, ο Αυτοκράτορας θέλησε να κάνει ένα μνημόσυνο του Βοτανειάτη κι εκείνων που είχαν σκοτωθεί μαζί του στη ρεματιά. Όλοι λοιπόν οι στρατηγοί μαζεύτηκαν στη βασιλική σκηνή όπου είχαν στήσει την Αγία Τράπεζα και ο πνευματικός του Βασιλέα, με φωνή συγκινημένη, μνημόνευσε τα ονόματα εκείνων που είχαν πέσει «για τον Βασιλέα και για την Πατρίδα». Γονατισμένος εμπρός στην Αγία Τράπεζα, όπου είχαν στήσει μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, ο Βασίλειος με σκυφτό κεφάλι ακολουθούσε τις ευχές, και ο υπερήφανος αυτός Δεσπότης, μαθημένος τόσα χρόνια στις αγριότητες του σκληρού πολέμου, που βαστούσε κοντά σαράντα χρόνια, δάκρυσε μια - δυο φορές ακούοντας τ' όνομα του πιστού του Βοτανειάτη.
«...Αυτός, Κύριε, ανάπαυσον τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου, Θεοφύλακτου και των συν αύτω...», έλεγε ο ιερέας, «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός...».
Με συγκίνηση κι ευλάβεια όλοι γύρω έσκυψαν το κεφάλι, και ο πνευματικός, σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό, είπε και τις τελευταίες λέξεις:
«...Ότι Συ ει ή ανάστασις, η ζωή και η ανάπαυσις των κεκοιμημένων δούλων σου, Χριστέ ο Θεός ημών...».
Σαν τελείωσε, ο Βασίλειος σηκώθηκε, έκανε το σταυρό του και προσκύνησε την Αγία Εικόνα που του πρόσφερε ο πνευματικός του. Ύστερα βγήκε έξω με τους στρατηγούς του να δει τον Δαφνομήλη, που αρματωμένος και ολόλαμπρος στο θώρακά του, ετοιμάζουνταν να καβαλικέψει. Ο Δαφνομήλης, κατασυγκινημένος, γονάτισε μπρος στο Βασιλέα του, και ο Βασιλέας, επίσης ταραγμένος του έδινε τις τελευταίες οδηγίες, όταν έξαφνα τρεχάτος έφθασεν ένας στρατιώτης και ανήγγειλε πως απέξω από το στρατόπεδο, λίγα βήματα από τα χαρακώματα, βρήκαν ένα στρατιώτη Βούλγαρο λιγοθυμισμένο και καταματωμένο.
- Να τον φέρουν ευθύς εδώ, διέταξε ο Αυτοκράτορας. Και φωνάξετε το γιατρό μου. Στάσου, Δαφνομήλη! Πριν φύγεις, πρέπει αυτός να μιλήσει.
Δυο στρατιώτες έφεραν τον αναίσθητο Βούλγαρο και τον ξάπλωσαν στα πόδια του Βασιλέα. Ήταν νέος πολύ, σχεδόν παιδί, και το ματωμένο του πρόσωπο ήταν τόσο χλωμό, που μια στιγμή φοβήθηκαν μην είχε ξεψυχήσει.
- Όχι, είπε ο γιατρός σκυμμένος απάνω του, ζει ακόμα, μα είναι σε κακά χάλια.
- Τι έχει; ρώτησε ο Δαφνομήλης.
- Δεν ξέρω, αποκρίθηκε ο γιατρός. Οι πληγές του κεφαλιού δεν είναι πολύ βαθιές. Άλλες δε βλέπω, και όμως φαίνεται εξαντλημένος.
Ο Βασίλειος, που με ανυπομονησία κοίταζε τα καμώματα του γιατρού, γύρισε στον υπασπιστή του.
- Φέρε το κρασί μου, διέταξε.
Και σαν του έφερε ο αξιωματικός το χρυσό του ποτήρι με το τοπάζι κρασί:
- Δώσ' του αυτό, γιατρέ, είπε. Ξυπνά πεθαμένο.
Κι αλήθεια, μόλις ήπιε λίγες στάλες, ο νέος έβγαλε βαθύ αναστεναγμό, και κούνησε τα χείλια σα να ήθελε κάτι να πει.
- Εξέτασέ τον, Δαφνομήλη, είπε ο Βασίλειος, εσύ ξέρεις βουλγάρικα.
Ο πληγωμένος άνοιξε τα μάτια, κοίταξε γύρω και, βλέποντας τόσα πρόσωπα σκυμμένα απάνω του, έκανε πάλι να μιλήσει, μα τίποτε δεν ακούστηκε.
- Τι λες; ρώτησε βουλγάρικα ο Δαφνομήλης, και σκύβοντας πιο κοντά: Είναι στο βουνό ο Ιβάτζης;
Ο νέος έκαμε νόημα «ναι».
- Είναι δω κοντά; ρώτησε πάλι ο Δαφνομήλης.
- Όχι, μουρμούρισε ελληνικά ο νέος και με κόπο πρόσθεσε: Ο Αύγουστος... πού είναι;
Ταραγμένος, συγκινημένος, ο Δαφνομήλης γονάτισε πλάγι του και τον σήκωσε στην αγκαλιά του.
- Είσαι Έλληνας; ρώτησε με αλλαγμένη φωνή.
- Ναι...
- Πες το σύνθημα!... Πες το σύνθημα!...
- Νικά... ο Αετός... μουρμούρισε ο νέος και λιγοθύμησε πάλι.
- Έλληνας! αναφώνησε ο Αυτοκράτορας. Φέρτε τον στη σκηνή μου. Και ό,τι είναι δυνατό, εξακολούθησε γυρνώντας στο γιατρό του, να γίνει για να σωθεί.
Ο Δαφνομήλης σήκωσε ο ίδιος τον πληγωμένο στη σιδερένια του αγκαλιά, και σαν παιδάκι τον κουβάλησε στη βασιλική σκηνή και τον πλάγιασε σ' ένα στρώμα. Και ό,τι μπορούσε έκανε ο γιατρός του Αυτοκράτορα να τον συνεφέρει.
- Είναι αφανισμένος από πείνα, είπε. Πρώτα απ' όλα τροφή του χρειάζεται.
Φώναξε να του φέρουν αίμα νεόσφαχτου πρόβατου, το ανακάτωσε με κάτι γιατρικά του, και λίγο - λίγο το έχυσε ανάμεσα στα χωρισμένα χείλια του νέου. Μόλις συνήλθε, ο πληγωμένος επανέλαβε το ίδιο ρώτημα:
- Πού είναι ο Αύγουστος;
- Εδώ είμαι, είπε ο Αυτοκράτορας.
Η δυνατή βαθιά φωνή του Βασιλέα σα να έχυσε, με τα δυο αυτά λόγια, καινούρια ζωή στις φλέβες του νέου. Έκανε να σηκωθεί, μα ο Αυτοκράτορας τον εμπόδισε.
- Κάθισε ήσυχος, είπε με καλοσύνη και πρόσθεσε: Μπορείς να μιλήσεις τώρα;
- Διάταξε, Δέσποτα.
- Ποιος είσαι; Σε ξαναείδα ποτέ;
- Όχι, Δέσποτα, αν και παραβρέθηκα στη μάχη του Κλειδιού, πλάγι στον Ρωμανό.
- Τι! Είσαι Βούλγαρος; φώναξε ο Δαφνομήλης. Ο νέος χαμογέλασε.
- Όχι, Ευστάθιε Δαφνομήλη, αποκρίθηκε. Είμαι ένα από τα δυο Ελληνόπουλα, που κατά διαταγή σου, ύστερα από τη μάχη του Αξιού, τα κράτησε ο Νικήτας ανάμεσα στους Βουλγάρους για να γίνουν κατάσκοποι...
- Είσαι γιος του λαμπρού μου Κρηνίτη, που τον σκότωσαν οι θεοκατάρατοι στην Αδριανούπολη; αναφώνησε ο Αυτοκράτορας σκύβοντας απάνω του.
- Όχι, Δέσποτα! Ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης βρίσκεται βαριά πληγωμένος στη μονή της Ελεούσας, κοντά στον Αξιό. Εγώ είμαι ο φίλος του, ο Μιχαήλ Ιγερινός.
- Και σε στέλνει ο Νικήτας;
- Ναι, Δέσποτα!
- Από πού έρχεσαι;
- Από τη μονή όπου άφησα το φίλο μου.
- Και ο Νικήτας πού είναι;
- Πήγε στο Πετρίσκον να μάθει αν είναι αλήθεια πως ο Ιβάτζης ζητά να ενωθεί με τη φρουρά του Μελένικου και να σου κλείσει το στενό του Κλειδιού.
- Λοιπόν μένει ανοιχτός ο δρόμος ως τον Αξιό, από πάνω από το Δύσβατο; αναφώνησε ο Βασίλειος.
- Όχι, Δέσποτα! Τα στενά τα βαστούν εκεί ο Βλαδισλάβ με τον Νικουλιτσά και τον Δραξάν.
- Α, έφθασε ως εδώ λοιπόν ο Δραξάν! είπε με θυμό ο Βασίλειος.
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε, και με σουφρωμένα φρύδια κοίταξε τον Μιχαήλ, περνώντας και ξαναπερνώντας αργά τα δάχτυλα του μέσα στα γένια του.
- Πώς μου είπες τ' όνομά σου; ρώτησε έξαφνα.
- Μιχαήλ Ιγερινός.
- Έχεις καμιά συγγένεια με τη γυναίκα του Δραξάν;
- Είναι αδελφή μου, είπε ο Μιχαήλ.
Η λύπη της φωνής του συγκίνησε τον Βασίλειο.
- Τον εσυγχώρησα δυο φορές, είπε με πίκρα. Πρώτα για τη γενναιότητά του και ύστερα για χατήρι του πεθερού του. Μα αν ξαναπέσει στα χέρια μου, μα την Αγία Μετάληψη, θα τον σουβλίσω!
Σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα απάνω - κάτω. Ύστερα γυρνώντας στον Μιχαήλ, που αποκαμωμένος είχε ξαναπέσει στο μαξιλάρι του:
- Κοιμήσου ήσυχα, του είπε σιγά, και κοίταξε να γιάνεις. Αργότερα έχω κι άλλα να σε ρωτήσω. Και θα σε χρειαστώ για άλλη υπηρεσία.
Και με τους στρατηγούς του πέρασε σε άλλο χώρισμα της σκηνής. Το συμβούλιο βάσταξε πολλήν ώρα. Στο τέλος, αποφασίστηκε να μην πάγει ο Δαφνομήλης στον Αξιό, αλλ' απεναντίας να λυθεί αμέσως η πολιορκία της Στρουμπίτζης και, με το στρατό ολόκληρο, να γυρίσει πίσω ο Βασίλειος, να κατέβει την κοιλάδα του Πόντου και να χτυπήσει το Μελένικο.
- Τα πράματα μας αποδείχνουν, είπε ο Αυτοκράτορας, πως ήταν λάθος ν' αφήσομε πίσω μας δύναμη τέτοια σαν το φρούριο του Μελένικου.
Έπρεπε όμως να βιαστούν να φύγουν αμέσως, να πέσουν στο Μελένικο πριν προφθάσει ο Ιβάτζης να συμμαζέψει τα σκόρπια σώματα γύρω στο δυνατό αυτό φρούριο, που στέκουνταν απάνω σε βράχο ψηλό, και που θα γίνουνταν τότε απόρθητη φωλιά των εχθρών. Το ίδιο εκείνο απόγευμα, σα γύρισε ο Δαφνομήλης κοντά στον Μιχαήλ να μάθει περισσότερα καθέκαστα, τον βρήκε ξαπλωμένο ακόμα και με δεμένο το κεφάλι, αλλά ξεκουρασμένο και πολύ ζωηρότερο. Τον είχαν μεταφέρει σε μιαν άλλη σκηνή, κοντά στου Βασιλέα, και ο γιατρός διατάχθηκε να μένει κοντά του και να τον φροντίζει αδιάκοπα.
- Πώς βρέθηκες στη μονή της Ελεούσας με το φίλο σου τον Κρηνίτη; ρώτησε ο στρατηγός.
Ο Μιχαήλ διηγήθηκε τότε πως, πηγαίνοντας στη Στρουμπίτζη, ο Κωνσταντίνος Κρηνίτης είχε μάθει ότι ο Ιβάτζης έστησε καρτέρι του Βοτανειάτη. Πως είχε τρέξει να σταματήσει τους Έλληνες, αυτοί γελάστηκαν με τα ρούχα του και τον εσαΐτεψαν. Του είπε πως ο Νικήτας κι εκείνος βρήκαν τον πληγωμένο φίλο του πλάγι στο ρυάκι και τον μετέφεραν στη μονή. Ύστερα του διηγήθηκε το φθάσιμο του Ιβάτζη, τη νύχτα στο μοναστήρι, και το κυνηγητό της άλλης μέρας, σαν είδε το Βούλγαρο να φεύγει. Του διηγήθηκε πως άφησε το φίλο του αναίσθητο στα χέρια του πάτερ Γρηγόρη, και πως, γυρεύοντας τα σημάδια των αλόγων, βρήκε το παράξενο μήνυμα χαραγμένο στην άμμο, μήνυμα που στάθηκε αιτία να πάγει ο Νικήτας στο Πετρίσκον, να βεβαιωθεί αν πήγε κει ο Ιβάτζης, ενόσω ο Μιχαήλ έτρεχε στη Στρουμπίτζη να σταματήσει τον Αυτοκράτορα. Ο Δαφνομήλης άκουε με προσοχή.
- Μα πώς βρέθηκες εσύ σε τέτοια κατάσταση απέξω από τα χαρακώματα; ρώτησε σαν τελείωσε ο Μιχαήλ τη διήγησή του.
- Για να ξεφύγω από ένα σώμα βουλγάρικο, που μου γύρευε χαρτιά και σύνθημα, το έβαλα στα τέσσερα. Μα με σαΐτεψαν και πλήγωσαν το άλογό μου που αφήνιασε, και αφού με πήρε κάμποσο δρόμο, γκρεμίστηκε σε μια χαράδρα και σκοτώθηκε.
- Και συ; ρώτησε ο Δαφνομήλης.
- Εγώ τη γλίτωσα φθηνά. Μόνο το κεφάλι μου χτύπησα, κι έτσι μπόρεσα να τραβήξω πάλι για τη Στρουμπίτζη. Όταν συνήλθα από το πέσιμό μου ήταν νύχτα βαθιά. Προσανατολίσθηκα και τράβηξα το δρόμο μου. Μα ζαλίστηκα κι έπεσα μια - δυο φορές, γιατί είχα χάσει πολύ αίμα και ήμουν και νηστικός από την παραμονή. Ύστερα πια δε θυμούμαι πολύ καθαρά. Κάθε λίγο μου έρχουνταν η σκέψη πως, αν δε φθάσω στη Στρουμπίτζη, ο Αυτοκράτορας θα πέσει στο καρτέρι των Βουλγάρων, και τότε ξανάκαμνα καρδιά κι έτρεχα μπροστά. Μα στο τέλος δε με βαστούσαν πια τα πόδια μου, και κάμποσην ώρα σύρθηκα χάμω πηγαίνοντας πάντα κατά τα φώτα που έβλεπα από μακριά και που ήταν το ελληνικό στρατόπεδο. Άλλο δε θυμούμαι.