Τραγούδια του Θεού
Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ., εις την οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να κάμω κ᾿ εγώ μετά τόσα χρόνια * Πάσχα οικιακόν, έρημος και ξένος στα ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους των αλόγων, και την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του, αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Πλην όμως κι αυτή αφελής και απλή εις την * και τους τρόπους: Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον, και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη, δεν ηξεύρω ακριβώς πώς, είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέρος της οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα εις πλουσίαν οικίαν, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός †επιχειρητού† και είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλε ποτέ να †πτεροφυήση† εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα, οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και την μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα ― εύρε θέσιν καλυτέραν αλλού, κ᾿ εταξίδευσε, κ᾿ ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τας χείρας της Ρηνούλας, ήτις αφού την είχεν εγκαταλίπει κι αυτήν ο πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, ανέθρεψε το τέκνον της, κ᾿ έμεινε ζωντοχηρούσα, κ᾿ εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της.
Πόση είναι η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και όμμα επιβάλλον διά ν᾿ ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί που την είχαν βάλει να φάγη, διά μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:
― Faut pas pleurer! [φω πα πλερέ]. Δεν πρέπει να κλαις.
Κ᾽ η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.
*
* *
Όταν απεφάγαμεν, κ᾿ εσυγκρούσαμεν τα κόκκιν᾿ αυγά, κ᾿ είχαμεν κενώσει τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης ―ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός― αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το Χριστός ανέστη (ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το, ψήσου γίδα ψήσου και ροδοκοκκινίσου), ηθέλησα κ᾿ εγώ να είπω το Αναστάσεως ημέρα, το αλλέγρο, τον πρώτον δηλ. ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις ήνοιξα το στόμα μου κ᾿ επρόφερα:
Αναστάσεως ημέρα,
λαμπρυνθώμεν λαοί·
Πάσχα Κυρίου Πάσχα…
η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα χαράς, κ᾿ έλαμψε το προσωπάκι της, τα ματάκια της, το στόμα της, τα μάγουλά της, όλα εμόρφασαν κ᾿ εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τω όντι ότι έχουν άφατον άρωμα και κάλλος μαρτυρούμενον «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας.
Συγχρόνως η Μαρία, με παιδικήν χαράν κι αυτή, ανέκραξεν:
― Αυτά δεν είναι τροπάρια που ψέλνετε, κύριε.
―Αλλά τι είναι κορίτσι μου; ηρώτησα.
― Αυτά είναι σαν γλυκά-γλυκά τραγουδάκια.
*
* *
Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν) του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης, ήτον ο άνθρωπος, αλλ᾿ είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της, την Αγγελικούλαν, μ᾿ επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το Βρεφοκομείον, ως άτεκνον οπού ήτο το ανδρόγυνον· αλλ᾿ αυτή το ηγνόει), μ᾿ εχαιρέτισε και μου λέγει:
―Εσύ, μπαρμπ᾿ Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεού.
*
* *
Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν νυκτερινόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την μητέρα της. Εκοιμάτο μες στο στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώρα των αποστίχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ᾿ έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνην την ημέραν ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή μήτερ και δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγίου Δημητρίου έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Διανέμοις των χαρισμάτων». Και του Αγίου Νικολάου έψαλα «Την Ζωοδόχον πηγήν την αέναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγίου Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χέρσον αβυσσοτόκον». Και του Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγίου Γεωργίου το «Ανέτειλε το έαρ», και της Αναλήψεως το «Θείω καλυφθείς». Και της Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγίων Αποστόλων έψαλα το «Σε την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, συ την πολυέραστον θείαν αγάπησιν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις την μνήμην της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων, το Θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν εκφοιτώσα». Κ᾿ εις την Αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των βροτών», και τόσα άλλα. Κ᾿ η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και τα εχαρακτήριζε, με αγγελικόν αίσθημα, ως «τραγούδια του Θεού».
*
* *
Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους, εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει, εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με είχον βαρυνθή κ᾿ εκεί, ετόλμησα, μετά τρία έτη να επανέλθω εις την πρωτεύουσαν, με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν βαρετός εις τους φίλους μου.
Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις ταπεινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν να ανταμώσω τον φίλον μου Νικόλαν τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα; Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτον άρρωστη βαριά! Είχε δέκα ημέρας στο κρεβάτι, κι ο ιατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.
Επήγα κατ᾿ ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας, διά να βοηθήσω με λόγια και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, εχάρη άμα με είδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην. Η μικρά Κούλα ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ έκειτο σχεδόν αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως, έμεινα δύο ώρας εκεί, είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα, την τρίτην ημέραν, εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως, και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να της ομιλήσω.
― Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
―Α! μπάρμπ᾿ Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα θεία… τραγούδια;
―Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γίνη αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον να έλθης, να σου τα πω.
― Να μου τα πης. Μα θα τ᾿ ακούσω;
―Άμα προσέχης, θα τ᾿ ακούσης…
― Ωχ!
Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα, και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς το ους ενώ εψέλλιζε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυηκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδήλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας αισθήσεις της, κ᾿ εψιθύρισε:
― Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.
*
* *
Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερείς κ᾿ οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την «Άμωμον οδόν» έως τον «Τελευταίον ασπασμόν». Μόνος ο παπα-Νικόλας απ᾿ τον Αι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έκανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
― Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει.
― Λέγω την ακολουθίαν των Νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
Τωόντι κ᾿ εγώ, με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των Νηπίων. Και ακουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεού: «Των του κόσμου ηδέων αναρπασθέν άγευστον» και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας» και «του Αβραάμ, εν κόλποις, εν τόποις ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων, τάξαι σε Χριστός ο δι᾿ ημάς νηπιάσας» και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου, νήπιον φοιτήσαν τανύν προς σε».
Και αντί του «Δεύτε τελευταίον», «Ω τις μη θρηνήσει, τέκνον μου, ότι βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο να τ᾿ ακούση, το: «Άλγος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να περιίπταται εκεί γύρω;
(1912)