×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Εξοχική Λαμπρή (1890) (2)

Εξοχική Λαμπρή (1890) (2)

Μεγίστη απορία επεκράτει εν τω παρεκκλησίω. Οι χωρικοί εκοίταζον ερωτηματικώς αλλήλους. Ψιθυρισμοί ηκούοντο.

Αι γυναίκες ηρώτων την παπαδιά να είπη αυταίς τι τρέχει· αλλ᾽ αύτη ήτο η ολιγώτερον πάντων των άλλων γνωρίζουσα.

Εν τούτοις ο ιερεύς έτρεχεν, έτρεχεν. Ο ψυχρός αήρ εδρόσισεν ολίγον το μέτωπόν του.

― Και πως να θρέψω εγώ τόσα παιδιά, έλεγεν, οκτώ, με συμπάθειο, κ᾽ η παπαδιά εννιά, κ᾽ εγώ δέκα! Ο ένας να σε κλέφτη απ᾽ εδώ, κι ο άλλος απ᾽ εκεί!…

Πεντακόσια βήματα από του ναού, ο δρόμος εκατηφόριζε, και κατήρχετό τις εις ωραίαν κοιλάδα. Εις νερόμυλος ευρίσκετο επί της κλιτύος εκείνης, παρά την οδόν.

Ακούσας ο ιερεύς τον ηδύν μορμυρισμόν του ρύακος, αισθανθείς επί του προσώπου του την δρόσον, ελησμόνησεν ότι είχε να λειτουργήση (πως και που να λειτουργήση;) και έκυψε να πιη ύδωρ. Αλλά το χείλος του δεν είχε βραχή ακόμη, και αίφνης ενθυμήθη, ανένηψεν.

―Εγώ έχω να λειτουργήσω, είπε, και πίνω νερό;…

Και δεν έπιε.

Τότε ήλθεν εις αίσθησιν.

― Τι κάμνω εγώ, είπε, που πάω;

Και ποιήσας το σημείον του σταυρού·

―Ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον! μη με συνερισθής.

Επανέλαβε δε:

―Εάν εκείνος έκλεψεν, ο Θεός ας τον… συγχωρήση… κ᾽ εκείνον κ᾽ εμέ. Εγώ πρέπει να κάμω το χρέος μου.

Ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του.

―Ω Κύριε, είπεν ολοψύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Συ παρεδόθης διά τας αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Και εστράφη προς τον ανήφορον, σπεύδων να επανέλθη εις το παρεκκλήσιον, όπως λειτουργήση.

― Και ήθελα να πιω και νερό, είπε, δεν είμαι άξιος να λειτουργήσω. Αλλά πως να κάμω; Δεν πρέπει να μεταλάβω! Θα λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δεν είμαι άξιος!… «Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος!…» Εγώ άξιος δεν είμαι!

Και επέστρεψεν εις τον ναόν, όπου μετ᾽ αγαλλιάσεως οι χωρικοί τον είδον.

Ετέλεσε την ιεράν μυσταγωγίαν, και μετέδωκεν εις τους πιστούς, φροντίσας να καταλύση διά στόματος αυτών όλον το άγιον ποτήριον. Αυτός δεν εκοινώνησεν, επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα.

--

Περί την μεσημβρίαν, μετά την Β´ Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους, παρά την δροσεράν πηγήν.

Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και κλάδους σχοίνων.

Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Η ωραία Ξανθή, η σύζυγος του Φταμηνίτου, εκάθητο μεταξύ της μητρός της Μελάχρως και της θεια-Κρατήρας, της πενθεράς της, φροντίζουσα να έχη εν μέρει τας παρειάς κεκαλυμμένας με την μανδήλαν, και να βλέπη μάλλον προς τον κορμόν της γιγαντιαίας πλατάνου, όπως μη την κοιτάζωσιν οι άνδρες, και ζηλεύη ο σύζυγός της.

Η αδελφή της, το Αθώ, δεκαπεντούτις κόρη άγαμος, άφροντις, ωραία και αυτή, ποσάκις δεν την επείραζε λέγουσα· «Αρή, τι τον ήθελες, αρή; Δεν τον έπαιρνα, να μου χαρίζανε τον ουρανό με τ᾽ άστρα… Καλύτερα να γινόμουν καλόγρια!»

Το βέβαιον ήτο ότι ο Φταμηνίτης δεν διέπρεπεν ούτ᾽ επί κάλλει ούτε επί μεγέθει σώματος, αλλ᾽ ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας δι᾽ ευστροφίας σώματος και πνεύματος και διά φαιδρότητος και ευθυμίας.

Ο παπα-Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι εξεκόλαπτε σχεδόν κατ᾽ έτος εν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε διά παλληκαροβότανα, ούτε διά στριφοβότανα, περί α τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες.

Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ όλους, και τρώγων άμα και προπίνων.

Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής·

― Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!

Είτα μετά το προοίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν·

― Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μ᾽, να χαίρεσαι το πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, να χαίρεσαι τον παπά σ᾽ και τα παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! να ζήσης, να τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λαδ᾽ να τρέξης και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Να χαίρεσαι, μ᾽ έναν καλόν γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στο γάμο σας να χαρούμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! με μια καλή νύφη, να ζήσης, να χαρής! εβίβα όλοι! Τε-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με το καλό!

Και ανάλογος προς το πρόσωπον υπήρξεν η πόσις.

Αλλά και ο Φταμηνίτης ηθέλησε να προπίη, κατ᾽ άλλον όμως στενώτερον τρόπον· ηθέλησε να βρη την γυναίκα του, και ηνάγκασεν αυτήν ν᾽ απαντήση εις την πρόποσιν·

― Μπρομ!

― Πιέ κι δο μ᾽!

― Με κρασί!

― Καλώς τ᾽ν αγάπη μ᾽ τη χρυσή!

Και πιών αυτός, μετεβίβασε την τσότραν εις την ωραίαν Ξανθήν, ήτις έβρεξε τα χείλη.

Είτα ήρχισαν τα ασματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο.

Αλλ᾽ ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπαρμπα-Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημένος από της βαυαρικής εποχής εν τη νήσω. Αμφέβαλλε και αυτός αν τον είχαν περασμένον εις τα μητρώα, πότε του έστελναν μισθόν, πότε όχι. Εφόρει χιτώνα με ανοικτάς χειρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι του γόνατος και τουζλούκια*. Ο δήμαρχος του τόπου (διότι υπήρχε φευ! και δήμαρχος) τον είχε στείλει να κάμη Πάσχα εις τα Καλύβια, διά να φυλάξη δήθεν την τάξιν, καίτοι ουδεμιάς φυλάξεως ήτο ανάγκη. Το βέβαιον είναι ότι τον έστειλε να καλοπεράση πλησίον των ανοιχτοκάρδων εξωμεριτών, οίτινες του ήρεσκον του μπαρμπα-Κίτσου, ας τους έλεγον και «τσουπλακιές»* η «χαλκοδέρες»*. Εάν έμενεν εν τη πόλει, ο δήμαρχος θα ήτο υπόχρεως να τον φιλεύση τον μπαρμπα-Κίτσον, καθώς τον είχαν κακομάθει οι προκάτοχοί του, έλεγε, ― να τον φιλεύση κουλούραν και αυγά. Τι έθιμα!…

Ο μπαρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις η τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός ανέστη κατ᾽ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής·

Κ᾽στο - μπρε - Κ᾽στος ανέστη

εκ νεκρών θ α ν α τ ω ν,

θάνατον μ π α τ η σ α ς,

κ᾽ ε ν τ ο ι ς - ε ν τ ο ι ς μνήμασι,

ζωήν π α μ μ α κ α ρ ι σ τ ε!

Και όμως, μεθ᾽ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το Άλαλα τα χείλη των ασεβών με την εξής προσθήκην· «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν…»

Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!

--

Περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος (διότι αι γυναίκες επεφυλάττοντο διά την Δευτέραν και την Τρίτην όπως χορεύσωσι τον συρτόν και την καμάρα), και ο παπα-Κυριάκος, μετά της παπαδιάς και του Ζάχου, όστις εγλύτωσε το ξύλο χάριν της ημέρας (διότι ο πατήρ του είχε θυμώσει είτα κατ᾽ αυτού, ως γενομένου αιτίου της χασμωδίας εκείνης), αποχαιρετίσαντες την συντροφιάν, κατήλθον εις την πολίχνην.

Ο παπα-Κυριάκος έδωκε πλήρες εις τον συνεφημέριόν του το από της εξοχής μερίδιον, και ούτε κατεδέχθη να κάμη λόγον περί της υποτιθεμένης κλοπής.

Εν τούτοις ο παπα-Θοδωρής οίκοθεν τω είπεν ότι το εκ της ενορίας μερίδιόν του ευρίσκετο εν τη οικία αυτού, του παπα-Θοδωρή. Έκρινε καλόν, είπε, να μετακομίση διά της εξωθύρας του αγ. βήματος οίκαδε και τα δύο μερίδια, διά να μη βλέπουν τινές των άγαν επιπολαίων και γλωσσαλγώσιν ότι οι ιερείς έχουν δήθεν πολλά εισοδήματα. «Ο κόσμος ξιππάζεται, είπεν, άμα μας ιδή μια καλή μέρα να πάρουμε τίποτε λειτουργιές, και δεν συλλογίζεται πόσες εβδομάδες και μήνες παρέρχονται άγονοι!»

Εντεύθεν η παρανόησις του Ζάχου.

(1890)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE