Τα Λιμανάκια (1907)
Τέλος, αφού έφερε πολλές βόλτες, εντός της παραθαλασσίας αγοράς του Βόλου, ο καπετάν Ηλίας της Μπαμπλένως ― και πού να θυμηθή όλας τας παραγγελίας όσας του είχον φορτώσει από το νησί οι καλοί πατριώται του! Έπρεπε να ήτον ο νους του κατάστιχον του Δελχαρόγιαννου του χασάπη, ή έπρεπε να ήτον αποθήκη παλαιών πραγμάτων του γερο-Πανά, διά να τα ενθυμήται όλα, με αύξοντα αριθμόν, με είδος και ποσόν, και με όνομα. Άλλος του είχε δώσει προκαταβολήν πενήντα λεπτά διά να του αγοράση ένα τρυγολόγον* ή ένα κυρτόν σουγιάν, «γκέκαν» καλούμενον, και άλλος του είχε δώσει δύο δραχμάς διά να του φέρη μισή δουζίναν πιάτα. Άλλος του είχε παραγγείλει λαιμοδέτην, άλλος καπέλον, και άλλος ένα κεφαλοτύρι. Ο Γιάννης ο Αντώναρος του είχε παραγγείλει μίαν σβάρναν διά το ισοπέδωμα των βώλων του χώματος μετά το όργωμα, κ᾿ η Μαργαρώ της Πασσίνας του είχε δώσει λεπτά διά να της ψωνίση κουντούρες* κόκκινες ή παντόφλες μυτερές.
Αφού εψώνισεν όλας τας παραγγελίας, όπως ενθυμήθη, και τας επί πιστώσει και τας επί προκαταβολή, και του έμειναν ακόμη 1,20 από τα ξένα λεπτά, όσα είχε βάλει χωριστά εις μίαν σακκούλαν, και τας έβαλεν εις το αριστερόν θυλάκιον του γελέκου, διά να επιστρέψη το μικρόν τούτο ποσόν εις πάντα όστις θα το απήτει ―μα δεν ήτον το μυαλό του ρολόι διά να τα ενθυμήται όλα· ένας νους, κι αυτός ρωμαίικος― εμβαρκάρισεν εις την βρατσέραν, ως τρεις ώρες νύκτα, με σκοπόν ν᾿ αποπλεύση μετά τα μεσάνυκτα.
Εξημέρωνεν η 30 Δεκεμβρίου.
Ο καιρός ήτον γλυκύς και μαλακός. Είχε κάμει σφοδρόν χειμώνα προ των Χριστουγέννων.
Ο καπετάν Ηλίας ελογάριαζεν ότι θα είχε καιρόν να φθάση, το αργότερον, την εσπέραν της παραμονής του Αγίου Βασιλείου, εις την μικράν νήσον του, απέχουσαν περί τα τριάντα ναυτικά μίλια από τον Βόλον.
Και με όλα τα εναντία και τα ενδεχόμενα, και αν τυχόν θα ηναγκάζετο, από παρακαιρόν*, να πλησιάση εις κανέν από τα προσφιλή λιμανάκια του, τα εντός του κόλπου ή τα έξω, εις το πέλαγος ― επειδή ήτο πολύ συντηρητικός, και προβλεπτικός, ως κυβερνήτης πλοίου, και δεν του ήρεσκε ν᾿ αρμενίζη την νύκτα αφ᾿ εσπέρας, ειμή μόνον μετά τα μεσάνυκτα, όταν θα είχεν ημέραν εμπρός του. Τα λιμανάκια ταύτα δεν εχρειάζοντο κατάστιχον διά να καταριθμηθώσιν! ήσαν η Χονδρή Άμμος, το Ελαφοκκλήσι, ο Αι-Σώστης, το Απάγκειο και ο Χαμογιαλός. Και δεν θα ήτο βεβαίως ανάγκη να προσεγγίση εις όλα, όπως άλλοτε του είχε συμβή. Αλλά τώρα έπρεπε να ευρίσκεται την παραμονήν του Αγίου Βασιλείου εις την νήσον του, διά να αποβιβάση όλα τα εμπορεύματα και τας παραγγελίας, διά να εορτάσουν οι άνθρωποι την Πρωτοχρονιάν, με χαράν και υγείαν.
*
* *
Αφού έπλευσε πέντε μίλια εντός του κόλπου, εις τας τρεις μετά τα μεσάνυκτα, εσηκώθη άνεμος, ο οποίος εφαίνετο να έρχεται από άλλα μπογάζια, από τα στενά τα μεταξύ Ευβοίας και της Στερεάς. Ο άνεμος αυτός δεν ήτον πολύ σφοδρός, ούτε κυρίως εναντίος, αλλ᾿ ήτον οχληρός. Επειδή ήτον νύκτα ακόμη ―ήθελε τρεις ώρες να χαράξη, τέσσερες ως που να βγη ο ήλιος― κ᾿ επειδή ήτον χειμώνας καιρός, ο καπετάν Ηλίας, διά το ασφαλέστερον εγύρισε την πλώρην προς τον Γραίον, κατά την στεριάν, κ᾿ επήγε κ᾿ ήραξεν εις την Χονδρήν Άμμον.
Μόλις ηύρε τον βυθόν η άγκυρα, κι ο άνεμος εφάνη ότι εκόπασεν εντός του κόλπου. Η βοή έπαυσε να έρχεται έξωθεν, από το στόμιον του μικρού όρμου. Ο κυβερνήτης της βρατσέρας, διά να μη χασομερά, εσαλπάρισε πάλιν, ισάρισε* τες μπούμες* των δύο καταρτιών, τας οποίας μόλις είχε μαϊνάρει, έβαλε πλώρην προς ανατολάς κ᾿ έπλευσε προς το Τρίκκερι, το υψηλόν ακρωτήριον, το κλείον τον Παγασιτικόν.
Αλλά πριν φθάση ακόμη εκεί, και πριν δυνηθή, εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου ν᾿ αντικρύση τας κοκκινωπάς οικίας του γραφικού χωρίου, εις το ύψος του λόφου, ο άνεμος εφάνη ότι ετράπη προς ανατολάς, και ήρχετο αντίπρωρα εις την βρατσέραν. Ακόμη δεν είχε χαράξει καλά! Ο καπετάν Ηλίας της Μπαμπλένως εστράφη αριστερά, κ᾿ επήγε κ᾿ έρριψε την άγκυραν εις το Ελαφοκκλήσι, τον μικρόν ωραίον λιμενίσκον. Ίσως εκεί ήσαν οι Αφέται των αρχαίων.
Ο άνεμος ήτο πράγματι απηλιώτης, και όσο πήγαινεν εφρεσκάριζε. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως είχε τόσα εμπορεύματα εις το αμπάρι ―ορύζια, καπνά, πάστες, βαρέλια ρωμιού και ρακίου― τόσας παραγγελίας εις την κάμεραν της πρύμνης. Δεν τον έμελεν αν αυτός ή το σκάφος εκινδύνευε, τον έμελεν όμως πολύ διά τα πράγματα τα ξένα.
Η βρατσέρα του ήτο συγχρόνως η Πάραλος και η Σαλαμινία της μικράς νήσου. Όπως λέγουν ότι εις περασμένους χρόνους, αν δεν έστελλεν ο Ιμάμης της Προύσης μήνυμα ότι έκαμε φεγγάρι, δεν ηδύνατο ο Σουλτάνος να κάμη μπαϊράμι, και ας ήτον εις όλον τον κόσμον ορατόν από δύο ή τριών ημερών το φεγγάρι οφθαλμοφανώς, ούτω, αν η βρατσέρα του καπετάν Ηλία δεν κατέπλεεν εις την μικράν νήσον να φέρη τα τόσα οψώνια, σχεδόν δεν θα ηδύναντο οι κάτοικοι να κάμουν Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιάν ή Λαμπρήν.
Ο Ηλίας της Μπαμπλένως ήτο χρηστός και ειλικρινής άνθρωπος. Μίαν μόνην απιστίαν είχε κάμει όταν ήτο πάρα πολύ νέος ― το κρίμα του το είχεν εξομολογηθή τότε εις τον πνευματικόν, κ᾿ έκτοτε το διηγείτο εις πολλούς ανθρώπους. Με το δασκάλευμα ενός γεροντοτέρου, όστις εφαίνετο να είναι πεπειραμένος περί τα τοιαύτα, είχον καταχρασθή δεκάδας τινάς κεραμιδίων από τα πλινθοποιεία των Ωρεών. Αλλά μόλις είχε διαπραχθή η κλοπή, όταν έκυψεν ο Ηλίας να λύση την μπαρούμαν* της φελούκας διά να ανέλθη εις το πλοίον, τεραστία σμέρνα αναπηδήσασα από ένα χάραυλον* ή θαλάμι* εκεί πλησίον, του έφαγε τρομερά τα κρέατα της ωλένης της δεξιάς, με τους θηριώδεις οδόντας της.
Αυτή ήτον η πρώτη και τελευταία φορά διά τον νεαρόν τότε ναυτικόν. Η σμέρνα είχεν αποσταλή θεόθεν ως τιμωρός. Και μετά εικοσαετίαν ύστερον ο Ηλίας εδείκνυε τας ουλάς του φοβερού δήγματος εις όλους προς όσους διηγείτο το γεγονός, το οποίον ήτο αληθέστατον ως φαίνεται.
*
* *
Ευτυχώς, μετά την ανατολήν του ηλίου, ο λεβάντης ήρχισε να καταπραΰνεται, είτα εκόπασεν ολοσχερώς. Ο καπετάν Ηλίας, όστις είχεν εξέλθει με την βαρκούλαν εις τα ολίγα βράχια τα οποία έκλειον τον όρμον προς ανατολάς, και ησχολείτο να μαζώξη κοχύλια και πεταλίδας, οπού έβοσκαν εκεί εν αφθονία εις τον ίσκιον του θαλασσίου βράχου, μετά λύπης αφήκε το προσφιλές λιμανάκι του ―ήτο μία ποιητικωτάτη μικρά αγκάλη του εδάφους, όπου ημέρευαν τα άγρια κύματα κ᾿ εγυάλιζε γαλανά ο πόντος― κ᾿ εξέπλευσε πάλιν προς ανατολάς. Τώρα θα εξήρχετο πλέον εις το ανοικτόν πέλαγος, και ο Θεός βοηθός!
Πολύ χορευτικόν και με αποτόμους λικνισμούς ήτο το πέραμα εκείνο. Αχαλίνωτον, με τας λευκάς χαίτας των κυμάτων, αδιακόπως ορθουμένας και αναπηδώσας, πλέον άγνωστον δρόμον προς τον ατελεύτητον υγρόν κύκλον, βαίνον προς το άπειρον, προς την αιωνιότητα, το πέλαγος, αναχόρταγον, είχε φάγει πολλά σκάφη και σκελετά, πολλά σκαριά πλοίων, και πολλά κουφάρια ανθρώπων. Αι καλαί οικοκυράδες, αι ευλαβείς χριστιαναί, γύρω εις τα χωριά και εις τας νήσους, εμαγείρευαν εξαιρέτως τον ορφόν, την συναγρίδα, και όλα τα μεγάλα νόστιμα οψάρια, αλλά πού να δοκιμάσουν την γεύσιν, να κοιτάξουν το φαγί στ᾿ αλάτι! Τα οψάρια εκείνα ήτο πιθανόν να είχαν θίξει πνιγμένους ανθρώπους, και ποία καλή χριστιανή θα τα έβαζε ποτέ στο στόμα της!
*
* *
Αφού έκαμψεν η βρατσέρα το Τρίκκερι, και είχεν απομακρυνθή ως έν μίλιον εις το πέλαγος, ήρχισε να λικνίζεται πολύ δυνατά πλευρόθεν, εξ αριστερών προς τα δεξιά. Ο άνεμος είχε ψηλώσει και τον επήγε Γραίον.
Ο κυβερνήτης διέταξε τον ναύτην και τον μούτσον του να ποδίσουν, και στραφέντες εισέπλευσαν εις τον Αι-Σώστην, τον φερώνυμον όρμον, και ηγκυροβόλησαν. Α! τώρα αντίκρυζαν την ωραίαν καταπράσινην νήσον, οπού ήτον ως παράδεισος φυτευμένος ανάμεσα εις τα τέσσερα πέλαγα, τα οποία την έβρεχαν ως οι τέσσαρες ποταμοί το πάλαι τον κήπον της Εδέμ. Δεν ήσαν μακράν πλέον· απείχον δέκα μίλια, και να έσκαζεν ο εχθρός, ως την άλλην ημέραν, την 31ην όλοι οι άνεμοι θα εκόπαζον, και η βρατσέρα θα κατευωδώνετο εις τον πλουν της.
Ενύκτωσεν ήδη. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως είχεν απόφασιν, πριν φέξη η άλλη μέρα, μετά το μεσονύκτιον, κοντά τα χαράματα, να πλεύση εις το ποθητόν τέρμα του ταξιδιού του.
Πράγματι, ο Αι-Σώστης τους εβοήθησε, και δεν εχρειάσθη πλέον, όταν απέπλευσαν περί το λυκαυγές, να προσεγγίσουν και εις τα άλλα δύο λιμανάκια, ούτε εις το Απάγκειο ούτε εις τον Χαμογιαλόν. Ήτο γαλήνη κατά τας πρωινάς ώρας. Αλλά το σκάφος δεν επροχώρει, όθεν έδεσεν γιουντέκι* με την φελούκαν, κ᾿ ερρυμουλκούσαν το πλοίον κωπηλατούντες, ο καπετάν Ηλίας και ο ναύτης του. Μόνος ο μικρός μούτσος έμεινεν επί της βρατσέρας κρατών το πηδάλιον.
Ατυχώς, όταν τους επήρεν η δυτική ακτή του νησιού, πελαγίσιος άνεμος σφοδρός ήλθε πάλιν εξ αριστερών, και ήρχισε να κλυδωνίζεται θλιβερά το μικρόν σκάφος. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως και ο ναύτης του έλυσαν το γιουντέκι, ανήλθον επί της βρατσέρας, κ᾿ εχειρίσθησαν τα άρμενα και το πηδάλιον. Εμαϊνάρισαν* τα πανιά, κ᾿ έμεινε το σκάφος ξυλάρμενον*.
Να διαπλεύση τις όλον τον κόλπον και το πέλαγος, ν᾿ αράξη εις τρία λιμανάκια ―την Χονδρήν Άμμον, το Ελαφοκκλήσι και τον Αι-Σώστην― μόνον εις τ᾿ Απάγκειο και εις τον Χαμογιαλόν να μη προσεγγίση ― να φθάση αποκάτω από την Σκίαθον, και αντί να σε προστατεύση η χαριτωμένη ακτή του ωραίου νησιού, να σε κλυδωνίζη και να σε χορεύη διαβολικόν χορόν ο πελαγίσιος άνεμος! Και μάλιστα να εξημερώνη η Πρωτοχρονιά, και να κοντεύη η μέρα της παραμονής να βραδιάση! ω, αυτό, ήτο μεγάλη ατυχία, πρέπει να το ομολογήσωμεν.
Και αν τουλάχιστον ηδύνατο ο καπετάν Ηλίας, όπως έσωσε τον εαυτόν του, τους ανθρώπους του και το σκάφος, να σώση όλας τας παραγγελίας και τα εμπορεύματα! Φευ! ευρέθη διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του, εις την σκληράν ανάγκην να κάμη αβαρίαν, μερικήν! Κ᾿ εν πρώτοις εβύθισε σιμά εις την ακτήν τρία βαρέλια ρώμι, τα οποία όμως ήτο βέβαιος ότι θα επανευρίσκοντο σχεδόν αλώβητα την επιούσαν, όταν θα έπαυεν η τρικυμία!
Η βρατσέρα ήτο εν αγωνία, μόλις δύο μίλια μακράν του λιμένος, αντικρύ εις μίαν κρημνώδη ακτήν, πλην δεν ηδύνατο να πλησιάση. Είτα έρριψεν εις την θάλασσαν ένα σάκκον με ρύζι, και δύο κάσσες με σαπούνια. Το αμπάρι άδειασεν αρκετά, κ᾿ εξαλάφρωσε το σκάφος.
Ας έσωζε τουλάχιστον τας παραγγελίας! Αλλά πίσω εις την καμπίναν, σιμά εις τ᾿ άλλα οψώνια, ήτο μία δέσμη από χαρτόνι γεμάτον από βαρέα σίδερα, εργαλεία, και από πάνω ήτον ένα ψαλίδι, το οποίον είχε παραγγείλει εις τον καπετάν Ηλίαν, να της φέρη από τον Βόλον, η Μαριώ η Μαλλίνα. Ο ναύτης, κατά διαταγήν του κυβερνήτου, έρριψε το βαρύ τούτο πράγμα εις την θάλασσαν. Και μαζί με τ᾿ άλλα σίδερα, επήγε και το ψαλίδι στον πάτον. Ω, να το έβλεπεν η Μαριώ η Μαλλίνα, πώς κατεποντίσθη ούτω το ψαλίδι της, πόσα θα έκοβεν η γλώσσα της εναντίον του καπετάν Ηλία.
Πλην, από πάνω από τα σίδερα και το ψαλίδι, εις την ιδίαν δέσμην, ήσαν κ᾿ οι κουντούρες οι κόκκινες, μυτερές, της Μαργαρώς της Πασσίνας. Εξ απροσεξίας του ναύτου επήγαν κ᾿ οι κουντούρες μαζί με τα σίδερα. Ο καπετάν Ηλίας επρόφθασε και τας είδεν εν ακαρεί, ως πτερωτάς, παλλομένας, πριν βυθισθούν εις το κύμα. Ω, πόσον ελυπήθη! Και τι λόγον θα έδιδεν εις την γειτόνισσάν του, την Μαργαρώ της Πασσίνας;
Το μόνον πράγμα εξ όλων των παραγγελιών το οποίον εκ προθέσεως έρριψαν εις την θάλασσαν, ήτο η «σβάρνα», οιονεί χερσαία σχεδία από χονδράς σανίδας δεμένας με σίδερα, η αγορασθείσα κατά παραγγελίαν του ζευγηλάτου, Γιάννη του Αντώναρου. Και την ώραν οπού η βρατσέρα ήρχισε τέλος να στεγάζεται από τον άνεμον, και να εισέρχεται εις τον λιμένα, βασίλευμα ηλίου, ενώ παρέκαμπτε το Καλαμάκι, τον κάβον όστις κλείει εκ δυσμών τον λιμένα, ο καπετάν Ηλίας, του εφάνη ότι έβλεπε μίαν κάπαν και μίαν ανθρωπίνην κατατομήν, ισταμένην επί του βράχου και χειρονομούσαν προς το μέρος της βρατσέρας. Επίστευσεν ότι θα ήτο ο Γιάννης ο Αντώναρος, όστις βεβαίως ηρώτα μακρόθεν τον κυβερνήτην αν του έφερε την σβάρναν. Αλλά την φωνήν την έπαιρνεν ο άνεμος.
Όταν όμως η βρατσέρα επλησίασεν, άμα ενύχτωσεν, εις τον βράχον του Επάνω Μαχαλά, ο Ηλίας της Μπαμπλένως ήκουσεν ευκρινώς την οξείαν φωνήν της Μαργαρώς της Πασσίνας, της γειτονίσσης του:
― Θυμήθηκες να μου φέρης τις κουντούρες, καπετάν Ηλία;
(1907)