×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 05. Ε'. Στις όχθες του Αξιού (1)

05. Ε'. Στις όχθες του Αξιού (1)

Το μακρινό ταξίδι εξακολουθούσε, πιο δύσκολο, πιο κοπιαστικό παρά ποτέ. Με το κρύο οι ταλαιπωρίες μεγάλωναν. Έβρεχε αδιάκοπα, και ο Σαμουήλ αναγκάζουνταν να περνά από τα ψηλά κι απότομα βουνά, γιατί όλοι οι δρόμοι και όλα τα στενά ήταν στα χέρια των Βυζαντινών. Σταθμούς δεν έκαμνε πια, παρά μόνο όταν δεν μπορούσε να τους αποφύγει, και με το καμτσίκι στο χέρι, οι άγριοι του στρατιώτες έσπρωχναν όλο και γρηγορότερα το αποσταμένο κοπάδι των αιχμαλώτων, κατεβάζοντας την τσουχτερή λουρίδα στους ώμους των παιδιών και των γυναικών που έμεναν πίσω, αδιαφορώντας αν ήταν αριστοκράτισσες, αμάθητες στις φοβερές αυτές πορείες, είτε παιδιά αρχόντων, αναθρεμμένα στην πιο λεπτή πολυτέλεια.

Κάθε λίγο έφθαναν ειδήσεις πως ο αυτοκράτορας είχε κυριεύσει κι άλλα κάστρα κι άλλες πόλεις στην πορεία του, και ο Σαμουήλ βιάζουνταν όλο και περισσότερο να προχωρήσει και ν' ανταμώσει τους Έλληνες, με την ελπίδα πως μια μάχη μπορούσε να σταματήσει τον κατακτητή, και ποιος ξέρει, ίσως και να τον καταστρέψει. Έτσι έφθασε ο στρατός όλος στον Αξιό, πέρασε στη δεξιά όχθη κι εκεί στρατοπέδευσε, περιμένοντας να γυρίσουν οι πρόσκοποι του Σαμουήλ και να πουν πού ακριβώς ήταν ο Βασίλειος.

Οι πρόσκοποι γύρισαν, και είπαν πως τα αυτοκρατορικά στρατεύματα βρίσκουνταν στο βουνό και τραβούσαν κατά τα στενά που βγαίνουν στα Σκόπια. Μόλις το έμαθε ο Σαμουήλ, διέλυσε ευθύς το στρατόπεδο, και αφού έστειλε τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους με καλή συνοδεία στον Πρίλαπο, πήρε το στρατό του ολόκληρο και με γρήγορες πορείες, ανέβηκε τον ποταμό ως τα Σκόπια. Εκεί θέλησε να περάσει στην άλλη όχθη. Μ' από τις βροχές, που αδιάκοπα έπεφταν εκείνες τις μέρες, ο Αξιός είχε πλημμυρίσει, και ο Σαμουήλ, βλέποντας τη μεγάλη δυσκολία να περάσει τόσο στρατό με πολεμικές αποσκευές στην άλλη μεριά, αποφάσισε να στήσει τις σκηνές στη δεξιά όχθη όπου βρίσκουνταν, κι εκεί να περιμένει τον εχθρό του.

Η βροχή όμως εξακολουθούσε να πέφτει και τα νερά του ποταμού να φουσκώνουν, και το ρεύμα δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Όταν έφθασαν λοιπόν οι Έλληνες εμπρός στα Σκόπια, ο Αξιός ήταν απέραστος, και ο Βασίλειος, θέλοντας και μη, αναγκάστηκε να στρατοπεδεύσει στην αριστερή όχθη, αντίκρυ του Σαμουήλ. Με τη βεβαιότητα πως οι Έλληνες δεν μπορούσαν να περάσουν και να τους χτυπήσουν, οι Βούλγαροι πήραν θάρρος, και όλη μέρα τους πολιορκούσαν με βρισιές και λόγια ειρωνικά, που τους πετούσαν από τη μιαν ακροποταμιά στην άλλη.

Μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους, ο Παγράτης και η Αλεξία είχαν σταλεί στο δουλοπάζαρο του Πρίλαπου να πουληθούν. Με μαύρη καρδιά έφυγε ο Παγράτης, γιατί άφηνε δυο ορφανά χωρίς κανένα προστάτη στα χέρια των Βουλγάρων. Ο Κωνσταντίνος και ο Μιχαήλ είχαν ακολουθήσει τον Τσάρο ως παιδόπουλα. Το γέρο δεν τον ξαναείδαν πια' ύστερα από τη συνάντηση του δάσους, και αφότου οι Έλληνες σκήνωσαν αντίκρυ, μια συλλογή είχαν τ' αγόρια, πώς να ξεφύγουν μυστικά από τη βασιλική σκηνή, να κατέβουν ως τον ποταμό, ν' ακούσουν ελληνικές φωνές, να δουν ελληνικές στολές, και με τη βοήθεια της Παναγίας, ίσως να βρουν καμιά βάρκα και να τραβήξουν για την αντικρινή όχθη. Στο παιδικό τους μυαλό η φυγή φαίνουνταν εύκολη και, μέρα - νύχτα, άλλο δε σκέπτουνταν παρά πώς να την εκτελέσουν.

Μα γύρω οι Βούλγαροι φύλαγαν. Έξω από τη βασιλική σκηνή έμενε μια μικρή πλατεία άδεια, όπου περνούσαν μόνο όσοι ήθελαν να μιλήσουν με τον Σαμουήλ. Σ' αυτό το χώρο τ' αγόρια ήταν ελεύθερα να πηγαινοέρχονται, μα δεν τους επιτρέπουνταν ν' απομακρυνθούν, ακόμα και όταν έλειπε ο Τσάρος και δεν είχαν υπηρεσία. Μόλις λοιπόν πλησίαζαν την απαγορευμένη γραμμή, οι φρουροί, που μέρα - νύχτα φύλαγαν, κατέβαζαν απειλητικά τη λόγχη και τα έδιωχναν. Τρεις - τέσσερεις μέρες είχαν περάσει αφότου οι δυο στρατοί βρίσκουνταν σκηνωμένοι στις δυο ακροποταμιές. Ήταν βράδυ. Καθισμένα μόνα στην πόρτα της βασιλικής σκηνής, τ' αγόρια κοίταζαν τη βροχή που εξακολουθούσε κι έπεφτε ραγδαία. Λίγα βήματα παρακάτω, ο Ασάν έτρωγε ένα μήλο και κουβέντιαζε μ' έναν από τους φρουρούς ώσπου να επιστρέψει ο Σαμουήλ, που με τους στρατηγούς του επιθεωρούσε το στρατόπεδο. Τα ρούχα του Ασάν ήταν μούσκεμα και λασπωμένα, τόσο που ο φρουρός τον περιγέλασε.

- Καλά να είσαι μουσκεμένος, του είπε. Μα τόση βροχή δεν κατόρθωσε να σου ξεπλύνει τις λάσπες; Ως τη μέση είσαι πασαλειμμένος, χριστιανέ μου! Λες και βγαίνεις από το βούρκο του ποταμού!

- Έρχομαι από μακριά, αποκρίθηκε ο Ασάν, κι έχω μέρες να βγάλω τα ρούχα μου.

- Από πού έρχεσαι;

- Από τη Στρουμπίτζη, πήγα του φρούραρχου διαταγές.

- Διάβολε! Και πότε έφθασες;

- Τώρα.

- Πώς; Κάποιος μου έλεγε, χθες, πως σε είδε τη νύχτα μες στα νερά ως τη μέση, και ανέβαινες, λέγει τον ποταμό, κοιτάζοντας χάμω σα να γύρευες μαργαριτάρια!

- Άλλος θα ήταν, είπε ήσυχα ο Ασάν. Εγώ έφθασα τώρα από τη Στρουμπίτζη. Λείπω δέκα μέρες. Το ποτάμι ήταν πλημμυρισμένο, κι αναγκάστηκα να κάνω μεγάλον αλλόγυρο.

- Και τι έχεις να πεις του Τσάρου;

- Του έφερα ειδήσεις του φρούραρχου. Μα βλέπω πως αργεί. Καλύτερα να πάγω να τον βρω.

Έριξε το μισοφαγωμένο του μήλο και σηκώθηκε να φύγει. Το μήλο κατρακύλησε ως εμπρός στη σκηνή του Σαμουήλ, στα πόδια των αγοριών. Ο Κωνσταντίνος έσκυψε και το έπιασε, σκούπισε τις λάσπες κι ετοιμάζουνταν να το αποφάγει, όταν πέρασαν μπροστά του οι δυο άντρες. Ο Ασάν γέλασε με τη λαιμαργία του παιδιού.

- Καλή όρεξη! του φώναξε. Αν θες κι άλλες λάσπες, έχει μπόλικες παρακάτω.

Ο φρουρός από την αηδία στραβομουτσούριασε.

- Πεινασμένα τ' αφήνουν, φαίνεται, τα μικρά! Ούτε χοίρος δεν τρώει τέτοια βρώμα, είπε.

Και με τον Ασάν πέρασε πίσω από τη σκηνή. Ο Μιχαήλ τους ακολούθησε ένα - δυο βήματα και, σα χάθηκαν από τα μάτια του, έτρεξε πίσω στον Κωνσταντίνο.

- Γρήγορα... είπε σιγά, έρχεται ο άλλος φρουρός...

Ο Κωνσταντίνος έβγαλε το μήλο από το στόμα του, και βιαστικά το κομμάτιασε στα δάχτυλά του. Από μέσα έβγαλε ένα τυλιγμένο φυλλαράκι δέντρου, πέταξε το μήλο και μπήκε με τον Μιχαήλ στη σκηνή όπου έκαιε ένα μαγκάλι. Γονατισμένος πλάγι στο μαγκάλι, ξεδίπλωσε το φύλλο και το βάσταξε εμπρός στα πυρωμένα κάρβουνα. Πλήθος τρυπαλάκια φάνηκαν τότε, και τα τρυπαλάκια σχημάτιζαν γράμματα, και τ' αγόρια με καρδιοχτύπι διάβασαν την ελληνική λέξη: «ΑΓΡΥΠΝΕΙΤΕ». Ο Μιχαήλ γονατισμένος κοντά στο σύντροφό του, τον κοίταξε ερωτηματικά.

- Κατάλαβες; ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος.

- Ναι! Δεν πρέπει να κοιμηθούμε. Μα γιατί;

- Θα το δούμε τη νύχτα.

Έριξαν το φύλλο στα κάρβουνα κι έμειναν εκεί ώσπου έγινε στάχτη. Εκείνο το βράδυ, ο Σαμουήλ έκανε τραπέζι για τους στρατηγούς του, και τ' αγόρια είχαν υπηρεσία. Όρθια πίσω από το κάθισμα του Τσάρου έστεκαν, έτοιμα να εκτελέσουν κάθε του διαταγή. Τους φάνηκε πως ποτέ ακόμα οι Βούλγαροι δεν είχαν φάγει και πιει τόσο πολύ, και πως οι ώρες διαρκούσαν χρόνια! Όταν στο τέλος τραβήχθηκαν οι στρατηγοί και πλάγιασε ο Σαμουήλ, αφού έσβησαν τα φώτα και ησύχασε το στρατόπεδο, τα δυο αγόρια, γονατισμένα στη σκοτεινή τους γωνιά, σφιχταγκαλιασμένα, έκαναν το σταυρό τους. Σαν κάθε βράδυ, προσκύνησαν το χρυσοδεμένο προσευχητάριο, που κρυφά το φύλαγε ο Κωνσταντίνος στον κόρφο του, και από μέσα από την καρδιά τους προσευχήθηκαν: «Μητέρα, εσύ που είσαι στον ουρανό και μας βλέπεις μέσα από τ' άστρα, μεσίτευσε στην Παναγία την Ελεούσα να μας προστατεύσει...».

Η βροχή είχε παύσει. Βαριά μαύρα σύννεφα κατρακυλούσαν στον ουρανό, και πότε ξεσκέπαζαν το φεγγάρι, πότε το περιτύλιγαν στο σκοτεινό τους σάβανο, κι έριχναν στην πεδιάδα φανταστικούς ίσκιους. Ένας άντρας, κρυμμένος μες στα καλάμια της ακροποταμιάς, παραμόνευε το Βούλγαρο στρατιώτη που, μισοκοιμισμένος, φρουρούσε στην άκρη του στρατοπέδου και, μόλις κρύφθηκε η σελήνη, πήδησε πάνω του και του έμπηξε ως τη λαβή ένα μαχαίρι στο στήθος. Μα το σύννεφο, περνώντας γοργά, λοξοδρόμησε, και πάλι ο φωτεινός δίσκος πρόβαλε χύνοντας τις άσπρες του αχτίδες στην αιματερή σκηνή, φωτίζοντας το πρόσωπο των δυο αντρών.

- Ασάν... μουρμούρισε ο μαχαιρωμένος, - η φωνή του πνίγηκε στο αίμα που χύθηκε ποτάμι από το στόμα του κι έπεσε νεκρός.

Ο Ασάν τον ξάπλωσε στα χόρτα, έκανε με το χέρι το σημείο του σταυρού στο τρυπημένο στήθος και κατέβηκε στην όχθη. Χωρίς δισταγμό μπήκε στον ποταμό και προχώρησε με βήμα σταθερό ίσια εμπρός, αψηφώντας το δυνατό ρεύμα και το νερό που σε κάθε βήμα ανέβαινε, ανέβαινε στις κνήμες, στα γόνατα, στους μηρούς του. Ως τη μέση ανέβηκε, και με το ίδιο σταθερό βήμα προχωρούσε ο Ασάν ώσπου έφθασε στην αντικρινή όχθη, και σκαρφαλώνοντας στις πέτρες μπήκε στο ελληνικό στρατόπεδο. Μια φωνή ακούστηκε, η φωνή του φρουρού που φύλαγε:

- Τις ει;

- «Νικά ο Αετός», αποκρίθηκε ελληνικά ο Ασάν. Από μέσα από τα δέντρα μια σκιά πρόβαλε.

- Η Παναγία η Οδηγήτρια σε προστάτευσε! Πώς πέρασες το πλημμυρισμένο ποτάμι; ρώτησε ο φρουρός.

- Οδήγησέ με στον Αυτοκράτορα, αποκρίθηκε ο Ασάν, δεν έχω στιγμή να χάσω.

Και μαζί πέρασαν μέσα από το στρατόπεδο. Ο Βασίλειος δεν ήταν μόνος. Καθισμένος πλάγι στο πρόχειρο τραπέζι που του είχαν στήσει στη σκηνή του εργάζουνταν με δυο στρατηγούς και τους εξηγούσε το σχέδιό του για την επίθεση εναντίον των Σκοπίων.

- Τι θέλεις; ρώτησε απότομα.

- «Νικά ο Αετός», επανέλαβε ο Ασάν και προσκύνησε. Ο Αυτοκράτορας τον κοίταξε ένα λεπτό με απορία. Μα, έξαφνα, αναγνωρίζοντας τον:

- Τα γένια σε αλλάζουν πολύ, Νικήτα, είπε, και μένα με γέλασες. Πότε έφθασες;

- Τώρα, Αύγουστε.

- Από πού έρχεσαι;

- Από την αντικρινή όχθη.

- Πέρασες με βάρκα;

- Όχι, Δέσποτα! Πέρασα πεζός.

Ο Αυτοκράτορας αναπήδησε.

- Τι; φώναξε.

- Δυο μέρες τη γύρευα. Σήμερα τη βρήκα, και ήλθα να σου το πω, Δέσποτα. Έξω από το στρατόπεδο, πλάγι στην Κοφτή Πέτρα είναι μια ρηχοτοπιά.

- Και αντίκρυ, το εχθρικό στρατόπεδο...;

- Κοιμάται, Δέσποτα.

Ο Βασίλειος γύρισε στους στρατηγούς του.

- Η επανάληψη του Σπερχειού, είπε και ρώτησε: Οι άντρες σου είναι έτοιμοι, Βοτανειάτη;

- Όχι, Αύγουστε! Αναπαύονται.

- Να ετοιμαστούν ευθύς. Η συνάθροιση να γίνει γρήγορα και σιωπηλά και να μην ανάψουν φώτα... Οι δικοί σου, Διογένη;

- Φυλάγουν, Αύγουστε! Είναι οπλισμένοι.

- Σύναξέ τους στη ρηχοτοπιά. Θα περάσεις πρώτος, και ο Βοτανειάτης θ' ακολουθήσει. Μην αρχίσεις τίποτα αν δεν περάσουν τα δυο σώματα. Δεν πρέπει διόλου να ριψοκινδυνεύσομε.

Οι δυο στρατηγοί βγήκαν βιαστικά και ο Αυτοκράτορας πρόσταξε έναν υπασπιστή του να φωνάξει τον Ευστάθιο Δαφνομήλη. Ωστόσο εξέταζε τον Νικήτα.

- Ήλθες μαζί τους από την Αδριανούπολη;

- Ναι, Δέσποτα! Αλλά μόλις φθάσαμε στον Αξιό, μ' έστειλε ο Σαμουήλ με αποστολή στη Στρουμπίτζη και γύρισα προχθές.

- Τι ήταν η αποστολή;

- Διαταγή να δυναμώσουν τα οχυρώματα.

- Δεν την έδωσες βέβαια;

- Ήταν περιττή· τα οχυρώματα ήταν έτοιμα.

- Λίγος κόπος περισσότερος λοιπόν για μας, είπε ο Βασίλειος. Σαν τελειώσομε από δω, θα χτυπήσομε κει με τη βοήθεια του Κυρίου.

Ο Νικήτας δεν αποκρίθηκε. Τα φρύδια του Αυτοκράτορα σουφρώθηκαν.

- Τι τρέχει, Νικήτα; ρώτησε σύντομα.

- Θα χάσεις καιρό και κόσμο, Δέσποτα, αποκρίθηκε ο κατάσκοπος. Η Στρουμπίτζη δεν πέφτει ακόμα. Τα οχυρώματα της είναι απόρθητα, και η φρουρά της είναι ως το θάνατο αφοσιωμένη στον Σαμουήλ.

Ο Βασίλειος χάιδευε σκεπτικά τα μακριά ψαρά του γένια.

- Αργότερα θα είναι χειρότερα, είπε.

Ο Νικήτας χαμογέλασε.

- Άφησε τη διχόνοια να επιτύχει ό,τι τα όπλα σου δε θα κατόρθωναν.

- Τι εννοείς;

- Είδα τον ανεψιό του Τσάρου, το νέον Ιωάννη Βλαδισλάβ...

- Μ' αυτός είναι λεοντάρι! διέκοψε ο Βασίλειος.

- Ναι, μα μισεί τον Τσάρο, το φονιά του πατέρα του, αποκρίθηκε ο Νικήτας.

- Χρεωστεί όμως τη ζωή του στο γιο του Τσάρου!

- Καμιάν ευγνωμοσύνη δεν του έχει... άρχισε να λέγει ο Νικήτας, μα η κουρτίνα της πόρτας σηκώθηκε, και ο Ευστάθιος Δαφνομήλης μπήκε στη σκηνή.

- Με ζήτησες, Δέσποτα; ρώτησε και με υποψία κοίταξε τη βουλγάρικη στολή του Νικήτα. Ο Βασίλειος γέλασε.

- Δεν αναγνωρίζεις λοιπόν τον πιστότερο, τον πιο αφοσιωμένο σου φίλο, Δαφνομήλη; ρώτησε.

Ο στρατηγός κοίταξε προσεκτικά τον άντρα.

- Νικήτα! φώναξε με χαρά.

Ο Νικήτας έσκυψε και με πάθος φίλησε το χέρι του.

- Ναι! Εγώ, μουρμούρισε, ο πιστός σου φίλος.

- Δαφνομήλη, είπε ο Αυτοκράτορας, σήκωσε τους στρατιώτες σου και περίμενέ με στην Κοφτή Πέτρα, έξω από το στρατόπεδο. Δέκα βήματα παρακάτω είναι μια ρηχοτοπιά. Απόψε, με τη βοήθεια της Θεομήτορος, θα περάσομε αντίκρυ. Κοίταξε να γίνει η συνάθροιση ευθύς και σιωπηλά. Πηγαίνετε, και ο Παντοδύναμος βοηθός!

Οι δυο άντρες βγήκαν μαζί.

- Ήσουν με το Βούλγαρο; ρώτησε ο Δαφνομήλης με μια κίνηση του κεφαλιού προς το αντικρινό στρατόπεδο. Δε σ' ανεγνώρισε κανείς;

- Όχι! Τα γένια μ' αλλάζουν πολύ. Ύστερα, τα έβαψα μαύρα και παρουσιάστηκα με τ' όνομα ενός στρατιώτη που άλλοτε είχε βοηθήσει τον Σαμουήλ στο Σπερχειό.

- Και ήξερες το περιστατικό αυτό; Ή το φαντάστηκες;

- Το ήξερα, γιατί μια μέρα έτυχε ν' απαντήσω το στρατιώτη που είχε γίνει μοναχός, και μου διηγήθηκε την ιστορία. Ήταν μελαχρινός πολύ. Λοιπόν έγινα μελαχρινός κι εγώ.

Ο Δαφνομήλης του έσφιξε το χέρι.

- Άντρες σαν εσένα, Νικήτα, είναι πολύτιμοι! είπε με συγκίνηση. Τη ζωή σου την εκθέτεις κάθε μέρα με το παιχνίδι αυτό που παίζεις. Μα δεν το σκέφθηκες ποτέ.

- Η ζωή μου δεν έχει αξία παρά όσο την ξοδεύω με κάποια ωφέλεια, αποκρίθηκε απλά ο κατάσκοπος. Αν εσύ εγκρίνεις το παιχνίδι που παίζω, αυτό μου αρκεί, Ευστάθιε Δαφνομήλη. Κι αν το πληρώσω με τη ζωή μου, δεν είναι ακριβά πληρωμένο, - και γύρισε να φύγει.

Ο στρατηγός τον σταμάτησε.

- Πού πηγαίνεις; ρώτησε.

- Πηγαίνω πίσω. Με περιμένουν δυο παιδιά. Πρέπει να φθάσω πριν από σας, αν θέλω να τα σώσω.

- Τι παιδιά είναι αυτά;

- Ο γιος του Κατεπάνω της Αδριανούπολης κι ο εξάδελφός του. Δε σου είπα πως τα πήρε παιδόπουλα ο Τσάρος;

- Ναι, θυμούμαι... Και δεν έχουν γονείς λοιπόν; είπε ο Δαφνομήλης.

- Ο Κρηνίτης είναι πεντάρφανος. Ο Ιγερινός έχει πατέρα, μα δεν τον είδε από χρόνια.

- Και πού θέλεις να τα πας;

- Εδώ στο στρατόπεδο, και ύστερα στην πατρίδα. Ο Δαφνομήλης έμεινε μια στιγμή συλλογισμένος.

- Άφησε τα εκεί που είναι, είπε σοβαρά.

Ο Νικήτας ανατρίχιασε και τον κοίταξε σιωπηλά.

- Εσύ θα μείνεις, κράτησέ τα και μεταχειρίσου τα, εξακολούθησε ο Δαφνομήλης.

- Να κάμουν την τέχνη μου; ρώτησε χαμηλόφωνα ο Νικήτας.

- Βέβαια... Είναι και τα δυο από γενιά ευγενική, και κοντά σου θα είναι σε καλό σχολειό.

Μια στιγμή ακόμα ο Νικήτας δίστασε.

- Κάνε το... για το Βασιλέα! πρόσταξε ο Ευστάθιος. Ο Νικήτας δε δίστασε πια.

- Το θέλεις, Ευστάθιε Δαφνομήλη! Θα το κάμω! είπε. Θα τ' αναθρέψω για το Βασιλέα και για την Πατρίδα.

Άρπαξε του στρατηγού το μανδύα, τον φίλησε και χάθηκε στο σκοτάδι. Μια στιγμή ακόμα έμεινε ο Δαφνομήλης ακίνητος.

- Νικήτα... μουρμούρισε συγκινημένος, ψυχή αγνή και σιδερένια...

Γύρισε απότομα και μπήκε στη σκηνή του. Ο υπασπιστής του τον περίμενε.

- Σήκωσε τους στρατιώτες, πρόσταξε ο Δαφνομήλης ζώνοντας το σπαθί του, και μάζεψέ τους στην Κοφτή Πέτρα. Δεν έχεις στιγμή να χάσεις. Τρέχα!

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE