×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 07. Ζ'. Δυο φίλοι (1)

07. Ζ'. Δυο φίλοι (1)

Παραπάνω, μονάχο πλάγι στο ήρεμο ρυάκι, κοίτουνταν το αιματωμένο σώμα του νέου. Στη βιαστική τους φυγή τον είχαν ξεχάσει οι Έλληνες. Από μακριά πολύ ακούουνταν οι ζητωκραυγές των Βουλγάρων, και πιο κοντά, το μουρμούρισμα του νερού μες στα χαλίκια αποκρίνουνταν σιγαλά, γλυκά, χαρούμενα, στις άγριες φωνές της μάχης.

Στη σκοτισμένη θύμηση του νέου, το σιγανό αυτό ψιθύρισμα και η απομακρυσμένη οχλοβοή ανακατώνουνταν με εικόνες παλιές, μισοσβησμένες μα πάντα ζωντανές που έρχουνταν κι έφευγαν, γυρνούσαν και μπερδεύουνταν αδιάκοπα στο νου του: το σπίτι του πατέρα του στην Αδριανούπολη, η εκκλησία ολόφωτη και στολισμένη, το γλυκό χαμόγελο της μητέρας του... Μια εικόνα προπάντων ξεχώριζε από τις άλλες, ζωηρή, ζωντανή, στο κουρασμένο του μυαλό - ένα παιδιακίστικο πρόσωπο μέσα σε μαύρα πυκνά μαλλιά, που τα κοντά τους κατσαρά χάιδευαν το λεπτό λαιμάκι, σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας με κάθε κίνηση του κεφαλιού ένα αυτάκι τριανταφυλλί. Και το κόκκινο στόμα γελούσε, και τόση χαρά έλεγε κείνο το γέλιο, που θέλησε να γελάσει κι αυτός. Μα δεν μπόρεσε, - και πάλι δοκίμασε και πάλι δεν μπόρεσε, γιατί κάτι σα βραχνάς του πλάκωνε την ψυχή, ο ήχος του ονόματός του που κουδούνιζε πλάγι του σα σήμαντρο νεκρικό:

- Κωνσταντίνε...! Μίλησε μου... Κωνσταντίνε...

Ποιος τον φώναζε;... Ποιος τον ήθελε;... Από μέσα από τα μισόκλειστα του ματόκλαδα, είδε πάλι το κοριτσίστικο πρόσωπο γερμένο επάνω του, και στο πονεμένο του μέτωπο αισθάνθηκε γλυκό χάδι γυναικείου χεριού. Να ήταν άραγε της μητέρας του το χέρι; Και θέλησε να μιλήσει της μητέρας του, να της πει πως τη θυμάται σα να ήταν ακόμα χθες που την έχασε, κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε. Μα δεν μπόρεσε ούτε τα χείλια του να κουνήσει.

Απομακρυσμένη την έβλεπε, τόσο όμορφη, τόσο αγαπημένη! Και η μητέρα του χαμογέλασε, και είπε με φωνή μισοσβησμένη από την απόσταση και από τα πολλά τα χρόνια: «Αλεξία... είναι παράξενο όνομα...». Και πάλι είδε την είσοδο του σπιτιού τους όπου έκανε κουτρουβάλες με τον Μιχαήλ, για να γελά του κοριτσιού το κόκκινο στοματάκι... Και πέρα, δεμένο στο δέντρο, με τη λόγχη μπηγμένη στις σάρκες, ξεχώρισε τον πατέρα του... Έξαφνα σουβλερός πόνος πέρασε από το στήθος του, σα να τον είχε τρυπήσει το ίδιο το κοντάρι, και μούγκρισε από την οδύνη. Και πάλι στο αυτί του το νεκρικό σήμαντρο κουδούνισε θλιβερά και είπε τ' όνομα του:

- Κωνσταντίνε...! Κωνσταντίνε...!

Ήταν φωνή γυναικεία... Και το κλάμα που έτρεμε στη λέξη αυτή του φάνηκε ανυπόφορο. Έκανε να φωνάξει, μα πάλι δεν μπόρεσε... Κι έσβησε το χαρούμενο στοματάκι, κι έσβησε η μητέρα του... Και στο κοριτσίστικο πρόσωπο που έσκυβε απάνω του, μόνο δυο μαύρα μάτια απόμειναν που έκλαιγαν. Και πάλι όλα σκοτείνιασαν. Η νύχτα σκέπασε το νου του και του φάνηκε πως πέρασαν χρόνια...

...Κι όμως, ο πόνος του κεφαλιού του ήταν ο ίδιος, το μουρμουρητό του ρυακιού ήταν το ίδιο... Μόνο οι απομακρυσμένες ζητωκραυγές είχαν σβήσει, μαζί και τα δάκρυα που στάλαζαν συμπονετικά, μαζί και το γλυκό χάδι του γυναικείου χεριού... Κάποια γνωστή αντρίκεια φωνή εξηγούσε πλάγι του πως η σαΐτα δεν είχε πάγει βαθιά και θα γιατρεύουνταν. Και άλλη φωνή, γνωστή κι αυτή, αποκρίνουνταν κι έλεγε: «Δοξασμένο τ' όνομα του Κυρίου...».

- Μιχαήλ... μουρμούρισε ο Κωνσταντίνος.

Ένας νέος ξανθός έγειρε απάνω του.

- Ναι, είπε, εγώ είμαι, και ο Νικήτας. Μα μη μιλάς και μην κουνάς. Μόλις τώρα καταφέραμε να σταματήσομε το αίμα. Λίγο ακόμα ν' αργούσε το μήνυμά σου, δε θα σε προφθαίναμε πια, θα τελείωνες εδώ που έπεσες.

- Ποιο μήνυμα; ρώτησε ο Κωνσταντίνος σκοτισμένος.

- Εκείνο που έγραψες στο μαντίλι σου. Μα σώπα, μη μιλάς πια. Άλλην ώρα μας λες πώς έμαθες ότι βρισκόμαστε δω.

Ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. Τα λόγια του Μιχαήλ τ' άκουε, μα έννοια καμιά δεν έβγαζε. Προσπάθησε να καταλάβει, θέλησε να ρωτήσει. Το μυαλό του σκοτίστηκε πάλι, του φάνηκε πως όλα γύριζαν, έκλεισε τα μάτια και λιγοθύμησε. Όταν συνήλθε, βρίσκουνταν σε μια καμαρούλα με πέτρινους τοίχους, φτωχικά επιπλωμένη, μα παστρική. Πλάγι στο προσκέφαλο του κάθουνταν ένας καλόγερος άγνωστος, με μακριά λευκή γενειάδα, που τον κοίταξε και σαν τον είδε που άνοιξε τα μάτια, έσκυψε απάνω του και χαμογέλασε.

- Γυρεύεις τον αδελφό σου; ρώτησε βουλγάρικα.

- Ναι! αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

- Τώρα θα έλθει, παιδί μου, πήγε να μάθει ειδήσεις.

- Ειδήσεις! Από πού;

- Δεν ξέρω. Γίνηκε, λένε, μάχη κάπου εδώ κοντά. Αρχηγός των δικών μας είναι, λένε, ο Ιβάτζης.

Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε, μα δεν τόλμησε να ρωτήσει άλλα. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και σκοτισμένο, φοβήθηκε μην του ξεφύγει καμιά λέξη που δεν έπρεπε. Και σώπασε. Γύρισε από το μέρος του τοίχου, κι έκανε πως θέλει να κοιμηθεί. Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, κι ένα βήμα ακούστηκε στο ξύλινο πάτωμα.

- Πήγαινε στην εκκλησία, πάτερ Μεθόδιε, είπε μια αντρίκεια φωνή, ο εσπερινός σήμανε. Εγώ θα μείνω με τον αδελφό μου.

Ο καλόγερος σηκώθηκε, κοίταξε άλλη μια φορά τον πληγωμένο και, κουνώντας χαρούμενα το κεφάλι, είπε:

- Σαν πουλάκι κοιμάται! Αύριο κιόλα θα τον δεις να πάρει τ' απάνω του.

Και βγήκε σιγά κι έκλεισε την πόρτα.

- Μιχαήλ... ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος.

Με συγκίνηση και χαρά συνάμα έτρεξε ο Μιχαήλ στο φίλο του, τον αγκάλιασε κι έπεσε στα γόνατα κοντά του.

- Αχ, Κωνσταντίνε! Τι τρομάρα την πήραμε! Πες μου, τι έτρεξε;

- Πες μου εσύ, πού είμαι; ρώτησε ο Κωνσταντίνος με κόπο. Και τι συνέβηκε;

- Είσαι στη μονή της Παναγίας της Ελεούσας. Σε μεταφέραμε ο Νικήτας κι εγώ.

- Μα πώς βρεθήκατε δω;

- Ήταν τυχερό. Ο Βοτανειάτης έστειλε τον Νικήτα στη Θεσσαλονίκη, όπως ξέρεις, κι εγώ ξαναπήγαινα στον Πρίλαπο. Μα κάτι λόγια άκουσα εδώ κι εκεί που με τρόμαξαν. Ο Βλαδισλάβ ήταν, λέγει, στον Αξιό. Έμεινα και κατασκόπευσα τα μέρη, και πέρασα τη νύχτα στο δάσος, σ' ένα καλυβάκι που έστησα, και το πρωί σήμερα βγήκα πάλι να κατασκοπεύσω. Ούτε Βλαδισλάβ είδα ούτε στρατιωτικό σώμα. Και όμως κάτι έτρεχε, το έβλεπα στα τρομαγμένα πρόσωπα των χωρικών. Είπα να πάγω παρακάτω. Έξαφνα μπροστά μου είδα τον Νικήτα. Και κείνος κάτι άκουσε. Ο Ιβάτζης, λέγει, έστησε καρτέρι του Βοτανειάτη. Τρεχάτοι πήγαμε στην καλύβα, να πάρω το άλογό μου να τρέξω να ειδοποιήσω τον Βοτανειάτη, κι εκεί βρήκα το μήνυμά σου. Η καταστροφή είχε πλακώσει...

- Ποια καταστροφή;

- Ο θάνατος του Βοτανειάτη.

- Σκοτώθηκε! φώναξε ο Κωνσταντίνος αρπάζοντας τα μαλλιά του. Οϊμένα! Έφθασα αργά!...

Κατατρομαγμένος έσκυψε ο Μιχαήλ απάνω του και τον πλάγιασε στο μαξιλάρι.

- Για το Θεό, μην κουνάς! παρακάλεσε. Τρομάξαμε να σταματήσουμε το αίμα! Μην ξανανοίξεις την πληγή!... Μα πες μου, δεν το ήξερες πως σκοτώθηκε ο Βοτανειάτης;

- Όχι! Ήλπιζα πως τον πρόφθασα και πως σώθηκε! Βρίσκουμουν στο δρόμο της Στρουμπίτζης σαν έμαθα τους σκοπούς του Ιβάτζη, και σαν τρελός έτρεξα πίσω. Μα με πήραν για Βούλγαρο και με σαΐτεψαν οι δικοί μας. Πρόφθασα να πω δυο λόγια του Βοτανειάτη, μα δεν κατάλαβε, φαίνεται... Κι ύστερα πια δεν θυμούμαι... Ο Μιχαήλ έσφιξε το χέρι του φίλου του.

- Προσπάθησε να θυμηθείς, είπε σιγά. Έκανες και πολλά άλλα πράματα.

Ο Κωνσταντίνος αργοκούνησε το κεφάλι.

- Δε θυμούμαι να έκανα τίποτα, αποκρίθηκε.

- Και όμως μου έγραψες πως βρίσκεσαι στο ποταμάκι, παραπάνω από το μέρος όπου σκότωσαν τον Βοτανειάτη.

- Εγώ;

- Ναι, εσύ, στο μαντίλι σου... με το αίμα σου... Κι έβγαλες τη σαΐτα που ήταν μπηγμένη στο στήθος σου... κι έδεσες το κεφάλι σου...

- Εγώ;

- Ποιος άλλος;

- Ποιος σου έφερε την είδηση; Ποιος σου έφερε το μαντίλι! ρώτησε ο Κωνσταντίνος μ' έξαψη.

- Εγώ να σου το ρωτήσω.

- Όποιος και αν σου το έφερε, αυτός έκανε και όσα λες! εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Εγώ δεν έγραψα, αφού σου λέγω πως δεν ήξερα ότι σκότωσαν τον Βοτανειάτη.

- Θυμήσου καλά, Κωνσταντίνε, είπε σοβαρά ο Μιχαήλ. Το ρώτημα που σου κάνω έχει μεγάλη σημασία, γιατί έκανες ένα επικίνδυνο λάθος. Το μήνυμα σου το έγραψες ελληνικά. Σε ποιον το εμπιστεύθηκες;

Μα ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. Τα λόγια του Μιχαήλ δεν τα καταλάβαινε πια. Γύρευε να θυμηθεί και ο νους του όλο και περισσότερο σκοτίζουνταν, οι ιδέες του ανακατώνουνταν... Κι έξαφνα είδε τη μητέρα του, μακριά... μακριά, σ' άλλον κόσμο ολόφωτο... είδε το παιδιακίστικο γέλιο και το χλωμό κοριτσίστικο πρόσωπο σκυμμένο απάνω του, και θυμήθηκε το γυναικείο χέρι με το λαφρύ χάδι. Ήταν γλυκιά η ενθύμηση κι όμορφη και, για να μην την ξαναχάσει, έκλεισε τα μάτια του.

- Ίσως... μουρμούρισε, ίσως νάταν... η μητέρα...

Ο Μιχαήλ έσκυψε απάνω του.

- Τι λες; ρώτησε.

Μα ο Κωνσταντίνος είχε χάσει πάλι τις αισθήσεις του. Όλη νύχτα έμεινε ο Μιχαήλ κοντά στο φίλο του, και κανένα δεν άφηνε να μπει στην κάμαρα. Ο Κωνσταντίνος παραμιλούσε και κάθε λίγο ρωτούσε το σύντροφο του πώς το έλεγαν εκείνο το κοριτσάκι με τα μαύρα κατσαρά, που κάθουνταν στα γόνατα της μητέρας του και είχε στόμα γελαστό και μάτια κλαμένα. Μα ο Μιχαήλ δεν ήξερε να του πει, κι ως το πρωί φύλαξε το φίλο του μην τύχει και τον ακούσει κανένας πως μιλούσε ελληνικά. Το πρωί σαν τον είδε ν' αποκοιμιέται, φώναξε τον πάτερ Μεθόδιο, που τον είχε περιποιηθεί την παραμονή, και βγήκε πάλι έξω να μάθει τίποτα καινούριο. Ύστερα από τα λόγια του Κωνσταντίνου του μπήκαν αμφιβολίες, κι αποφάσισε να πάγει ο ίδιος να βεβαιωθεί, αν αληθινά είχε σκοτωθεί ο Βοτανειάτης με το σώμα του. Πήρε από τις πλαγιές και, ακολουθώντας τα δεντροσκέπαστα μονοπάτια, έφθασε στο μέρος όπου είχε γίνει η σφαγή των Ελλήνων. Αμφιβολία δεν έμενε. Κάτω στη ρεματιά, σωροί - σωροί στοιβάζουνταν τα πτώματα ως πέρα από τη στενή κοιλάδα και η καρδιά του σφίχθηκε για τους δυστυχισμένους που είχαν πέσει σα να ήταν σε μακελειό, χωρίς καν ν' ανταποδώσουν τα χτυπήματα.

Γύριζε να φύγει, να επιστρέψει στο φίλο του, κι από μέσα από τα δέντρα κατέβαινε βιαστικά, όταν άκουσε ομιλίες. Σταμάτησε κι ακροάστηκε. Μια φωνή ακούουνταν αντρίκεια, που ρωτούσε και ξαναρωτούσε, μα κανένας δεν αποκρίνουνταν. Ο Μιχαήλ χώρισε λίγο τα πυκνά κλαδιά, κι έκανε μερικά βήματα προσεκτικά. Παρακάτω, πλάγι στο δρόμο που κατέβαινε στον Αξιό, ήταν καθισμένη μια κόρη ως δεκαπέντε χρόνων, και κοντά της, όρθιος, στέκουνταν ένας καλόγερος με μακριά καστανά γένια. Τα ρούχα της κόρης ήταν χωριανής Βουλγάρας, αλλά στο κεφάλι δε φορούσε τίποτα, ούτε σκούφο ούτε μαντήλι, και τα μαύρα κοντά μαλλιά της, πυκνά και σγουρά, μισοσκέπαζαν το πρόσωπό της όπου γυάλιζαν δυο μαύρα, μεγάλα, σαν τρομαγμένα μάτια. Ο καλόγερος τη ρωτούσε βουλγάρικα:

- Γιατί δε μιλάς; Γιατί δε μου απαντάς;

Το κορίτσι τον κοίταξε σιωπηλά. Το βλέμμα της, ερωτηματικό και ανήσυχο, έμενε καρφωμένο στο πρόσωπό του, σα να γύρευε εκεί να πάρει καμιάν απάντηση στη μυστική της σκέψη.

- Καταλαβαίνεις βουλγάρικα; ρώτησε πάλι ο καλόγερος. Ναι;... Ποιος οδηγούσε τους στρατιώτες;... Ο Δραγομούτσος;

Το κορίτσι έκαμε νόημα αρνητικό μα δεν αποκρίθηκε.

- Μην ήταν ο Νικουλιτσάς;... Όχι;... Ο Βλαδισλάβ;

Πάλι έκανε η κόρη νόημα όχι, μα το βλέμμα της δεν το έβγαζε από του καλόγερου το πρόσωπο, ενώ φανερά ο νους της γύριζε αλλού.

- Μην ήταν ο Ιβάτζης;

Το κορίτσι έκαμε νόημα «ναι», και σηκώθηκε. Ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του καλόγερου και τον κοίταξε στα μάτια. Μια στιγμή κοντοστάθηκε, φαίνονταν πολύ ταραγμένη, μα ο καλόγερος εξακολούθησε νευρικά:

- Λοιπόν ήταν ο Ιβάτζης; Ξέρεις αν μαζί του ήταν ο υπασπιστής του Σαμουήλ, ένας Ασάν;

Το κορίτσι ανατρίχιασε και τράβηξε βιαστικά το χέρι της. Τα μαύρα της μάτια γέμισαν φρίκη. Έξαφνα γύρισε, πήδησε σ' ένα βράχο που έστεκε παρακάτω, κι από κει σε άλλον, και σε μια στιγμή χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα που σκέπαζαν τις πλαγιές. Ο Μιχαήλ έκαμε ένα βήμα μπροστά για να τη δει άλλη μια φορά, αλλά γλίστρησε κι έπεσε, και μερικές πέτρες κατρακύλησαν στα πόδια του καλόγερου. Σήκωσε τα μάτια ο καλόγερος και είδε τον Μιχαήλ να σηκώνεται βιαστικά.

- Ο Άγιος Κύριλλος βοήθειά σου, φώναξε. Πού πηγαίνεις, παλικάρι;

Ο Μιχαήλ βγήκε από τα δέντρα και κατέβηκε ως τον καλόγερο.

- Κατεβαίνω στην κοιλάδα του Αξιού, αποκρίθηκε επιφυλακτικά. Εσύ, δάσκαλε;

- Εγώ πηγαίνω στη μονή της Παναγίας της Ελεούσας, αποκρίθηκε ο παπάς.

- Είσαι της μονής;

- Όχι, είμαι περαστικός. Γυρεύω κάποιον.

Ο Μιχαήλ τον κοίταξε υποψιάρικα, και αντίκρισε το εξεταστικό βλέμμα του καλόγερου, αλλά δε θέλησε να εξακολουθήσει την ομιλία, ούτε έκρινε φρόνιμο να δείξει πως είχε ακούσει τα ρωτήματα που έκανε του κοριτσιού, ακόμα λιγότερο να πει πως γνωρίζει τον Ασάν.

- Είσαι του τόπου; ρώτησε ο καλόγερος σε λίγο.

- Όχι, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ, κι εγώ είμαι περαστικός. Βρίσκομαι δω με τον αδελφό μου που πληγώθηκε χθες, και τον νοσηλεύουν στη μονή που πηγαίνεις.

- Έτσι; έκαμε ο καλόγερος και σώπασε για πολλήν ώρα. Έξαφνα, σα να έπαιρνε μιαν απόφαση, ρώτησε:

- Έγινε μάχη χθες;

- Ναι! αποκρίθηκε σύντομα ο Μιχαήλ.

- Ο Ιβάτζης είναι δω; ρώτησε πάλι ο καλόγερος.

- Δεν τον είδα, αποκρίθηκε ο Μιχαήλ, αποφεύγοντας θετική απάντηση.

Ο καλόγερος έριξε μια ματιά στα ρούχα του νέου.

- Δεν είσαι από το σώμα του; ρώτησε.

- Όχι!

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE