07. Ζ'. Δυο φίλοι (2)
Ώσπου έφθασαν στο μοναστήρι, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δε μίλησε πια. Στην πόρτα αποχαιρετήθηκαν. Ο καλόγερος ζήτησε να δει τον Ηγούμενο, και ο Μιχαήλ πήγε στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου. Τον βρήκε σε βύθος.
- Μη ρωτάς τι τράβηξα με τον αδελφό σου! είπε ο πάτερ Μεθόδιος. Δεν ήξερα πια τι να του κάνω!
- Με φώναξε; Είπε τίποτα; ρώτησε ανήσυχα ο Μιχαήλ.
- Όλη την πρωινή ήταν ήσυχος, αποκρίθηκε ο καλόγερος, και τον πήρα κι εγώ, εδώ κοντά μου. Μα είναι λίγη ώρα που σε φώναξε δυο φορές και σαν είδε πως έφυγες, θέλησε να φύγει κι αυτός. Είδα κι έπαθα να τον βαστάξω στο κρεβάτι του!
- Μα είπε τίποτα; ρώτησε πάλι ο Μιχαήλ.
- Όχι! Μόνο σε ζήτησε. Τον πλάγιασα με το στανιό κι αμέσως αποκοιμήθηκε.
Σηκώθηκε κι έδωσε τη θέση του του Μιχαήλ.
- Το πρόγευμα είναι έτοιμο, είπε. Θ' ανεβώ πάλι σαν αποφάγω, και τότε κατεβαίνεις και συ.
Η πόρτα έκλεισε κι ο Μιχαήλ κάθησε κοντά στο φίλο του. Συλλογισμένος κοίταζε τη σταχτερή χλωμάδα του προσώπου, τα μισόκλειστα ματόκλαδα και τ' αναίματα χωρισμένα χείλια, και με ανατριχίλα αναπόλησε τη φοβερή του τρομάρα, όταν έφτασε την παραμονή στο ποτάμι με τον Νικήτα και βρήκε τον Κωνσταντίνο βουτημένο στα αίματα κι αναίσθητο. Σιγά πήρε το χέρι του.
- Αν σ' έχανα... μουρμούρισε, αν σε σκότωναν...
Κι ο νους του πήγε πίσω, στα πρώτα χρόνια της φιλίας τους, τότε που μικρό παιδί, χωρίς μάνα, αρρωστιάρικο και αδύνατο, την αγάπη του την είχε δώσει απεριόριστη στο δυνατό και ατρόμητο αγόρι με τον υπερήφανο αγέρωχο χαρακτήρα, που όλα τα τολμούσε και τίποτα δε φοβόνταν, ούτε πόνο, ούτε τιμωρία, παρά ρίχνονταν με πάθος σε ό,τι του φαίνουνταν επικίνδυνο ή όμορφο ή δύσκολο. Μικρός - μικρός τον εθαύμαζε για τη δύναμη και την παλικαριά του. Αργότερα, για τον ενθουσιασμό και την ποίηση που έβαζε σε ό,τι έκαμνε. Και τώρα, για τη δυνατή ψυχή του, την αλύγιστη απόφαση του να φέρνει σε τέλος ό,τι κι αν καταπιάνουνταν, ας ήταν και την πιο δύσκολη, την πιο ριψοκίνδυνη επιχείρηση, φθάνει που την είχε αποφασίσει, φθάνει που τη θεωρούσε καλή. Κι εκείνος τον άκουε πάντα, και υποτασσόταν στο δυνατότερό του, και τον αγαπούσε με λατρεία, ακόμα κι όταν είχε διαφορετική επιθυμία, ακόμα κι όταν η θέληση του Κωνσταντίνου διαφωνούσε με τα βαθύτερα του αισθήματα.
- Και είμαι δω, μουρμούρισε, γιατί το θέλησες εσύ...
Δέκα χρόνια ολόκληρα τα είχαν ζήσει μαζί, ανάμεσα στους εχθρούς, με το μίσος των Βουλγάρων στην καρδιά, με την ενθύμηση της φριχτής νύχτας της Αδριανούπολης και του θανάτου των αγαπημένων τους, με την ανάμνηση του εγκλήματος του Ιβάτζη πάντα ζωντανή στην ψυχή τους. Τα δέκα αυτά χρόνια είχαν ενώσει τους δυο φίλους αχώριστα. Και όμως πόσο αλλιώτικα είχαν επιδράσει στου καθενός την ψυχή! Από την πρώτη μέρα που, δώδεκα χρόνων αγόρι, είχε μάθει στη σπηλιά μέσα, από το στόμα του Νικήτα, για ποια δουλειά τους ετοίμαζαν, η ψυχή του όλη είχε επαναστατήσει. Τέτοια διπλοπρόσωπη ζωή δεν την ήθελε, δεν του άρεζε! Ήθελε ανοιχτά, πλάγι στο Βασιλέα του να πολεμά τον εχθρό. Μα ο Κωνσταντίνος του είπε πως ήταν πιο όμορφο να υπηρετούν κρυφά την πατρίδα τους. Του απέδειξε πως περισσότερο θα ωφελούσαν αν μάθαιναν τα σχέδια των Βουλγάρων, και ειδοποιούσαν τον Αυτοκράτορα εγκαίρως, ώστε να τα προλαβαίνει. Με ζέση του περιέγραψε την ομορφιά της αυτοθυσίας.
- Και αν ζούμε δούλοι, περιφρονημένοι από τους εχθρούς μας, του είχε πει, τι σημαίνει, αφού ξέρομε πως δουλεύομε για το Βασιλέα μας!
Και ο ενθουσιασμός του, που άναβε σπίθες στα μάτια του, παρέσυρε και αυτόν. Ο σοβαρός, ο σιωπηλός Μιχαήλ παραδέχθηκε να ζήσει τη διπλοπρόσωπη ζωή του κατασκόπου, παραμέρισε τους δικούς του πόθους, έβαλε την πίστη του φίλου του ψηλότερα ακόμα κι από τη δική του φυσική αποστροφή για ό,τι ήταν κρυφό και δόλιο. Και δε μίλησε πια.
Τα πρώτα χρόνια ήταν κάπως ευκολότερα. Όσο ήταν παιδόπουλα στην ιδιαίτερη υπηρεσία του Σαμουήλ, η δουλειά τους περιορίζουνταν σε μικροϋπηρεσίες του Τσάρου, να στέκουν πίσω από το κάθισμα του ενόσω έτρωγε, να του βάζουν τα ποδήματά του, να βρίσκουνται πάντα κοντά του, έτοιμοι να τρέξουν όπου τους διατάξει, κι άλλα όμοια. Μα πέρασαν τα χρόνια, τ' αγόρια μεγάλωσαν, άλλα παιδόπουλα πήραν τη θέση τους. Ο Σαμουήλ δεν πολυσκοτίστηκε σαν είδε τους αυλικούς του να μεταχειρίζονται τους «γιους του Κατεπάνω» σαν πρόστυχους δούλους. Τους παραμέρισε, τους ξέχασε. Και η ζωή των δύο ελληνοπαίδων έγινε εκείνο που ήταν η ζωή όλων των αιχμαλώτων που έπεφταν στα χέρια των Βουλγάρων. Τι μαρτύριο τότε, τι βάσανο για τα υπερήφανα αρχοντόπουλα!
Στην αρχή τους παραφύλαγαν, δεν τους άφηναν να βγουν από τα φρούρια, αν ήταν σε χώρα, ή από τα στρατόπεδα, αν βρίσκουνταν σ' εκστρατεία. Σιγά - σιγά όμως, βλέποντας πως τ' αγόρια δε γύρευαν καθόλου να φύγουν, οι Βούλγαροι τους άφησαν να πηγαινοέρχονται πιο ελεύθερα. Σε πολλές μάχες παραβρέθηκαν, κι έτυχε κάποτε να φύγουν οι Βούλγαροι με τέτοια βία, που ήταν εύκολο για τους αιχμαλώτους να δραπετεύσουν. Και όμως πάντοτε ακολούθησαν τους αφεντάδες τους, πάντα ξαναγύρισαν στη σκλαβιά τους, τόσο, που οι ίδιοι οι Βούλγαροι τους περιγελούσαν και τους περιφρονούσαν για την ατολμία τους. «Που έζησε στη φυλακή, τη φυλακή γυρεύει», έλεγαν ειρωνικά.
Τ' αγόρια δεν αποκρίνουνταν, μόνο κοίταζαν τη δουλειά τους, με τρόπο που ν' αποφεύγουν μαλώματα και βαρβαρότητες των τυράννων τους. Ελληνικά δεν έπρεπε πια να μιλούν, αλλά να φαίνουνται τόσο αποβουλγαρισμένοι, που και τη γλώσσα τους ακόμα να την έχουν ξεχάσει. Και μόνο στη μοναξιά σα βρίσκουνταν, οι δυο αιχμάλωτοι ξαναγύριζαν στα παιδικά τους ξαναθυμίσματα και μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Και τότε άναβε ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου... Με αγάπη και συγκίνηση έσκυψε ο Μιχαήλ και τον φίλησε στο μέτωπο. Ο ενθουσιασμός του αυτός τον είχε βαστάξει τόσα χρόνια, του έδωσε το θάρρος και τη δύναμη να υποφέρει την περιφρόνηση και την τυραννία των αφεντάδων.
- Η ψυχή σου σε βαστούσε, μουρμούρισε, και μαζί με σένα βάσταξε και μένα. Ενώ αν ήμουν μόνος...
Απ' όλους τους Βουλγάρους, ένας τους κατέτρεχε περισσότερο, και δεν άφηνε περίσταση που να μην τους δείξει το μίσος του. Και αυτός ήταν ο Ιβάτζης. Είτε πως θυμούνταν το φόνο του Κρηνίτη και, σαν πολλούς εγκληματίες, μισούσε όποιον είχε βλάψει, είτε πως αισθάνουνταν το φρικτό μίσος των «παιδιών του Κατεπάνω» για το φονιά του πατέρα τους, είτε γιατί μάντευε κάτω απ' τα δουλίστικα ρούχα τους καρδιές ελεύθερες και ανυπόταχτες, ο Ιβάτζης, από τότε που ξαναπάντησε τ' αγόρια και τ' αναγνώρισε πως ήταν τ' αρχοντόπουλα της Αδριανούπολης, δεν έπαυε να τα παραμονεύει και να τα κατατρέχει με κάθε τρόπο. Ένα περιστατικό έτυχε που αγρίεψε περισσότερο το μίσος αυτό.
Μια μέρα σε μια εκστρατεία, ένα χρυσό ποτήρι έλειψε από μέσα από τη σκηνή του Ιβάτζη και, χωρίς καμιά μαρτυρία, ο Βούλγαρος στρατηγός κατηγόρησε τον Μιχαήλ πως αυτός το έκλεψε και διέταξε να τον δείρουν για να τον κάμουν να ομολογήσει. Ευθύς λοιπόν τον δένουν σ' ένα δέντρο, ξεγυμνώνουν τη ράχη του, κι εμπρός σ' όλο το συναγμένο στρατόπεδο αρχίζει η μαστίγωση. Μα την ίδια ώρα, τρεχάτος φθάνει ο Κωνσταντίνος, ρίχνεται απάνω στο δήμιο, αρπάζει το βούνευρο από τα χέρια του και του σχίζει το πρόσωπο με μια βουνευριά. Μανιασμένοι ρίχνονται τότε απάνω του οι Βούλγαροι, τον αρπάζουν, τον ρίχνουν κάτω. Θα τον κομμάτιαζαν, μα έξαφνα μια φωνή προστακτική ακούεται, και τρομαγμένοι ανασηκώνουνται όλοι.
- Μια τρίχα της κεφαλής αυτού του δούλου αν αγγίξετε, σας κρεμνώ όλους!
Ήταν ο Ρωμανός που έφθανε με τον Ασάν. Τον κόσμο είχε κάνει άνω - κάτω ο Ασάν να βρει τον κλέφτη, και δεμένο τώρα τον έσερνε πίσω του, και τον έριξε στα πόδια του Ιβάτζη.
- Ποιος τολμά το δούλο του Τσάρου, του πατέρα μου, να τιμωρήσει χωρίς δίκη; βροντοφώνησε ο Ρωμανός.
Διέταξε αμέσως να λύσουν τον Μιχαήλ, και μπροστά του να φέρουν τον Κωνσταντίνο να τον δικάσει ο ίδιος. Σαν άκουσε όλα τα καθέκαστα της ιστορίας, κατέκρινε τον Ιβάτζη που τόσο βιάστηκε να εκτελέσει μιαν άδικη ποινή, και τον Κωνσταντίνο τον άφησε ελεύθερο αφού πρώτα τον εμάλωσε αυστηρά για την αυθάδειά του να χτυπήσει Βούλγαρο.
Ο Ρωμανός όμως πήρε τους δυο Έλληνες στην υπηρεσία του, και όπου πήγαινε τον ακολουθούσαν. Έτσι βρέθηκαν μαζί του στις μάχες του Κλειδιού. Μόλις όμως έμαθε κει ο Κωνσταντίνος πως ο Νεστορίτσης έφυγε και πήγε να προσβάλει τη Θεσσαλονίκη, κατόρθωσε να ξεφύγει, και τρεχάτος έφερε την είδηση στον Βοτανειάτη, ενώ ο Μιχαήλ καταγίνουνταν με όλα του τα δυνατά να κρύψει από τον Ρωμανό τη φυγή του συντρόφου του. Ύστερα πια από την καταστροφή του Κλειδιού, όλο το στρατόπεδο ξεπαρταλώθηκε, και οι δυο φίλοι βρέθηκαν χωρίς αφέντη, στα βουνά, ελεύθεροι να πάγουν όπου θέλουν. Εκεί έσμιξαν τον Νικήτα, πήγαν ως τον Πρίλαπο να βεβαιωθούν πως ο Τσάρος είχε κλειστεί στο κάστρο μέσα, και γύριζαν πίσω, όταν απάντησαν τον Βοτανειάτη στον Αξιό.
- Και τώρα;
Με το κεφάλι ακουμπισμένο στα χέρια του, κοίταζε ο Μιχαήλ μελαγχολικά το αναίματο πρόσωπο του φίλου του.
- Και τώρα...;
Τώρα ποιος τους εμπόδιζε πια να παρατήσουν αυτή τη ζωή της σκλαβιάς; Γιατί να μη γυρίσουν στο ελληνικό στρατόπεδο, να παρουσιαστούν στον Αυτοκράτορα και, μαζί του, στήθος με στήθος να πολεμήσουν τον εχθρό ώσπου να εξολοθρευθεί ολότελα; Και ο νους του Μιχαήλ γύρισε πάλι στα λόγια που είχε πει ο καλόγερος του κοριτσιού απάνω στο βουνό. Πού να πήγε άραγε ο Ιβάτζης, μιας και κατόρθωσε να εξολοθρέψει τον Βοτανειάτη; Και γιατί τάχα να ρωτήσει ο καλόγερος αν ο Νικουλιτσάς οδηγούσε τους Βουλγάρους; Μήπως λοιπόν ξέφυγε πάλι ο Νικουλιτσάς από την Πόλη; Είχε ακούσει ο Μιχαήλ πως ο αυτοκράτορας τον είχε ξανασυγχωρήσει και πως πάλι του έδωσε τιμές και μεγαλεία. Λοιπόν πάλι έσπασε το λόγο του ο ανυπότακτος Βούλγαρος! Ο Μιχαήλ σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο που έβλεπε στην αυλή του μοναστηριού.
Η αυλή ήταν άδεια. Μόνο μερικές όρνιθες πηγαινοέρχουνταν σκυφτές, σκαλίζοντας το χώμα ανάμεσα στις πλάκες, τσιμπώντας πού και πού κανένα σπόρο ή κανένα σκουλήκι. Αφηρημένος τις κοίταζε ο Μιχαήλ και συλλογίζουνταν πώς να ρωτήσει και να μάθει νέα του Ιβάτζη χωρίς να βάλει κανείς υποψίες. Το μοναστήρι ήταν χτισμένο σε σχήμα Π, και το μπροστινό μέρος της αυλής ήταν κλεισμένο με τοίχο όπου άνοιγε μια χαμηλή ξύλινη πόρτα. Από πάνω από τον τοίχο αυτόν, το βλέμμα του Μιχαήλ πήγαινε ως πέρα στ' ασημένια νερά του ποταμού και στις δεντρωμένες πλαγιές των βουνών, όπου σαν κορδέλες ανέβαιναν τα μονοπάτια και χάνουνταν κάτω από τα πυκνά φυλλώματα.
Από μέσα από τα δέντρα βγήκε μια γυναίκα που με γοργό βήμα κατέβαινε προς το μοναστήρι. Βαστούσε στο χέρι ένα σακί, και πήγαινε λαφριά, σχεδόν τρεχάτη. Χωμένος στη συλλογή του, ο Μιχαήλ δεν την πρόσεξε, και μόνο σα βρέθηκε πια κοντά στο μοναστήρι την αναγνώρισε. Ήταν το κορίτσι που είχε δει το πρωί στο βουνό μαζί με τον καλόγερο.
Έφθασε στην πόρτα και χτύπησε. Βγήκε ένας καλόγερος, άνοιξε, πήρε το σακί κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν γεμάτο κουκουνάρες, έβγαλε δυο-τρεις φόλες να την πληρώσει. Εκείνη όμως έσπρωξε πίσω το χέρι του και με νοήματα κάτι του είπε. Ο Μιχαήλ έγειρε περίεργος στο παράθυρο.
- Τι; έλεγε ο καλόγερος. Δε θέλεις παράδες; Θέλεις ψωμί;... Όχι; Αμέ τι θέλεις λοιπόν;
Πάλι με τα νοήματα κάτι του εξήγησε κείνη.
- Αν κοιμάται; ρώτησε ο καλόγερος. Για ποιον ρωτάς;... Ένας ξένος;... Αν είναι δω; Έχουμε τρεις ξένους, εξακολούθησε, ένας παπάς και οι άλλοι δυο στρατιώτες... Ναι; Γι' αυτούς ρωτάς;
Η κόρη έκανε νόημα, ναι.
- Όχι, δεν κοιμούνται, είπε ο καλόγερος, ο παπάς τουλάχιστον τρώγει μέσα με τον Ηγούμενο. Για τους στρατιώτες δεν ξέρω. Ο ένας είναι πολύ άρρωστος, λένε πως θα πεθάνει. Γι' αυτόν θέλεις να ξέρεις;
Μα το κορίτσι στέκουνταν τώρα με δεμένα χέρια εμπρός στον καλόγερο, ακίνητο, σα μαρμαρωμένο. Ύστερα, αργά - αργά γύρισε να φύγει, και ο παπάς έκλεισε την πόρτα. Μα αφού έκανε δυο - τρία βήματα, η κόρη ρίχθηκε χάμω, έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της και ξέσπασε σε τέτοια αναφιλητά, που όλο της το κορμί τινάζουνταν. Ο Μιχαήλ έσκυψε και φώναξε τον παπά, που με την ησυχία του κρεμούσε πάλι τα κλειδιά στη μέση του.
- Δάσκαλε!
Ο καλόγερος σήκωσε το κεφάλι και τον χαιρέτησε με το χέρι.
- Ώρες καλές, του αποκρίθηκε. Τι κάνει ο αδελφός σου;
- Κοιμάται, είπε ο Μιχαήλ. Μα πες μου, παπά μου, ποια είναι αυτή που σου έφερε τις κουκουνάρες;
- Είναι η Βουβή, αποκρίθηκε ο καλόγερος.
- Ποια Βουβή;
- Δεν ξέρω, έτσι τη λένε όλοι.
- Και τι ζητά;
- Ποιος το ξέρει; Είναι λίγο παλαβή, μα δεν κάνει κακό κανενός. Είναι απείραχτη. Γιατί ρωτάς;
- Τίποτα, μόνο έπεσε χάμω και κλαίει η δύστυχη.
- Κλαίει; Γιατί;
Ο καλόγερος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Μα μόλις άκουσε η Βουβή το κλειδί να τρίζει στην κλειδαριά, πετάχθηκε στα πόδια της και, σαν τρομαγμένο ελάφι, όρμησε κατά το δάσος όπου χάθηκε. Ο παπάς κλείδωσε πάλι την πόρτα, και με το χέρι έκανε νόημα του Μιχαήλ αγγίζοντας το μέτωπό του.
- Δε σου το είπα; Δεν είναι στα καλά της!
- Μα ποια είναι;
Ο καλόγερος σήκωσε τους ώμους του.
- Πόνος την ξέρει! Κάπου - κάπου παρουσιάζεται δω, ύστερα πάλι χάνεται για μήνες. Μα ούτε από πού έρχεται ξέρω, ούτε ποια είναι!
- Και είναι Βουλγάρα;
- Υποθέτω. Μα γιατί ρωτάς;
- Δεν έχω λόγο. Μόνο που μου φαίνεται πως την ξαναείδα.
- Και βέβαια την είδες. Χτες βράδυ, την ώρα που κουβάλησες εδώ τον αδελφό σου, στέκουνταν στην πόρτα και κοίταζε. Δε θυμάσαι;
Ναι, θυμούνταν πως μια γυναίκα στέκουνταν στην πόρτα. Μα ήταν τόσο ασχολημένος με τον άρρωστο, που ούτε την κοίταξε.
- Κατέβα να φας και συ, είπε ο καλόγερος. Ο πάτερ Μεθόδιος απόφαγε κι ανεβαίνει.