05. Ε'. Στις όχθες του Αξιού (2)
Ζαρωμένα στη γωνιά τους, στα σκοτεινά, τα δυο αγόρια με αγωνία περίμεναν, χωρίς να ξέρουν τι περιμένουν. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά, και όλη τους η προσοχή προσηλώνουνταν στους έξω κρότους. Κάθε λίγο τους φαίνουνταν πως άκουαν μια φωνή, ένα ψιθύρισμα, ένα πάτημα, και πάλι όλα σιγούσαν. Και άλλο δεν ακούουνταν, παρά το αδιάκοπο λαφρύ στάξιμο της βροχής που είχε ξαναρχίσει να πέφτει σιγαλά, σιγαλά, στη μουσκεμένη σκηνή. Όλοι γύρω κοιμούνταν. Βαθιά σιωπή σκέπαζε το στρατόπεδο. Και η βροχή ξανάρχιζε να πέφτει. Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια βαστώντας την αναπνοή τους, και η ώρα περνούσε, και όλο περίμεναν. Μα άλλο δεν άκουαν παρά τη βροχή που στάλαζε, και το αεράκι που μουρμούριζε στα καλάμια. Και το μουρμούρισμα αυτό έμοιαζε ανεπαίσθητα να πλησιάζει.
- Σηκώθηκε άνεμος, ψιθύρισε ο Μιχαήλ. Και πάλι σώπασε και τέντωσε τ' αυτί του.
Και το μουρμούρισμα αδιάκοπα πλησίαζε, μεγάλωνε, άλλαζε, ξεχώριζε σε βήματα σιγανά, προσεκτικά, κουφά, και άλλα βήματα ακολουθούσαν, πολλά μαζί, κι αυτά βουβά, μακριά ακόμα, που ολοένα πλησίαζαν... Ο Κωνσταντίνος έσφιξε το χέρι του Μιχαήλ, κι αυτός ζάρωσε ακόμα πιο κοντά στο σύντροφό του. Μα δε μίλησαν. Το καρδιόχτυπο τους έπνιγε. Ένας γδούπος ακούστηκε, μια φωνή ξέσπασε, και πνίγηκε, κι έσβησε. Άλλο χτύπημα, κι άλλο χτύπημα, κι άλλες φωνές και γογγύσματα και ψυχομαχητά, και ακόμα άλλα χτυπήματα και στριγλιές πνιγμένες. Κι έξαφνα, μια βοή μεγάλη, ξεφωνήματα πολεμικά, διαταγές, σμιξίματα όπλων, παρακάλια, θρήνοι και βογγητά γέμισαν τον αέρα, απλώθηκαν από τη μιαν άκρη στην άλλη του στρατοπέδου, πάγωσαν τις καρδιές από τρόμο και φρίκη και πανικό. Ο Σαμουήλ πετάχθηκε από το στρώμα, άρπαξε τ' άρματά του κι έτρεξε προς την πόρτα, την ώρα που κατατρομαγμένοι ρίχνουνταν οι φρουροί μέσα στη βασιλική σκηνή.
- Έλληνες! Έλληνες! φώναζαν φρικιασμένοι.
Κι έξω, από στόμα σε στόμα, μέσα στην αναμπουμπούλα, η ίδια λέξη έτρεχε, ξετρελαίνοντας και τους γενναιότερους.
- Έλληνες! Έλληνες!
- Έλληνες; ξεφώνισε ο Σαμουήλ. Τι τρέλα σας στραβώνει όλους; Από πού θα περάσουν οι Έλληνες;
Μα την ίδια ώρα, τρεις - τέσσερεις αξιωματικοί μπήκαν στη σκηνή, άρπαξαν τον Τσάρο, τον έσυραν έξω με τη βία, τον έβαλαν σ' ένα άλογο, πήδησαν κι αυτοί στα δικά τους και, στα τέσσερα, όρμησαν κατά το βουνό. Τ' αγόρια είχαν δει τη φυγή, είχαν ακούσει τις φωνές, και τρεχάτα βγήκαν έξω. Η σφαγή ήταν φρικτή. Οι Βούλγαροι, ζαλισμένοι από το ξαφνικό της προσβολής, σχεδόν δεν αντιστέκουνταν. Πολλοί προσπαθούσαν να ξεφύγουν, σαν τον Τσάρο, στα βουνά. Άλλοι ρίχνουνταν στο ποτάμι και πνίγουνταν. Οι περισσότεροι δεν πρόφθαιναν ούτε να βγουν από τις καλύβες τους, αλλά περνούσαν από τον ύπνο στο θάνατο πριν καταλάβουν ποιος τους χτυπούσε.
Γύρω όμως στη σκηνή του Σαμουήλ γίνουνταν γερή αντίσταση. Ο Ιβάτζης, με μερικούς διαλεχτούς του, είχε τρέξει να σταματήσει το πλήθος των Ελλήνων για να δώσει καιρό του Τσάρου να φύγει. Λίγη ώρα κατόρθωσε με την ανδρεία του να βαστάξει την ορμή των αυτοκρατορικών που, σαν κύματα αδιάκοπα, ανάβραζαν από το ποτάμι και χύνουνταν στο στρατόπεδο, σπρώχνοντας ολοένα προς το κέντρο τους τελευταίους υπερασπιστές. Σαν είδε όμως πως δεν μπορούσε να τους σταματήσει περισσότερο, και πως κάθε αντίσταση ήταν πια περιττή, παράτησε τη μάχη, γύρισε το άλογό του και πιλάλησε ως τη σκηνή του Σαμουήλ, με δυο στρατιώτες του. Όλοι είχαν φύγει, η σκηνή ήταν έρημη. Το αλύπητο μάτι του Ιβάτζη έπεσε στα δυο ορφανά, που φοβισμένα έστεκαν στην είσοδο της σκηνής χωρίς να ξέρουν από πού να φύγουν. Γυρνώντας στους στρατιώτες του έδειξε τα δυο παιδιά.
- Πάρτε τα! πρόσταξε, μην τα βρουν ζωντανά οι εχθροί...
Ένα μπουλούκι στρατιώτες αυτοκρατορικοί, σπάνοντας την τελευταία γραμμή των Βουλγάρων, χύνουνταν αλαλάζοντας στην πλατεία, μπροστά στη βασιλική σκηνή. Ο Ιβάτζης σπηρούνισε το άλογό του.
- Τ' αγόρια! φώναξε. Στην ανάγκη, μαχαιρώστε τα...
Και χάθηκε κατά το βουνό. Οι δυο στρατιώτες ορμούν στ' αγόρια, ο ένας αρπά τον Κωνσταντίνο, πηδά στο άλογο και ακολουθεί τον Ιβάτζη. Ο άλλος, βλέποντας πως δεν προφθαίνει πια να φύγει, σήκωσε το όπλο του να τρυπήσει τον Μιχαήλ. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε μια φωνή.
- Μιχαήλ!...
Μα την ίδια στιγμή άλλος Βούλγαρος ρίχνεται στη μέση, στρώνει κάτω το φονιά με μια σπαθιά, αρπά τον Μιχαήλ, πηδά στο άλογο και παίρνει το κατόπι τους. Ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τον Ασάν. Κατάλαβε πως μια και μόνη ελπίδα του έμενε, να ριχθεί χάμω, να τρέξει πίσω! Προσπάθησε να ξεγλιστρήσει από το άλογο, μα το χέρι του Βουλγάρου τον πλάκωσε στη σέλα. Το διάστημα ωστόσο μεταξύ του και του Ασάν ολοένα μεγάλωνε. Ο Κωνσταντίνος το είδε και του ήλθε απελπισία. Ένιωσε πως είναι χαμένος αν μόνος του δε βρει τρόπο να γλιτώσει. Αγριεμένος κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σ' ένα δίκοπο μαχαίρι περασμένο στη ζώνη του Βουλγάρου. Μεμιάς το άρπαξε και το έμπηξε ολόκληρο στο στήθος του στρατιώτη. Ο Βούλγαρος ανατινάχθηκε, κλονίστηκε στη σέλα, έγειρε πίσω και, παρασέρνοντας τον Κωνσταντίνο, κατρακύλησε στο χώμα όπου και οι δυο έμειναν ακίνητοι. Σε μια στιγμή βρέθηκε κοντά τους ο Ασάν, ξεπέζεψε, σήκωσε το αναίσθητο παιδί, ξαναπήδησε στο άλογο κι έφυγε πάλι σαν αστραπή.
- Βάστα καλά, είπε του Μιχαήλ που, σκαλωμένος με το ένα χέρι στη σέλα και με το άλλο στη ζώνη του Ασάν, δύσκολα κρατιόταν στο άλογο. Βάστα ακόμα λίγο και φθάσαμε.
Το παιδί τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν φορτωμένα λύπη, κατάκριση και ρωτήματα. Μα δε μίλησε, δε ρώτησε πού πήγαιναν, ούτε γιατί γύριζαν τη ράχη στο ποτάμι όπου τώρα ήταν η ελευθερία.
Ο Ασάν τραβούσε κατά το βουνό που έμοιαζε να το ξέρει καλά. Ανέβηκαν από έρημα και άγρια μονοπάτια, πέρασαν ένα - δυο ρυάκια και σκαρφάλωσαν σε ανήφορους όπου δύσκολα προχωρούσε το άλογο. Επιτέλους ξεκαβαλίκεψε και, με τον Μιχαήλ πλάγι του, κρατώντας στην αγκαλιά του τον αναίσθητο Κωνσταντίνο και τραβώντας πίσω του το άλογο, ανέβηκε σ' ένα απόκρημνο βράχο και, παραμερίζοντας μερικά χαμόκλαδα, έφθασε σε μια σπηλιά με τ' αγόρια και ξάπλωσε τον Κωνσταντίνο χάμω. Με το φως του φεγγαριού τον εξέτασε και, αφού βεβαιώθηκε πως δεν είχε σπάσει τίποτα και πως ήταν μόνο ζαλισμένος από το απότομο πέσιμο, έβγαλε το παγούρι του κι έσταξε λίγο νερό στο μέτωπό του. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, ο Κωνσταντίνος ανεγνώρισε τον Ασάν, κι έριξε το χέρι του γύρω στο λαιμό του.
- Νικήτα! Νικήτα! μουρμούρισε, το ήξερα πως θα προφθάσεις! Το ήξερα πως θα μας σώσεις πάλι!
Το σκληρό πρόσωπο του Νικήτα μαλάκωσε, και με τρυφερότητα σχεδόν γυναικεία χάιδεψε το μέτωπο του αγοριού.
- Δε σ' έσωσα εγώ, είπε, εσύ μόνος σου σώθηκες...
Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.
- Τον σκότωσα; ρώτησε.
- Ποιον; Τον Βούλγαρο; Ακούς λέγει! Μια χαρά τον σούβλισες... Και βλέποντας το ταραγμένο πρόσωπο του αγοριού, ο Νικήτας πρόσθεσε σοβαρά: Αυτά έχει ο πόλεμος.
- Αυτά έχει ο πόλεμος... μουρμούρισε ο μικρός, και δεν πρέπει να λυπούμαι, γιατί αν δεν το έκαμνα, θα μέναμε σκλάβοι. Ενώ τώρα είμαστε ελεύθεροι! Τώρα θα μας πας στον Αυτοκράτορα, Νικήτα!
Ο Μιχαήλ, που ζαρωμένος κάθουνταν παρακάτω σε μια πέτρα, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Νικήτα περιμένοντας απάντηση. Μα ο Νικήτας, χωρίς ν' αποκριθεί, είχε σηκωθεί και είχε πάγει στην είσοδο της σπηλιάς, όπου ακουμπισμένος στο βράχο, με σταυρωμένα τα χέρια, κοίταζε τα σύννεφα που έτρεχαν ξεπαρταλωμένα στο φωτεινό δίσκο του φεγγαριού. Δε μίλησε ο Νικήτας· δε ρώτησε τίποτα και ο Μιχαήλ. Έκρυψε πάλι το κεφάλι του ανάμεσα στα διπλωμένα του γόνατα, κι έμεινε κουβαριασμένος, ακίνητος και σιωπηλός.
- Νικήτα, είπε ο Κωνσταντίνος με ξαφνική ανησυχία, γιατί δεν απαντάς;
- Γιατί, αποκρίθηκε ο Νικήτας χωρίς να γυρίσει, δε θα σας πάγω στο Βασιλέα.
Μ' έναν πήδο βρέθηκε τ' αγόρι κοντά του. Μα ο Νικήτας δεν τον κοίταξε.
- Γιατί δε θα μας πας στο Βασιλέα; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
- Γιατί έχω διαταγή να σας κρατήσω ανάμεσα στους Βουλγάρους.
Ένα λεπτό δε μίλησε ο μικρός. Ύστερα με φωνή τρεμουλιαστή ρώτησε:
- Σου το διέταξε ο Βασιλέας;
- Μου το διέταξε ο Ευστάθιος Δαφνομήλης, αποκρίθηκε ο Νικήτας.
Ο Κωνσταντίνος δε μίλησε πια. Με τα χέρια πίσω στη ράχη, όρθιος κοντά του, κοίταξε και αυτός, με ψηλά το κεφάλι, τα σύννεφα που κουτρουβαλιστά κυνηγιούνταν. Στο πρόσωπο του είχε χυθεί τέλεια απελπισία.
- Κωνσταντίνε, είπε έξαφνα ο Νικήτας. Ξέρεις τι λατρεία είχε ο πατέρας σου του Βασιλέα;
- Το ξέρω, είπε το παιδί.
- Για το Βασιλέα του πέθανε, εξακολούθησε ο Νικήτας, ενώ μια υπογραφή θ' αρκούσε να τον σώσει. Σαν κι αυτόν είναι και άλλος, ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. Είναι λίγες ώρες, που είπα του Ευστάθιου Δαφνομήλη πως βιαζόμουν να γυρίσω να σας πάρω, και μου είπε να μη σας πάρω, παρά να σας αναθρέψω εδώ.
Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε.
- Πήγες αντίκρυ; ρώτησε.
- Ναι!
- Πώς;
- Βρήκα ρηχοτοπιά.
- Και από κει πέρασαν;... η φωνή του κόπηκε από τη συγκίνηση.
- Οι πατριώτες; έκανε ο Νικήτας. Ναι! από κει πέρασαν και κατέστρεψαν το στρατό του Σαμουήλ.
- Νικήτα! φώναξε το αγόρι και με πάθος άρπαξε το χαλασμένο χέρι του κατασκόπου και το φίλησε. Νικήτα, θα ήθελα να είμαι σαν και σένα.
- Γίνε λοιπόν, είπε συγκινημένος ο κατάσκοπος. Αυτό σου ζητά και ο Δαφνομήλης.
Και διηγήθηκε τη συνομιλία του με το στρατηγό. Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου έγινε ακράτητος.
- Σήκω, Μιχαήλ! φώναξε. Να κάνουμε όπως λέγει ο Νικήτας! Ορκιστήκαμε να εκδικήσομε τους γονείς μας. Να τρόπος να το επιτύχομε, μένοντας ανάμεσα στους εχθρούς, και δουλεύοντας για το Βασιλέα μας!
Ο Μιχαήλ σήκωσε το κεφάλι. Μεγάλα δάκρυα κατρακυλούσαν στα μάγουλά του.
- Τ' ορκίστηκα μαζί σου, και ό,τι θέλεις θα το κάμω, Κωνσταντίνε. Μα ήλπιζα να πολεμήσω πλάγι στο Βασιλέα...
- Όχι! Όχι! Πιο ωραίο, πιο μεγάλο είναι να δουλεύομε έτσι μυστικά, στο ηρωικό Τάγμα των Κατασκόπων χωρίς να το ξέρει κανένας! φώναξε μ' έξαψη ο Κωνσταντίνος, και το πρόσωπο του έλαμψε όλο από ενθουσιασμό και πάθος. Κοίταξε τον Νικήτα. Κανένας δε φαντάζεται πόσες φορές κινδύνευσε για το Βασιλέα. Κι αν δεν ήταν η τελευταία αυτή πληγή που του κόβει το πρόσωπο, ούτε ο Βασιλέας δε θα ήξερε πως στην Αδριανούπολη κόντεψαν πάλι να τον σκοτώσουν, την ώρα που άρπαξε το άλογο του Σαμουήλ για να του πάγει πιο γρήγορα την είδηση της σφαγής! Σήκω, Μιχαήλ! Μην κλαις πια! Σαν τον Νικήτα θα δουλέψομε και μεις, στρατιώτες άγνωστοι του Δαφνομήλη και του Βασιλέα!
Ο Μιχαήλ σηκώθηκε κι έβαλε το λεπτό χεράκι του μέσα στο σιδερένιο ηλιοκαμένο χέρι του Νικήτα.
- Μάθε με, Νικήτα, να σου μοιάσω... είπε και τα χείλια του έτρεμαν.
Ο Νικήτας μάζεψε τ' αγόρια στην αγκαλιά του.
- Με τη βοήθεια της Θεοτόκου, είπε με βραχνή φωνή, θα σας το μάθω.