×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Iscriviti gratis
image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Τ᾿ Μπούφ᾿ τ᾿ πλι (1904)

Τ᾿ Μπούφ᾿ τ᾿ πλι (1904)

Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρούς, και του ήρχοντο όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παλιοκαϊάσα*, είδος βομβάρδας* ή κολυακιάς*, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος ― επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν᾽ αρματώνουν ως σκούνες και τα μεγαλύτερα θαλασσινά †σώματα†. Άλλοι έλεγαν ότι είχε συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να βάζη την γυναίκα του, την Σινιώραν, να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκαν, κι αυτός ν᾽ ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο παπ᾽ Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν αυτήν επικυρώνει κ᾽ η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του.

Άλλοι έλεγαν ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον εσυνήθιζε κατά κόρον ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρην του, δεν το άφηνε. Είτε εις το πέλαγος, είτε εις όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον, αυτή η στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν»· δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον όμως, η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν.

Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον και εις την α´ του Ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μην του έρριπτον κατάμουτρα. Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα»* ή «μπουκαπόρτα»* ή «μάπα κεφάλι»*. Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι προς αλλήλους: «Ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν;»

*

* *

Όσον αφορά την Σινιώραν, την καπετάνισσαν, όλ᾽ οι άνδρες την εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοιχτοπρόσωπην, κοκκινομαλλού, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν*, να κάθεται σχεδόν διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπιτιού, χωρίς να κάμνη τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απασσάλωτη*, αναφάνταλη*, αστάνευτη»*. Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ᾽ ακόμα, σχεδόν πενηντάρα, να βάπτη τα μαλλιά της με «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς κόρης η μάννα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος.

Αυτή όμως θα ηδύνατο ν᾽ απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τω όντι, ποτέ δεν εχαλούσε η καρδιά της, ούτε δι᾽ αυτό ούτε δι᾽ άλλο τίποτε. Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στον νου μου, κι όλα μου έρχονται δεξιά».

Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται δεξιά, αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και να αποθάνη λεχώ), η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν νύκτα, ν᾽ ανοίξη το έρημο κι άχαρο σπίτι της μακαρίτισσας (το οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος, διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα νυφιάτικα ρούχα της νεκράς, και να τα φορέση. Απ᾽ εδώ φαίνεται ότι δεν είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στον νου της, και της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της.

*

* *

Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχον ξεχάσει πλέον όλα τα παλαιά εγκώμια, και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν τ᾽ άλλα αρπακτικά, κάθεται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα καημένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι υποθέσεις, όλαι αι επιχειρήσεις, του Στέφου. «Σαν τ᾽ μπούφ᾽ του π᾽λί». Όπως στον μπούφον το πουλί.

Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή εις τους λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε ναύλον.

Άλλοι, ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία» και άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν· εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.

*

* *

Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον, ξουριασμένον* ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ᾽ οι άλλοι το επεριφρόνησαν, και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι᾽ εξόδων του, να το ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας του χειμώνος εκείνου, συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του επήρεν, εις 67 ημέρας, 1.300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος, έδωκε τρεις λίρας εις πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να καλλιεργήσουν το κτήμα, και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάλυψαν άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης δεν είχε παύσει ν᾽ ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! Τινές είπον, ότι ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως ήτο υπερθεματισμός.

Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα, διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων της:

― Κλεφτρίνες, πλιό, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ᾽! Τ᾽ ακούς εσύ, όποτε έφερνε μπόρα, κι όλες οι νοικοκυράδες κ᾽ οι αργατίνες* οι παρακατινές, που μάζευαν τις ελιές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά τα κοφίνια τους κ᾽ έτρεχαν για το χωριό, αυτές οι δυό μαυροφόρες, η Γιαρούδαινα κ᾽ η Τούρκα η μάννα της, έπαιρναν τις κόφες τους κ᾽ έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλιό…

Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάννα του κ᾽ η κυρούλα του. Από αυτάς είχε λάβει ως φαίνεται το μυστικόν περίαπτον της ευτυχίας.

*

* *

Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τις παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν εκτεθή εις το καφενείον Λαυκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μία εικών αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού, ναύτου, ήτις παρίστανεν επί μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου, με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων πτερωτών, τα οποία έπιπτον εις το χάσκον στόμα.

Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγίνοντο.

― Θα είναι τελώνιο που κάθισε στα πινά* της σκούνας, έλεγεν είς.

― Θα είναι θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.

― Είναι θαλασσαετός!… είναι σακκάς, πελεκάνος!

― Είναι… γλάρος!

― Μωρέ είναι μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.

― Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;

Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρούς επεριμένετο να φθάση, διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ᾽ από τα δύο νησιά να εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν Στέφος κ᾽ επόδισε* πουθενά; Θα ήτο απίστευτον.

Όλοι ανησύχησαν, μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν ανησυχίαν. Είχε νυχτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα μεσάνυχτα, άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς εσύριζε.

Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ᾽ επλησίασε με βαρείαν κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν.

― Καλώς σ᾽ ηύρα, καπετάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.

― Καλώς την αγάπη μ᾽ τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα την φωνήν του συζύγου της.

*

* *

Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να τον ζωγραφίση) καθήμενον, ως επί κλάδου, επί της κεραίας και των εξαρτίων του ιδίου πλοίου του με κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα.

Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ᾽ εσχεδίασε μεγάλην σκούναν ν᾽ αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του το χάσκον ως Άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενέτικα φλωριά, ρηγίνες και κολωνάτα.

Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.

― Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα ρακί!

Κ᾽ έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.

(1904)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE